Του Κώστα Μαυρίδη*
Η πολιτική του κατευνασμού για αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού έχει δοκιμαστεί κι έχει αποτύχει. Καταρχάς, η χρόνια και παθητική στάση της ηγεσίας σε Αθήνα και Λευκωσία, δημιουργεί την εντύπωση στην ΕΕ ότι είμαστε δεκτικοί σε πιέσεις, ενώ το τουρκικό θηρίο παρερμηνεύει την στάση απαιτώντας κι άλλα. Επιπλέον και κυριότερο: Στις διεθνείς σχέσεις, η καθοριστική παράμετρος είναι το συμφέρον και η ισχύς. Η πολιτική του κατευνασμού που εφαρμόζεται χρόνια με πρωτοστάτη την Αθήνα -κι αναπόφευκτο ακόλουθο την Λευκωσία-, είχε διάφορα ονόματα π.χ. “διατήρηση καλού κλίματος”, “θετική ατζέντα”, “δώρα”, «Διακήρυξη Φιλίας Αθηνών», διμερής διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας και πολιτική των «ήρεμων νερών» κ.ά. Τα αποτελέσματα είναι η συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου με απαίτηση για κυριαρχική ισότητα, «απειλή πολέμου» στο Αιγαίο αν η Ελλάδα ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, Τουρκολυβικό Μνημόνιο, νεο-οθωμανική «Γαλάζια Φαντασίωση» στο μισό Αιγαίο (για 152 νησιά) και επικυριαρχία στην Αν. Μεσόγειο κ.ά.. Αυτά συμβαίνουν, καθώς στη σημερινή Τουρκία μεγαλώνουν γενιές που διδάσκονται στα σχολεία ότι ως Ελληνισμός είμαστε παράσιτο στην περιοχή μας και πρέπει να μας εξαλείψουν. Συνοπτικά, ο κατευνασμός όχι μόνο έχει αποτύχει, αλλά εκτρέφει το τουρκικό θηρίο. Κι οι υποτακτικοί των κομμάτων στηρίζουν την υφιστάμενη πολιτική, αλλά θα στήριζαν ένθερμα και την εγκατάλειψή της αν η κομματική ηγεσία άλλαζε στάση!
Δεδομένου ότι η Αθήνα έχει τον πρώτο λόγο, παρά η Λευκωσία, στα θέματα της Ευρωάμυνας (λόγω δύναμης κι ως μέλος του ΝΑΤΟ και ΕΕ) κι αφού οι αρμόδιοι αξιωματούχοι της ΕΕ προχωρούν βάσει των συμφερόντων τους για την Τουρκία, η ανάγκη για ορθολογική στάση μας στην ΕΕ με απαράβατους όρους απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, είναι επιτακτική και θα φέρει στήριξη και σεβασμό. Επιπλέον, τα κόμματα σε Ελλάδα και Κύπρο οφείλουν να δηλώσουν ξεκάθαρα αν θα στηρίξουν μια τέτοια αλλαγή στάσης Ελλάδας και Κύπρου στην ΕΕ με βέτο και όρους στον τουρκικό επεκτατισμό.
Τις προάλλες ο πρωθυπουργός έθεσε μεν το αυτονόητο θέμα της τουρκικής «απειλής πολέμου» αλλά μετά από χρόνια καθυστέρησης και αντιφατικής στάσης, ενώ για χρόνια μπορούσε εύστοχα να ερωτήσει: Ποιος απειλεί την Τουρκία για να διατηρεί δεκάδες χιλιάδες κατοχικό στρατό στην Κύπρο και να τον αναβαθμίζει; Ποιος απειλεί την Τουρκία στο Αιγαίο; Εφόσον Ελλάδα και Κύπρος είναι στην ΕΕ, η ΕΕ απειλεί την Τουρκία; Συνεπώς, όρος διασύνδεσης των Ευρωτουρκικών σχέσεων πρέπει να ήταν προ πολλού η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Κι αν οι εταίροι μας «καίγονται» για εμβάθυνση των σχέσεων στην άμυνα κι εμπόριο με την Τουρκία, αυτό αποτελεί την δική μας δυνατότητα να ασκούμε πίεση ως συνάρτηση της σθεναρής στάσης μας. Όμως, με ηγεσία που θεωρεί επιτυχία τα «ήρεμα νερά» και τον τουρκικό επεκτατισμό σε έξαρση, η ευνοϊκή συγκυρία μετατρέπεται σε νέες υποχωρήσεις…
Καταληκτικά, όσοι στην ΕΕ επιδιώκουν ρόλο για την Τουρκία στην Ευρωάμυνα, το πράττουν λόγω και της ανεχτικής μας στάσης. Χωρίς αλλαγή στάσης, είμαστε χαμένοι Μια ανυποχώρητη στάση της ηγεσίας μας στην ΕΕ, είναι ορθολογικό να προκαλέσει πίεση στον επεκτατιστή-Τουρκία. Το ζητούμενο είναι μια πανεθνική ορθολογική στρατηγική και όχι ευχολόγια ή πατριδοκάπηλη ρητορική.
*Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D



