Του Νίκου Κατσουρίδη

Ένα θέμα το οποίο εκτιμώ ότι θα προκύψει βαδίζοντας προς τις Προεδρικές του 2028 είναι η σχέση Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας.   Κυβέρνησης και Βουλής.  Το κύριο ερώτημα το οποίο προκύπτει κάθε φορά που η κυβέρνηση δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι το ακόλουθο:  Θα συμπεριφερθεί η πλειοψηφία της Βουλής με γνώμονα τις επερχόμενες Προεδρικές Εκλογές ή με γνώμονα τις πάγιες θέσεις ενός εκάστου Κόμματος επι των θεμάτων που θα προκύπτουν;

Ήδη τόσον από καθημερινές εφημερίδες αλλά και ξεχωριστούς αρθρογράφους και άλλα πρόσωπα έχουν αποσταλεί προειδοποιητικές βολές προς την κυβέρνηση.  Αν φυσικά θα γίνει ή όχι πράξη η απειλή ότι η Βουλή θα λειτουργήσει με γνώμονα τις επερχόμενες Προεδρικές θα φανεί πολύ σύντομα.  Τόσον από τα θέματα τα οποία θα εγγράφονται αυτεπάγγελτα στις Επιτροπές της Βουλής όσον και από το χειρισμό νομοσχεδίων κεφαλαιώδους σημασίας!  Μία πρώτη – πρώτη δοκιμή θα είναι η αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού.  Στη συζήτηση αυτού του νομοσχεδίου θα διαφανούν τα όρια που θέτουν στον εαυτό τους τα έξη εν τη Βουλή Κόμματα.  Θα λειτουργήσουν με βασικό κριτήριο τις θέσεις αρχής επι της ουσίας, τις οποίες πρεσβεύουν εδώ και χρόνια ή με βασικό γνώμονα τις ψήφους λόγω Προεδρικών.  Στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν θα δοκιμασθούν μόνο οι σχέσεις νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.  Θα τεθούν σε δοκιμασία και οι σχέσεις ενός εκάστου Κόμματος με τους Κοινωνικούς Εταίρους.  Τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις από τη μια και τις Εργοδοτικές Οργανώσεις από την άλλη.  Είναι ήδη καλά γνωστό ότι ορισμένα Κόμματα έχουν δώσει υποσχέσεις και αναλάβει δεσμεύσεις, έναντι συγκεκριμένων οργανώσεων.  Πέραν τούτων η προσπάθεια διαχείρισης τόσον ενός σοβαρότατου θέματος όπως είναι το συνταξιοδοτικό, όσον όμως και θεμάτων επικαιρότητας, θα περιπλεχθεί και για έναν άλλον λόγο.  Τις προσωπικές στοχεύσεις στελεχών εντός του ιδίου Κόμματος.  Ιδιαίτερα εκείνων των Κομμάτων που θα εισέλθουν σε εσσωκοματική διαδικασία επιλογής του υποψηφίου τους στις εκλογές του 2028.  Βέβαια ένα ανάλογο, αλλά όχι ταυτόσημο πρόβλημα θα έχουν και τα Κόμματα τα οποία δεν θα στηρίξουν Κομματικό υποψήφιο.  Πόσο εύκολο είναι να τοποθετηθούν με σκληρές θέσεις σε ένα σοβαρό θέμα, όπως το υπο αναφορά, οι οποίες ενδεχομένως να τα οδηγήσουν σε πολύ διαφορετική θέση από τη θέση του μη Κομματικού υποψηφίου, τον οποίο θα αποφασίσουν να στηρίξουν.  Θα αντιταχθεί η άποψη ότι δεν μπορεί να πολιτεύονται εικάζοντας τις θέσεις του πιθανού υποψηφίου.  Η αλήθεια είναι ότι μπορούν.  Μπορούν γιατί είναι αυταπάτη να νομίζει κανείς ότι τα Κόμματα δεν έχουν ήδη βασικό προσανατολισμό για τις Προεδρικές εκλογές.  Είμαι βέβαιος ότι ήδη έχουν βασικό προσανατολισμό τόσον αν θα επιλέξουν Κομματικό υποψήφιο, όσον και ένα μικρό κατάλογο  ατόμων εκτός Κόμματος, αν αποφασίσουν να επιλέξουν εξωκομματικό υποψήφιο.  Την ίδια ώρα η άλλη περιπλοκή που θα προκύψει θα είναι η τάση των Κομμάτων να υποκύψουν στον λαϊκισμό.  Να προτείνουν λύσεις, να υιοθετήσουν θέσεις οι οποίες θα επιβαρύνουν επικίνδυνα τα οικονομικά του Κράτους και κατ΄ επέκταση όλης της οικονομίας.

Μια άλλη πτυχή της προεκλογικής σχέσης εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας είναι ο αγώνας για την πατρότητα.  Αν δηλαδή ένα νομοσχέδιο το οποίο θα αφήσει καλές εντυπώσεις, θα αποδοθεί ως έργο της κυβέρνησης ή έργο της Βουλής.  Και φυσικά εντός Βουλής θα δοθεί και η μάχη ποιο Κόμμα είχε τη μεγαλύτερη συμβολή στη διαμόρφωση του νομοσχεδίου και τελικά τη ψήφιση του σε νόμο.

Αυτές οι αναμενόμενες διαδικασίες ανακαλούν στη μνήμη ανάλογες καταστάσεις από το παρελθόν.  Αρχής γενομένης από το 1985 όταν η σχέση Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας είχε φτάσει στο αρνητικό της ζενίθ, έως τις περιόδους της κυβερνώσας Βουλής και της συνειδητής ψήφισης αντισυνταγματικών νόμων.  Αποτέλεσμα να κυβερνά εμμέσως η τρίτη, η Δικαστική εξουσία.  ΄Ηδη διαφαίνονται όλες οι προαναφερθέντες τάσεις από τα θέματα τα οποία εγγράφονται ήδη από τώρα, ενώ η Βουλή είναι κλειστή.  Διαφαίνονται και από τις δηλώσεις ηγετών Κομμάτων, που προσπαθούν να οικειοποιηθούν (πατρότητα) θέματα που δεν είναι της αρμοδιότητας τους.  Διαφαίνονται και από τις πολλές υποσχέσεις που ήδη μοιράζονται προς διάφορους ενδιαφερόμενους, χωρίς στοιχειώδη μελέτη για το αν είναι όχι εφαρμόσιμες.

Ένα άλλο εξαιρετικής και ιδιάζουσας μορφής και σημασίας φαινόμενο το οποίο μένει να δούμε πως θα εξελιχθεί είναι το εξής:  Εδώ και αρκετά χρόνια η σύγκληση ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ στα θέματα εξωτερικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είναι αξιοσημείωτα μεγάλη.  Το ΔΗ.ΚΟ είναι συμπολίτευση και ο ΔΗ.ΣΥ αντιπολίτευση.  Την ίδια ώρα ο ΔΗ.ΣΥ στα θέματα εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής δεν είναι καθόλου εύκολο να διαφοροποιηθεί από τη φιλοσοφία των κυβερνητικών προτάσεων.  Το ίδιο ισχύει και στα θέματα άμυνας.  Οι τοποθετήσεις εντός Βουλής θα είναι άκρως ενδιαφέρουσες.

Όλα τα πιο πάνω και άλλα, που ο χώρος δεν επιτρέπει να παρατεθούν, καθιστούν το ρόλο της Βουλής εν όψει εκλογών σημαντικότατο, αλλά και ενδιαφέρον, τόσον από άποψη αρχής όσον και πρακτικής συμπεριφοράς.  Η Βουλή από πολλά χρόνια τώρα προσπαθεί  ενίοτε να διαδραματίσει ρόλο Κοινοβουλίου εντός Κοινοβουλευτικού Συστήματος.  Στην Κύπρο όμως το σύστημα είναι Προεδρική Δημοκρατία χωρίς Πρωθυπουργό.  Του Υπουργικού Συμβουλίου Προεδρεύει και προΐσταται ο εκάστοτε Πρόεδρος.  Η Βουλή στις πλείστες και βάλε περιπτώσεις που αποπειράθηκε να διαδραματίσει ρόλο κυβερνώσας Βουλής δεν αποκόμισε όφελος.  Ούτε ως Σώμα, ούτε ως Κοινοβουλευτικά Κόμματα.  Υπήρξαν περιπτώσεις και θα υπάρξουν και άλλες, που πιθανόν να είχε και να έχει και στο μέλλον δίκαιο η Βουλή, κρίνοντας με πολιτική λογική.  Το Σύνταγμα όμως είναι καθαρό!