Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump μπήκε στον πόλεμο με το Ιράν με τη γνωστή βεβαιότητα που συνοδεύει σχεδόν κάθε μεγάλη πολιτική του εξαγγελία: η αμερικανική ισχύς θα συνέτριβε γρήγορα τον αντίπαλο, η Τεχεράνη θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον και ο ίδιος θα μπορούσε να εμφανιστεί ως ο πρόεδρος που πέτυχε μέσα σε λίγες εβδομάδες όσα οι προκάτοχοί του δεν είχαν καταφέρει επί δεκαετίες.
Πέντε και πλέον μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων της 28ης Φεβρουαρίου, αυτή η εικόνα έχει καταρρεύσει.
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή είναι αδιαμφισβήτητη.
Η CENTCOM ανακοίνωσε ήδη από τις πρώτες εβδομάδες χιλιάδες πολεμικές εξόδους και χιλιάδες πλήγματα εναντίον ιρανικών στρατιωτικών στόχων.
Το Ιράν υπέστη βαρύτατες ζημιές.
Δεν συνθηκολόγησε όμως.
Και σήμερα το σημαντικότερο ερώτημα για τον Trump δεν είναι πώς θα κερδίσει τον πόλεμο, αλλά πώς θα βγει από αυτόν χωρίς να παραδεχθεί ότι οι αρχικές του υποθέσεις ήταν λανθασμένες.
Αυτό δεν συνιστά στρατιωτική ήττα των ΗΠΑ με τη συμβατική έννοια.
Συνιστά όμως ένα ολοένα και πιο εμφανές στρατηγικό αδιέξοδο, εξηγεί σε ανάλυσή του το αμερικανικό ιστορικό και έγκριτο περιοδικό Atlantic.
Γιατί η πραγματική ισχύς δεν μετριέται μόνο από το πόσους στόχους μπορείς να καταστρέψεις.
Μετριέται από το αν η καταστροφή αυτών των στόχων οδηγεί στο πολιτικό αποτέλεσμα για το οποίο ξεκίνησε ο πόλεμος.
Και ακριβώς εκεί ο Trump αποτυγχάνει.

trump_atlantic.jpg
Από τις βόμβες στην… αναμονή

Η τελευταία στροφή της Ουάσιγκτον είναι αποκαλυπτική.
Μετά τους βομβαρδισμούς, τις δραματικές απειλές, τις απόπειρες συμφωνίας και τις επαναλαμβανόμενες διακηρύξεις ότι η λύση βρίσκεται κοντά, ο Trump αποφάσισε ουσιαστικά να «χαμηλώσει» τη στρατιωτική ένταση και να περιμένει.
Η νέα ελπίδα είναι ότι αυτό που δεν πέτυχαν τα αμερικανικά όπλα θα το πετύχει η οικονομική ασφυξία.
Η κυβέρνηση εντείνει τις κυρώσεις, πιέζει χρηματοπιστωτικά δίκτυα που συνδέονται με την Τεχεράνη και στηρίζεται στον ναυτικό αποκλεισμό για να περιορίσει τα έσοδα του Ιράν.
Στις 7 Αυγούστου, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέο πακέτο μέτρων εναντίον δικτύων που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, διοχετεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια προς το ιρανικό σύστημα.
Ο ίδιος ο Trump υποστηρίζει ότι το Ιράν είναι οικονομικά εξαντλημένο και ότι αρκεί περισσότερη πίεση για να λυγίσει.
Υπάρχει όμως μια τεράστια ειρωνεία.
Ο Trump επιστρέφει ακριβώς στη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» που ακολούθησε στην πρώτη του θητεία, όταν αποχώρησε από τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και επανέφερε σκληρές κυρώσεις.
Δηλαδή, μετά από έναν πόλεμο που υποτίθεται ότι θα έλυνε αποφασιστικά το ιρανικό πρόβλημα, η Ουάσιγκτον καταλήγει και πάλι στο ίδιο εργαλείο που χρησιμοποιούσε πριν από τον πόλεμο.
Οι κυρώσεις έχουν πράγματι προκαλέσει μεγάλη οικονομική ζημιά στο Ιράν, αλλά ιστορικά δεν οδήγησαν την ιρανική ηγεσία στην άνευ όρων παράδοση που προσδοκά ο Trump.

iran_bombs.webp
Ο Trump υποτίμησε το Ιράν

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη στρατηγική αποτυχία του Αμερικανού προέδρου: υποτίμησε συστηματικά την ικανότητα του Ιράν να απορροφά κόστος.
Ο Trump παρουσιάζει την κακή κατάσταση της ιρανικής οικονομίας ως απόδειξη ότι η κατάρρευση βρίσκεται προ των πυλών.
Έχει μάλιστα επικαλεστεί πληθωρισμό της τάξης του 300%.
Οι πραγματικές επίσημες εκτιμήσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες, παρότι παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: ένα αυταρχικό καθεστώς δεν λειτουργεί με τους ίδιους πολιτικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει ένας Αμερικανός πρόεδρος πριν από εκλογές.
Μπορεί να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους στον πληθυσμό του και να αντέξει κοινωνική εξαθλίωση την οποία μια δημοκρατική κυβέρνηση δύσκολα θα μπορούσε να απορροφήσει.
Ο Trump φαίνεται να αντιμετώπισε το Ιράν σαν έναν ακόμη αντίπαλο σε επιχειρηματική διαπραγμάτευση: ανεβάζεις την πίεση, απειλείς με καταστροφή, προσφέρεις ξαφνικά συμφωνία και περιμένεις από την άλλη πλευρά να δεχθεί ότι δεν έχει άλλη επιλογή.
Η γεωπολιτική όμως δεν είναι διαπραγμάτευση ακινήτου στο Manhattan.
Όταν ένα κράτος θεωρεί ότι διακυβεύεται η επιβίωση του καθεστώτος του, μπορεί να δεχθεί τεράστια κόστη, να παρατείνει τη σύγκρουση και να αναζητήσει το σημείο στο οποίο πονά περισσότερο ο ισχυρότερος αντίπαλος.
Το Ιράν βρήκε αυτό το σημείο στα Στενά του Hormuz.

trump_rubio_10.jpg
Η παγίδα των Στενών του Hormuz

Πριν από τον πόλεμο, περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου περνούσε από τα Στενά του Hormuz.
Μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η Τεχεράνη μετέτρεψε αυτή τη γεωγραφική πραγματικότητα σε στρατηγικό όπλο.
Η κίνηση περιορίστηκε δραματικά, το ενεργειακό κόστος αυξήθηκε και η διεθνής οικονομία βρέθηκε να πληρώνει μέρος του λογαριασμού του πολέμου.
Το πιο πολιτικά δυσάρεστο για τον Trump είναι ότι στις 13 Αυγούστου οι ΗΠΑ και το Ιράν εξακολουθούν να κάνουν αντικρουόμενους ισχυρισμούς για το ποιος πραγματικά ελέγχει τα Στενά.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι η διέλευση βρίσκεται υπό τον έλεγχό της, ενώ η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι έχει επιβάλει τη δική της κυριαρχία στην περιοχή.
Η πραγματικότητα της περιορισμένης ναυσιπλοΐας δείχνει ότι, όποια πλευρά κι αν κερδίζει τη μάχη της προπαγάνδας, η κανονικότητα δεν έχει αποκατασταθεί.
Ακόμη χειρότερα για τον Trump, το Ιράν προσπαθεί τώρα να μετατρέψει τον έλεγχο των Στενών σε μόνιμο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Οι συνομιλίες μέσω του Ομάν έφτασαν κοντά σε τεχνική συμφωνία για τη ναυσιπλοΐα, αλλά η Τεχεράνη συνέδεσε την πλήρη επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού με νέες απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων αποζημιώσεις και χαλάρωση των κυρώσεων.
Ο Trump αντέδρασε απαιτώντας με τη σειρά του αποζημιώσεις από το Ιράν.
Το αποτέλεσμα ήταν όχι η προσέγγιση αλλά ένα ακόμη αδιέξοδο.
Και έτσι φτάνουμε σε μια εντυπωσιακή αντιστροφή: πριν από τον πόλεμο, τα Στενά ήταν ανοικτά.
Τώρα η Ουάσιγκτον διαπραγματεύεται για να πετύχει την επαναλειτουργία τους.
Αυτό δύσκολα παρουσιάζεται ως καθαρή στρατηγική νίκη.
horm_map_2.webp

Αδειάζουν και οι αμερικανικές αποθήκες όπλων

Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο Trump ξαφνικά ανακάλυψε την αξία της «υπομονής».
Τα αμερικανικά αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών έχουν υποστεί μεγάλη πίεση.
Ανάλυση του CSIS εκτιμά ότι τα αμερικανικά αποθέματα Patriot έχουν μειωθεί περίπου στα 800 αναχαιτιστικά από περίπου 3.100 πριν από τη σύγκρουση, ενώ σημαντική πίεση υπάρχει και στα THAAD και σε άλλα προηγμένα συστήματα.
Το CSIS τονίζει ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν ακόμη αρκετά όπλα για να συνεχίσουν τον πόλεμο, αλλά το πραγματικό πρόβλημα αφορά την ετοιμότητα για άλλες κρίσεις και τον χρόνο που απαιτείται για την αναπλήρωση των αποθεμάτων.
Αυτό έχει τεράστια στρατηγική σημασία.
Κάθε Patriot που χρησιμοποιείται εναντίον ενός ιρανικού βαλλιστικού πυραύλου δεν είναι διαθέσιμος για την Ουκρανία.
Κάθε αναχαιτιστικό που εξαντλείται στη Μέση Ανατολή περιορίζει τα περιθώρια της Ουάσιγκτον σε περίπτωση κρίσης στην Ασία.
Ο πόλεμος του Trump δεν καταναλώνει μόνο χρήμα.
Καταναλώνει στρατηγικά αποθέματα μιας υπερδύναμης που έχει δεσμεύσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η επιλογή της οικονομικής πίεσης, επομένως, δεν είναι απλώς η απόδειξη μιας νέας σοφίας στον Λευκό Οίκο.
Είναι και αναγνώριση ότι η αδιάκοπη στρατιωτική κλιμάκωση έχει κόστος το οποίο ακόμη και οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αγνοήσουν.
patriot_20.jpg

Και στο βάθος, οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου 

Ο χρόνος πιέζει τον Trump και για έναν ακόμη λόγο: στις 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους και η κόπωση από έναν πόλεμο χωρίς καθαρό τέλος αποτελούν πολιτικό βάρος για τους Ρεπουμπλικάνους.
Η σύγκρουση έχει ήδη αποδειχθεί ευάλωτο σημείο για τον Trump, καθώς η διαταραχή στις ενεργειακές αγορές μεταφέρει το κόστος της εξωτερικής πολιτικής απευθείας στην τσέπη του Αμερικανού ψηφοφόρου.
Και εδώ βρίσκεται η τελική ειρωνεία.
Ο Trump έχτισε ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην υπόσχεση ότι δεν θα εγκλωβίσει τις ΗΠΑ σε «ατελείωτους πολέμους».
Καλλιέργησε την εικόνα του ανθρώπου που κάνει γρήγορες συμφωνίες, τρομοκρατεί τους αντιπάλους με την απρόβλεπτη συμπεριφορά του και αποχωρεί ως νικητής.
Στο Ιράν, όμως, η απρόβλεπτη συμπεριφορά μετατράπηκε σε ασυνέπεια.
Βομβαρδισμοί. Απειλές. Ανακοινώσεις περί επικείμενης συμφωνίας.
Νέα πλήγματα. Εκεχειρία. Κατάρρευση της εκεχειρίας.
Περισσότερες απειλές. Και τώρα επιστροφή στις κυρώσεις και αναμονή.
Το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος είναι ο τελικός στόχος;
Να εξαφανιστεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν;
Να ανοίξουν τα Στενά του Hormuz; Να αλλάξει συμπεριφορά η Τεχεράνη;
Να καταρρεύσει οικονομικά το καθεστώς;
Ή απλώς να βρεθεί μια συμφωνία την οποία ο Trump θα μπορέσει να παρουσιάσει ως νίκη;
Αυτό είναι το πρόβλημα που καμία βόμβα δεν μπορεί να λύσει.
Ο Donald Trump ξεκίνησε έναν πόλεμο πολύ ευκολότερα απ’ όσο μπορεί τώρα να τον τελειώσει. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική ισχύ. Αλλά η ισχύς χωρίς σαφή πολιτικό στόχο μετατρέπεται σε δαπανηρή φθορά.
Και όσο η Ουάσιγκτον περιμένει τις κυρώσεις να κάνουν αυτό που δεν κατάφεραν οι αεροπορικές επιδρομές, η Τεχεράνη κρατά τα Στενά του Hormuz ως μοχλό πίεσης, τα αμερικανικά αποθέματα αναχαιτιστικών μειώνονται και οι εκλογές πλησιάζουν.
Ο πρόεδρος που μετέτρεψε την απρόβλεπτη συμπεριφορά σε πολιτικό σήμα κατατεθέν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με τα όριά της.
Όταν ο αντίπαλος δεν ξέρει τι θα κάνεις αύριο, μπορεί πράγματι να φοβάται.
Όταν όμως ούτε οι σύμμαχοί σου — ούτε ίσως η ίδια σου η κυβέρνηση — γνωρίζουν ποιος είναι ο τελικός στόχος, αυτό δεν λέγεται στρατηγική.
Λέγεται αδιέξοδο.