Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εισηγητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Λένα Ντίποντ (ΕΛΚ, Γερμανία),  Χουάν Φερνάντο Λόπεθ Αγκιλάρ (Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, Ισπανία), Αλεσάντρο Τσιριάνι (Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές, Ιταλία), και Μάτιαζ Νέμετς (Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, Σλοβενία), παρουσίασαν τις θέσεις τους σε συνέντευξη Τύπου, λέγοντας ότι η πραγματική πρόκληση αρχίζει τώρα και αφορά την εφαρμογή των νέων κανόνων από τα κράτη μέλη, τονίζοντας τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν για να διασφαλιστεί η εφαρμογή του.

Η Λένα Ντίποντ ανέφερε ότι η έναρξη ισχύος του Συμφώνου αποτελεί «μια πολύ σημαντική ημερομηνία» στην ιστορία της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, υπενθυμίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια κατέστη σαφές πως απαιτείται περισσότερο συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης. Όπως ανέφερε, το Σύμφωνο επικεντρώθηκε κυρίως στην εσωτερική διάσταση της διαχείρισης του μεταναστευτικού, δηλαδή στη δίκαιη κατανομή ευθυνών και αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών, με στόχο την προστασία των πολιτών, τη διαφύλαξη των ευρωπαϊκών αξιών και τη δημιουργία ενός πιο οργανωμένου και αποτελεσματικού συστήματος.

Η Γερμανίδα ευρωβουλευτής είπε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου δεν σηματοδοτεί το τέλος των μεταρρυθμίσεων, αλλά την αρχή μιας νέας φάσης. Αναφέρθηκε επίσης στη νέα νομοθεσία για τις επιστροφές, η οποία, όπως είπε, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ. Απαντώντας σε ερώτηση για τον μηχανισμό αλληλεγγύης, επισήμανε ότι η πρώτη άσκηση κατανομής υποχρεώσεων μεταξύ των κρατών-μελών ήταν απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται υπόψη τόσο οι ανάγκες των χωρών πρώτης γραμμής όσο και εκείνες των χωρών που δέχονται δευτερογενείς μετακινήσεις μεταναστών.

Από την πλευρά του, ο  Χουάν Φερνάντο Λόπεθ Αγκιλάρ χαρακτήρισε το Σύμφωνο αποτέλεσμα μιας μακράς και δύσκολης διαπραγμάτευσης που διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια, ενώ σημείωσε ότι είναι γεγονός πως το  μεταναστευτικό αποτελεί ένα βαθιά διχαστικό ζήτημα σε γεωγραφικό, ιδεολογικό, πολιτικό και εκλογικό επίπεδο, ωστόσο η ΕΕ κατάφερε τελικά να διαμορφώσει μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση σε ένα πρόβλημα που κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνο του.

Ο Ισπανός ευρωβουλευτής επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στον κανονισμό για τις καταστάσεις κρίσης, ζητώντας από τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν επαρκείς δομές υποδοχής, να διασφαλίσουν ειδική προστασία για ευάλωτες ομάδες, όπως ασυνόδευτοι ανήλικοι και θύματα εμπορίας ανθρώπων, να εφαρμόσουν πλήρως τις διαδικαστικές εγγυήσεις και τους μηχανισμούς προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και να καταρτίσουν εθνικά σχέδια έκτακτης ανάγκης. Επιπλέον εξέφρασε την ανησυχία του για τον μηχανισμό αλληλεγγύης, καθώς ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη αναλάβει τις προβλεπόμενες δεσμεύσεις, ενώ κάλεσε την Κομισιόν να διασφαλίσει μέσα από το ρόλο της ότι όλοι οι κανόνες θα εφαρμόζονται ομοιόμορφα, χωρίς εξαιρέσεις. Όπως τόνισε, εφόσον τα κράτη-μέλη δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους, η Επιτροπή θα πρέπει να κινεί διαδικασίες παράβασης και, εφόσον απαιτείται, να παραπέμπει τις υποθέσεις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παράλληλα άσκησε κριτική στη νέα πρόταση για τον κανονισμό επιστροφών, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες διατάξεις της δεν συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ στον αντίποδα υπερασπίστηκε τις πολιτικές νομιμοποίησης μεταναστών που ήδη εργάζονται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, τονίζοντας ότι μπορούν να συμβάλουν οικονομικά και κοινωνικά στις χώρες υποδοχής.

Ο Αλεσάντρο Τσιριάνι, εισηγητής του φακέλου για τις ασφαλείς τρίτες χώρες, υποστήριξε ότι η ΕΕ χρειαζόταν ένα συνεκτικό πλαίσιο διαχείρισης της μετανάστευσης, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των πολιτικών ομάδων. Σύμφωνα με τον Ιταλό ευρωβουλευτή, βασικός στόχος του Συμφώνου είναι να διαχωρίζει αποτελεσματικά όσους δικαιούνται διεθνή προστασία από όσους δεν πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις. Όπως είπε, η κατάχρηση του συστήματος ασκεί υπερβολικές πιέσεις στις δομές ασύλου.

Ο Τσιριάνι υποστήριξε την ανάγκη διάκρισης μεταξύ νόμιμης και παράτυπης μετανάστευσης, ενώ δήλωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια «ποιοτική μετανάστευση», με ανθρώπους που μπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, ενώ έδωσε έμφαση στη συνεργασία με τις χώρες προέλευσης και στις πολιτικές επιστροφών, καθώς και στην αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών αιτιών που οδηγούν στη μετανάστευση.

Ο  ευρωβουλευτής αντέδρασε στις αναφορές περί «ακροδεξιάς ρητορικής», υποστηρίζοντας ότι το μεταναστευτικό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ιδεολογικούς όρους, περιγράφοντας τη μετανάστευση ως ανθρώπινη τραγωδία τόσο για όσους εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους όσο και για τις κοινωνίες υποδοχής που βιώνουν σημαντικές αλλαγές. Παράλληλα επισήμανε ότι η Ευρώπη πρέπει να συνδυάζει την αλληλεγγύη με την αυστηρή διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, ενώ προειδοποίησε για τον κίνδυνο εισαγωγής φτώχειας χωρίς επαρκείς πολιτικές ένταξης.

Ο Μάτιαζ Νέμετς από πλευράς του χαρακτήρισε την έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου ως ιστορική στιγμή για την Ευρώπη, υπενθυμίζοντας ότι η μεταναστευτική κρίση του 2015-2016 αποκάλυψε τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και οδήγησε στην επαναφορά εσωτερικών συνοριακών ελέγχων. Ο Σλοβένος ευρωβουλευτής παραδέχθηκε ότι το Σύμφωνο δεν είναι τέλειο και ότι ορισμένα στοιχεία του ίσως χρειαστούν βελτιώσεις στο μέλλον, υπογραμμίζοντας την ανάγκη οι αλλαγές πρέπει να παραμένουν αναλογικές και να προστατεύουν τις ευρωπαϊκές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τόνισε επίσης ότι οι νέοι κανόνες θα πρέπει να οδηγούν σε ενιαίες αποφάσεις ασύλου σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να μην υπάρχουν διαφορετικά αποτελέσματα για παρόμοιες υποθέσεις ανά χώρα. Ο Νέμετς απέρριψε τις εκκλήσεις ακροδεξιών δυνάμεων για εγκατάλειψη ή αναστολή του Συμφώνου, χαρακτηρίζοντάς τες επικίνδυνες και μη ρεαλιστικές. Παράλληλα συνέδεσε την εφαρμογή του Συμφώνου με την πλήρη αποκατάσταση του χώρου Σένγκεν χωρίς εσωτερικούς συνοριακούς ελέγχους, επικαλούμενος πρόσφατη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ζητεί την άρση τους.