Του Κώστα Μαυρίδη*

Ο Θουκυδίδης απέδωσε τόσο αριστοτεχνικά τον διάλογο της σύγκρουσης μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων στην αρχαιότητα, καθιστώντας τον εσαεί κτήμα της ανθρώπινης νόησης και αιώνιο δίδαγμα γεωπολιτικής σκέψης: «Ο δυνατός προχωρεί μέχρι εκεί που του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί μέχρι εκεί που του επιβάλλει η αδυναμία του». Ένα ιστορικό γεγονός μετατρέπεται σε διαχρονική σχέση ισχύος και δικαίου που θα μπορούσε να γραφτεί για την εποχή μας, με πρώτο δίδαγμα ότι το δίκαιο χωρίς ισχύ δεν αρκεί στις διεθνείς σχέσεις. Άλλο τόσο σημαντικό μάθημα αφήνει ο Θουκυδίδης ως προειδοποίηση:  Η ισχύς χωρίς ηθικό μέτρο οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Η ύβρις της Αθήνας, χρησιμοποιώντας την ισχύ της αποστασιοποιημένη από το δίκαιο, μετατρέπεται σε αλαζονεία που οδηγεί στην πτώση. Στον διαχρονικό κόσμο του ορθολογισμού, το δίκαιο δεν σώζει τους αδύναμους αλλά διδάσκει: ο αδύναμος δεν οφείλει να υποταγεί αλλά να δράσει για αύξηση ισχύος εσωτερικά και συλλογικά μέσω συμμαχιών.  Στις διεθνείς σχέσεις, η προσδοκία δεν στηρίζεται στην ευχή, ούτε στην πατριδοκάπηλη ρητορική αλλά στην ορθολογική στρατηγική.

Είναι τόσα πολλά που τεκμηριώνουν τον σύγχρονο τουρκικό επεκτατισμό με κλιμακούμενες διεκδικήσεις με πλέον πρόσφατη την νεο-οθωμανική θεσμική εισβολή στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο μέσω της «Γαλάζιας Φαντασίωσης», η οποία διδάσκεται ήδη στα σχολεία εντός Τουρκίας, διαμορφώνοντας γενιές που θεωρούν ότι ως Ελληνισμός είμαστε παρείσακτοι στην περιοχή μας. Εκείνο που ορθολογικά  απέτρεψε ως σήμερα την τουρκική επέλαση είναι η ετοιμότητα κι αποφασιστικότητα των εθνικών ενόπλων δυνάμεων. Η Τουρκία είχε αφορμές και θα έφτιαχνε άλλες τόσες αν εξασφάλιζε την βεβαιότητα μιας στρατιωτικής επικράτησης. Την αποτρέπουν οι απροσδιόριστες συνέπειες που θα ακολουθήσουν εντός Τουρκίας από μια στρατιωτική αποτυχία, αλλά καραδοκεί να προχωρήσει όταν θα είμαστε ανίσχυροι.

Απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, διαδοχικές Κυβερνήσεις στην Αθήνα ακολούθησαν την πολιτική του κατευνασμού κι ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια με καθομολογούμενη  Κυβερνητική πολιτική «για επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με την Τουρκία». Έτσι είχαμε:

α) Διακήρυξη Φιλίας Ελλάδας-Τουρκίας

β) Μετάθεση των τουρκικών παρανομιών από το πλαίσιο ΕΕ-Τουρκία στο  πλαίσιο Ελλάδας-Τουρκίας και

γ) η Αθήνα έγινε προωθητής της Τουρκίας στον ΟΗΕ.

Δεν θα ασχοληθούμε με το παρελθόν και τι έπρεπε να γίνει αλλά μένουμε στο παρόν. Η υφιστάμενη στάση δεν αντιμετωπίζει τον τουρκικό επεκτατισμό, αλλά τον τροφοδοτεί. Εγκαταλείποντας την Κύπρο μετά το 1974 και υποχωρώντας έκτοτε σε καθοριστικές φάσεις, έχουμε σήμερα την Τουρκία να μας θεωρεί παρείσακτους και δεδομένη την επόμενη υποχώρησή μας.

 

Ο ορθολογισμός είναι ο μεγάλος ηττημένος από την στάση κατευνασμού κι  ειδικά τα τελευταία χρόνια με ευνοϊκές συνθήκες για τα εθνικά δίκαια. Η φράση «πάταξον μέν, ἄκουσον δέ» (χτύπα με, αλλά άκουσέ με) ειπώθηκε από τον ιστορικά δικαιωμένο Θεμιστοκλή προ της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα (480 π.Χ.) με τον περσικό στόλο. Έκτοτε, δηλώνει τη σημασία της υπομονής να ακούσεις κάποιον πριν αντιδράσεις δεδομένου ότι οι στιγμές αφορούν ένα καθοριστικό διακύβευμα: την μοίρα του Ελληνισμού.

Καταληκτικά, επιμένουμε σθεναρά και νηφάλια ότι η στάση της Αθήνας δεν διασφαλίζει την ειρήνη αλλά οδηγεί τον Ελληνισμό σε συρρίκνωση εν μέσω πρωτόγνωρα ευνοϊκών συνθηκών.

 

*Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ-S&D