Ραγδαίες εξελίξεις στην υπόθεση του Qatargate, καθώς στην Ελληνική Βουλή διαβιβάστηκε το αίτημα της βελγικής Δικαιοσύνης για την άρση της ασυλίας του πρώην Επιτρόπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δημήτρη Αβραμόπουλου.
Το αίτημα διαβιβάστηκε άμεσα από τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο πολιτικών και δικαστικών εξελίξεων γύρω από το πολύκροτο σκάνδαλο που συγκλόνισε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνοδεύουν τη δικογραφία, οι βελγικές αρχές επιδιώκουν την ενεργοποίηση διαδικασιών που σχετίζονται με τη συμμετοχή του πρώην Ευρωπαίου Επιτρόπου σε μη κυβερνητική οργάνωση που συνδέεται με τον Antonio Panzeri, κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης Qatargate.
Η διαβίβαση του αιτήματος στη Βουλή αποτελεί το πρώτο θεσμικό βήμα για την εξέταση της υπόθεσης από τις ελληνικές αρχές, καθώς η άρση της ασυλίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω δικαστική διαδικασία.
Οι κατηγορίες που αποδίδουν οι βελγικές αρχές
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η βελγική Δικαιοσύνη αποδίδει στον Δημήτρη Αβραμόπουλο τρία σοβαρά αδικήματα.
Σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, η δικογραφία περιλαμβάνει:
Ένταξη σε εγκληματική οργάνωση,
Δημόσια διαφθορά,
Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Αντίστοιχα, σύμφωνα με την αντιστοίχιση στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, τα αδικήματα αφορούν:
Ένταξη σε εγκληματική οργάνωση,
Δωροληψία υπαλλήλου κατ’ εξακολούθηση,
Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση.
Η απάντηση του Δ. Αβραμόπουλου: Η υπόθεση αυτή δεν με αφορούσε ποτέ
Ο πρώην επίτροπος δεν έχει τοποθετηθεί μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ωστόσο, στις 22 Ιουνίου 2026, όταν και έγινε γνωστό ότι ερευνάται για την υπόθεση είχε εκδώσει ανακοίνωση που ανέφερε:
«Μου περιήλθε η πληροφορία από δημοσιογράφους ότι φέρεται να έχει σταλεί έγγραφο από τις βελγικές αρχές προς τις ελληνικές, στο οποίο επιχειρείται, χωρίς καμία βάση, η σύνδεση του ονόματός μου με την υπόθεση Fight Impunity.
Η υπόθεση αυτή δεν με αφορούσε ποτέ.
Το ζήτημα που επιχειρήθηκε να συνδεθεί με το όνομά μου έχει κλείσει εδώ και τρία χρόνια, με πλήρη θεσμική διαφάνεια και με τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν απόφασης υπογεγραμμένης από την Πρόεδρό της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Η συμμετοχή μου στον οργανισμό Fight Impunity, μαζί με σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες, ήταν απολύτως νόμιμη, ελεγμένη, εγκεκριμένη, δηλωμένη και φορολογημένη.
Δεν υπήρξε καμία εμπλοκή μου, άμεση ή έμμεση, σε οτιδήποτε επιλήψιμο.
Κάθε προσπάθεια επαναφοράς του θέματος από τις βελγικές αρχές και εμπλοκής του ονόματός μου σε οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το Fight Impunity, είτε μέσω αβάσιμων αναφορών είτε μέσω διαστρέβλωσης πραγματικών περιστατικών, είναι αυθαίρετη, απαράδεκτη, ύποπτη και θα αντιμετωπισθεί με κάθε νόμιμο μέσο.
Παρότι πρόκειται για ένα απολύτως αβάσιμο ζήτημα, δηλώνω ευθέως ότι δεν πρόκειται να κάνω χρήση οποιασδήποτε βουλευτικής ασυλίας. Αντιθέτως, θα αποταθώ ο ίδιος στην ελληνική Δικαιοσύνη, ζητώντας να ερευνηθεί πλήρως το θέμα και να αποφανθεί».
Τα έγγραφα που επικαλείται ο κ. Αβραμόπουλος: 1.pdf 2.pdf 3.doc
Υπενθυμίζεται πως, τον Δεκέμβριο του 2022, ανέφερε:
«Η συμμετοχή μου στον οργανισμό Fight Impunity ήταν εξ αρχής απολύτως χωρίς εκτελεστικές ή διαχειριστικές αρμοδιότητες.
Η επιτροπή που συμμετείχα, μεταξύ των άλλων μαζί με προσωπικότητες όπως η Φ. Μογκερίνι, ο Γάλλος πρώην ΠΘ Bernard Cazeneuve και η Γερουσιαστής Emma Bonino, ήταν τιμητική.
Για τη συμμετοχή μου και την αποζημίωση που θα την συνόδευε ζήτησα την έγκρισή της ευρωπαϊκής επιτροπής η οποία και μου δόθηκε γραπτώς, από την Πρόεδρο Φον ντερ Λάιεν.
Αντίστοιχη θετική γνωμοδότηση για τη συμμετοχή μου στην τιμητική επιτροπή της Οργάνωσης, δόθηκε από την ανεξάρτητη επιτροπή ηθικής (Independent Ethical Committee) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 10 Δεκεμβρίου 2020.
Η αποζημίωση ήταν για ένα χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022, με το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο δηλώθηκε και φορολογήθηκε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο. (τελικό ποσό: 3.750€)
Μετά από ένα χρόνο, τον Φεβρουάριο του 2022, επειδή η δραστηριότητα του Οργανισμού είχε ατονήσει, ζήτησα και σταμάτησε η αποζημίωση.
Από τον Μάρτιο και μετά, η συμμετοχή μου είχε ουσιαστικά τελειώσει.
Μόλις δε πληροφορήθηκα τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στις Βρυξέλλες, υπέβαλα αμέσως και αμετάκλητα την παραίτησή μου και ζήτησα να αφαιρεθεί το όνομα μου από το website, από κοινού με τις άλλες προσωπικότητες που μετείχαν στην επιτροπή».
Το σκάνδαλο
Το Qatargate είναι ξέσπασε στα τέλη του 2022 και συνδέεται με το Ευρωκοινοβούλιο. Η υπόθεση αφορά κατηγορίες ότι το Κατάρ, καθώς και άλλες χώρες, επιχείρησαν να επηρεάσουν αποφάσεις και θέσεις ευρωπαϊκών θεσμών μέσω χρηματισμού και παροχής παράνομων ωφελημάτων σε ευρωβουλευτές και συνεργάτες τους.
Η έρευνα ξεκίνησε από τις βελγικές αρχές, οι οποίες πραγματοποίησαν εφόδους σε κατοικίες και γραφεία προσώπων που συνδέονταν με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κατά τις έρευνες βρέθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες για δωροδοκία, ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Ανάμεσα στα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης ήταν η Εύα Καϊλή, τότε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία συνελήφθη και απομακρύνθηκε από τη θέση της. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν επίσης ο Pier Antonio Panzeri, πρώην ευρωβουλευτής από την Ιταλία, καθώς και άλλα πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν σε μη κυβερνητικές οργανώσεις ή ως κοινοβουλευτικοί συνεργάτες.
Σύμφωνα με τις κατηγορίες των εισαγγελικών αρχών, το Κατάρ φέρεται να επιδίωξε να βελτιώσει την εικόνα του στην Ευρώπη, ιδιαίτερα ενόψει του 2022 FIFA World Cup, επηρεάζοντας πολιτικές συζητήσεις γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας στη χώρα. Το Κατάρ έχει αρνηθεί ότι συμμετείχε σε παράνομες ενέργειες, ενώ αρκετοί από τους κατηγορούμενους έχουν επίσης απορρίψει τις κατηγορίες ή έχουν υποστηρίξει την αθωότητά τους.
Το σκάνδαλο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς έθεσε υπό αμφισβήτηση τη διαφάνεια και την ακεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών. Ως αποτέλεσμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προχώρησε σε συζητήσεις και μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση των κανόνων δεοντολογίας, του ελέγχου των λόμπι και της διαφάνειας στις επαφές των ευρωβουλευτών με ξένες κυβερνήσεις και οργανώσεις.




