Η Ρωσική πρεσβεία με ανακοίνωση της απαντά σε άρθρο του Διονύση Διονύση το οποίο δημοσιεύθηκε στις 14 Αυγούστου 2022 στην εφ.”Πολιτης”

Ως ανυπόστατους ισχυρισμούς χαρακτηρίζει η ρωσική πρεσβεία στην Κύπρο τα όσα υποστήριξε σε άρθρο του ο διευθυντής της εφημερίδας «Πολίτης» Διονύσης Διονυσίου, με τίτλο «Πώς διαχρονικά πατούμε σε δύο βάρκες;», όπου αναφέρεται στον ιστορικό ρόλο της Δύσης και της Ρωσίας στο Κυπριακό πρόβλημα.

«Εχουμε προσέξει, αναφέρει η ρωσική πρεσβεία, «ότι στη δίνη της δυτικής αντιρωσικής υστερίας και όσο πιο κοντά πλησιάζει η ενεργός φάση της προεκλογικής κούρσας στην Κυπριακή Δημοκρατία, κάποιοι από τους γράφοντες στα βασικά ελληνοκυπριακά ΜΜΕ άρχισαν να ασχολούνται με τον τρόπο τους με το θέμα του ρόλου που διαδραματίζει η χώρα μας στο ζήτημα της διευθέτησης του Κυπριακού. Προβάλλονται εντελώς ανυπόστατοι ισχυρισμοί ότι δήθεν η Ρωσία είναι κατά της επίλυσης του Κυπριακού Προβλήματος, ότι προσπαθεί να σταματήσει αυτή τη διαδικασία και ότι δήθεν η Μόσχα πάντοτε όριζε και συνεχίζει και τώρα να καθορίζει τη στάση της λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά και μόνο τους δικούς της στενούς στόχους και συμφέροντα γύρω από αυτό το πρόβλημα».

«Παρόμοιες θέσεις», υποστηρίζει, «προκαλούν απορίες, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα μας διαχρονικά υποστήριζε τις πρωτοβουλίες των ιδίων των Κυπρίων και ενεργώντας με αυτό τον τρόπο ουδέποτε η χώρα μας έθεσε υπό αμφισβήτηση την αναγκαιότητα διευθέτησης του Κυπριακού Προβλήματος. Πάντοτε με συνέπεια η Ρωσική Ομοσπονδία εκδηλώνεται υπέρ μιας διευθέτησης, εντός των διεθνών νομικών πλαισίων και στη βάση των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι οποίες προνοούν την ίδρυση στην Κύπρο Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με μια διεθνή προσωπικότητα, μια κυριαρχία και μια ιθαγένεια και οι οποίες επίσης προβλέπουν ως βασική πτυχή της διευθέτησης την όσο το δυνατόν σύντομης αποστρατικοποίησης της νήσου και την αντικατάσταση του από καιρό ξεπερασμένου συστήματος των έξωθεν εγγυήσεων».

«Σε δύσκολους για την Κύπρο καιρούς», συνεχίζει, «η Σοβιετική Ένωση δεν περιοριζόταν μόνο σε λόγια, αλλά στην πράξη έτεινε χείρα βοήθειας προς τον φίλο Κυπριακό Λαό. Τον Οκτώβριο του 1964 υπογράφηκε συμβόλαιο παράδοσης στην Κύπρο των πιο σύγχρονων για εκείνη της εποχή οπλικών συστημάτων, επίσης, φαρμάκων και πετρελαιοειδών. Και πέραν αυτού, το μισό του προβλεπόμενου ποσού από το συμβόλαιο αποτέλεσε δώρο της Σοβιετικής Κυβέρνησης, το δε υπόλοιπο παραχωρήθηκε υπό τη μορφή δανείου με ένα πολύ χαμηλό επιτόκιο.

«Επιστρέφοντας στα γεγονότα του 1974», αναφέρει, «πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕΣΣΔ, χωρίς ταλαντεύσεις καταδίκασε από την αρχή τους πραξικοπηματίες και στη συνέχεια και την τουρκική κατοχή στο νησί, κάτι που έγινε αποκλειστικά υπέρ των συμφερόντων του Κυπριακού Λαού. Δύο μόλις μέρες μετά το αντισυνταγματικό πραξικόπημα και συγκεκριμένα στις 17 Ιουλίου 1974, κατά την έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Μόσχα εκδηλώθηκε κατηγορηματικά κατά της ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου. Στην επίσημη Δήλωση της Σοβιετικής Κυβέρνησης αναφερόταν ότι «η ανεξάρτητη κρατική οντότητα και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου έχει μετατραπεί σε αντικείμενο κυνικού παζαρέματος πίσω από τις πλάτες του Κυπριακού Λαού και κατά των ζωτικών του συμφερόντων». Στις 23 Αυγούστου 1974 η ΕΣΣΔ εκδήλωσε την πρωτοβουλία της για την πραγματοποίηση μέσα στα πλαίσια του ΟΗΕ μιας Διεθνούς Διάσκεψης για τη διευθέτηση του προβλήματος με στόχο τη διασφάλιση αποτελεσματικών διεθνών εγγυήσεων της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ιδέα αυτή εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρη ακόμη και σήμερα».

«Θα ηθέλαμε να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα», λέει, «ότι κατά τη διαδικασία διευθέτησης του Κυπριακού, η Ρωσική Ομοσπονδία συντονίζει όλα τα βήματα και ενέργειες της μαζί με την Κυπριακή Κυβέρνηση, προωθώντας κατά πρώτο λόγο τα συμφέροντα της Λευκωσίας».

«Δεν θα μπορούσαμε», προσθέτει, «να μην αναφερθούμε στο έντονα προωθούμενο στη συνείδηση των Κυπρίων «fake» (ψέμα) για την δήθεν ομοιότητα της ρωσικής ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Για πολλοστή φορά υποβάλλουμε την ίδια βασική ερώτηση: μήπως η Κύπρος αποτελούσε έστω και με τον ελάχιστο τρόπο, απειλή για την ηπειρωτική Τουρκία, στρατιωτικά ή γεωπολιτικά ; Είχε μήπως η Κύπρος κατά τη δεκαετία του 1970 – 1980 μετατραπεί από τρίτες χώρες σε πολεμική βάση και πλατφόρμα με το σύνθημα «Αντι-Τουρκία», με τον τρόπο που οδήγησαν την Ουκρανία υπό τη μορφή της «Αντι-Ρωσίας» ; Είναι ολοφάνερο ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί».

«Η Ουκρανία όμως», υποστηρίζει, «κατά τη διάρκεια αρκετών χρόνων στοχευμένα μετατράπηκε από τις δυτικές χώρες σε μια εχθρική και επιθετική βάση απευθείας στη γραμμή των συνόρων μας. Αρχίζοντας από το 2014 το καθεστώς του Κιέβου εφοδιαζόταν ενεργά με χρήματα και με όπλα. Στο έδαφος της Ουκρανίας εντελώς φανερά εργάζονταν εκατοντάδες δυτικοί στρατιωτικοί εκπαιδευτές, που προετοίμαζαν και εκπαίδευαν τον στρατό για ένα πόλεμο με τη Ρωσία. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και το δίκτυο των στρατιωτικών βιολογικών εργαστηρίων των ΗΠΑ στο έδαφος αυτής της χώρας, καθώς και την επιδίωξη του Προέδρου Ζελένσκι για απόκτηση καθεστώτος πυρηνικής δύναμης».

«Παρόμοιες αναλογίες», αναφέρει, «που προφέρονται από χείλη πολιτικών, δημοσιογράφων και ακόμη περισσότερο, επισήμων προσώπων, τις θεωρούμε εκτός πραγματικότητας, πολιτικά αβάσιμες και αστήρικτες, χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο».

«Όσον αφορά δε τον ‘μέσο κύπριο’», καταλήγει, «στην πραγματικότητα θυμάται πολύ καλά ‘από την πρώτη τάξη του γυμνασίου στο μάθημα της Ιστορίας’ και επιλέγει τη δοκιμασμένη ‘βάρκα’, την οποία γνωρίζει και εμπιστεύεται, και όχι εκείνη η οποία υφίσταται μονάχα στα λόγια και η οποία δείχνει με την πλώρη της τη Δύση και η οποία μάλλον θα τον εγκαταλείψει μόλις χάσει το ενδιαφέρον της προς το νησί. Αυτό το έχουμε ήδη δει στις περιπτώσεις του Αφγανιστάν, του Ιράκ, όπως και σε χώρες του ευρύτερου χώρου της Μέσης Ανατολής».