Αρχαιότητες με αναφορά στον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας εντοπίστηκαν στην Παναγία Παναγιώτισσα

 

Αρχαιότητες που αναφέρονται στον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας Νικοκρέωντα και στην βασιλεία του αυτοκράτορα Ηράκλειτου, καθώς κι ο εντοπισμός των οστών του Πατήρ Ζαχαρία που αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους τον 17ο αιώνα, ανευρέθηκαν κατά τη διάρκεια ανακαίνισης της εκκλησίας Παναγίας Παναγιώτισσας στον Πρωταρά.

Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας- Αμμοχώστου Βασίλειος ανέφερε στο ΚΥΠΕ ότι «η απόφαση που λήφθηκε για το ναό της Παναγίας Παναγιώτισσας ήταν να γίνει ανακαίνιση του ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν ανανέωση και θεμελίωση του ναού αφού ήταν κτισμένος στα θεμέλια παλιάς εκκλησίας. Σκάβοντας για τα έργα ανακαίνισης, ανευρέθηκαν λείψανα ατόμου για τον οποίο η παράδοση αναφέρει πως ανήκαν στον πατήρ Ζαχαρία που είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους προς το τέλος του 17ου αιώνα».

Πρόσθεσε ότι «ένας από τους Γέροντες του Αποστόλου Βαρνάβα που ήρθε να ζωγραφίσει στην αψίδα της εκκλησίας την εικόνα της Παναγίας Παναγιώτισσας, ανέφερε πως πίσω από το παράθυρο του ιερού είναι θαμμένος ο πατήρ Ζαχαρίας. Επίσης ο εργολάβος του έργου Ομηρος Νικολή, κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης της εκκλησίας, οραματίστηκε την ακριβή τοποθεσία που βρισκόταν το λείψανο του πατήρ Ζαχαρία, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τις ανασκαφές».

Εξήγησε πως «το λείψανο εντοπίστηκε πράγματι στον εξωτερικό χώρο κάτω από το παράθυρο του ιερού, όμως έλειπε το κεφάλι το οποίο τελικά βρέθηκε τοποθετημένο στα γόνατα» είπε και σημείωσε πως «αυτό αποτελούσε την επιβεβαίωση πως επρόκειτο για τα οστά του πατήρ Ζαχαρία».

Σε σχετική ερώτηση ο Μητροπολίτης ανέφερε ότι «προς επιβεβαίωση της ταυτότητας του νεκρού, δόθηκαν τα λείψανα στον Φώτη Φωτίου, Επίτροπο Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα και Θέματα Αποδήμων και στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για να γίνουν εξετάσεις DNA. Από τις αναλύσεις που έγιναν τα λείψανα τοποθετήθηκαν χρονολογικά στις αρχές του 17ου αιώνα».

Σημείωσε ακόμα ότι κατά τη διάρκεια συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου αναφέρθηκε «στην ιστορία του πατήρ Ζαχαρία, ενώ μου ανατέθηκε η συγκρότηση Συνοδικής Επιτροπής για να εξετάσουμε την συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και των εθνομαρτύρων του 1821, κατά πόσον δηλαδή θα μπορούσαν να ενταχθούν στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας της Κύπρου. Ωστόσο είναι μεγάλος ο αριθμός των ατόμων που θανατώθηκαν από την 9η Ιουλίου 1821, αφού το διάταγμα από την Υψηλή Πύλη, έκανε λόγο για θανάτωση 500 ατόμων στην Κύπρο».

Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη «για να ενταχθεί κάποιος στο Αγιολόγιο πρέπει να εξεταστεί το ποιόν του, εάν απλώς σκοτώθηκε από τους Τούρκους ή εάν του ζητήθηκε να αλλαξοπιστήσει και αρνήθηκε, οπότε ο θάνατος του γίνεται μαρτύριο».

Ερωτηθείς ποια είναι η σημασία της ανεύρεσης των οστών του πατήρ Ζαχαρία, ο Μητροπολίτης Βασίλειος απάντησε πως «είναι πολύ σημαντική τόσο για την Εκκλησία της Κύπρου όσο και για τον κυπριακό λαό. Στην Ιστορία των Χριστιανών της περιόδου της Τουρκοκρατίας, δημιουργήθηκε μία ομάδα Αγίων των λεγόμενων Νεομαρτύρων, οι οποίοι μαρτύρησαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας».

Όπως εξήγησε «στην περίπτωση της Εκκλησίας της Κύπρου υπάρχουν και άτομα, με καταγωγή από την Κύπρο, που μαρτύρησαν εκτός νησιού, οι οποίοι έχουν ενταχθεί στο Αγιολόγιο άλλων Εκκλησιών κυρίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η απόφαση της Συνοδικής Επιτροπής είναι να παρουσιαστούν όλα τα κυπριακής καταγωγής άτομα, από τον 12ο αιώνα και μετά, που είτε μαρτύρησαν εκτός, είτε εντός της Κύπρου ώστε να ενταχθούν στο κυπριακό Αγιολόγιο και να γίνουν γνωστοί στο κυπριακό λαό».

Από την πλευρά του ο Δήμαρχος Παραλιμνίου Θεόδωρος Πυρίλλης ανέφερε ότι «υπήρχε η παράδοση μέσα από την οποία διαφυλάσσονταν κάποιες αναφορές από τα αρχαία χρόνια, στην εποχή της προχριστιανικής περιόδου και του Μεσαίωνα. Τα ευρήματα που εντοπίστηκαν, επιβεβαιώνουν όλες αυτές τις παραδόσεις, μεταξύ των οποίων τον πατήρ Ζαχαρία και την παλαιοχριστιανική  εκκλησία στο χώρο της Παναγιώτισσας».

Πρόσθεσε ότι «εντοπίστηκε στην περιοχή των Νησσιών νεολιθικός οικισμός που κατοικείτο από τον καιρό της λίθινης εποχής από ντόπιο  πληθυσμό και όλα αυτά συνιστούν ότι υπάρχει ιστορία και πρέπει να ψάξουμε για εντοπισμό ευρημάτων που να συνδέουν τις διάφορες εποχές της περιοχής μας».

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο κ. Πυρίλλης είπε πως «προγραμματίζεται η δημιουργία Μουσείου και  Πινακοθήκης που θα ανεγερθεί στο χώρο όπου βρίσκεται το Δημοτικό Μέγαρο και οι εργασίες αναβάθμισης του τοποθετούνται εντός του 2021. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι το Παραλίμνι έχει ρίζες, αφού μέχρι σήμερα θεωρείται ότι ήμασταν και είμαστε προέκταση της Σαλαμίνας».

Ωστόσο, σημείωσε «φαίνεται πως όλο το ανατολικό μέτωπο της Κύπρου, δηλαδή από το Πογάζι μέχρι το Κάβο Γκρέκο έσφυζε από ζωή και δραστηριότητα, αφού ήταν ο χώρος όπου περνούσαν τα καράβια που πραγματοποιούσαν το εμπόριο της τότε εποχής. Στην ακτογραμμή του Πρωταρά έχουν ανευρεθεί τρία ναυάγια και έχουν ξεκινήσει ανασκαφές» είπε και πρόσθεσε πως «το σημαντικότερο εντοπίστηκε το 2019, ένα ναυάγιο της ρωμαϊκής εποχής που ήταν ασύλητο, άθικτο».

Σε άλλη ερώτηση ο Δήμαρχος Παραλιμνίου απάντησε πως «από την παράδοση υπάρχει επίσης και η περίπτωση του χώρου όπου έγινε η ναυμαχία των Πτολεμαίων με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Μέσα από τις ιστορικές αναφορές που υπάρχουν φαίνεται ότι πολύ πιθανόν να είναι στην περιοχή του Κόννου και σε περίπτωση που καταφέρουμε να εντοπίσουμε τη συγκεκριμένη τοποθεσία τότε θα επαληθευτεί ακόμα μια ιστορία της παράδοσης του Παραλιμνίου».

Ανέφερε ακόμα ότι «η στήλη της ελληνιστικής περιόδου που εντοπίστηκε κατά την διάρκεια των εργασιών της αναπαλαίωσης της Παναγίας Παναγιώτισσας κάνει αναφορά στον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας τον Νικοκρέωντα κάτι που αποδεικνύει ότι από τότε, όλη η περιοχή ήταν ενιαία».

Ο Αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Κκαράς, Πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Κωνσταντίας – Αμμοχώστου είπε πως ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της Παναγιωτίσσης, όπως είναι γνωστός, φαίνεται ότι από την ιστορία και την παράδοση των προηγούμενων γενεών στον χώρο, αλλά και από τις τελευταίες  αρχαιολογικές ανακαλύψεις που έγιναν, έχει αποδειχθεί ότι η Παναγίας ετιματό ανά τους αιώνες. «Στη βόρεια αυλή της υφιστάμενης εκκλησίας έχουν εντοπιστεί τα θεμέλια της αρχαίας βασιλικής του ναού που ανάγεται στον 6ο αιώνα μ.Χ. και ο υφιστάμενος ναός έχει στοιχεία 14ου και 16ου αιώνα» πρόσθεσε.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο Αρχιμανδρίτης είπε πως «το όνομα Παναγιώτισσα κατά μία εκδοχή οφείλεται στον περιβάλλοντα χώρο, αφού τοπογραφικά ονομάζεται Παναγιά, άρα Παναγιά – Παναγιώτισσα. Στην Ορθοδοξία υπάρχει ακόμα ένας ναός με το όνομα Παναγιώτισσα και βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη» ανέφερε, προσθέτοντας πως «δίπλα στην Μεγάλη του Γένους Σχολή υπάρχει η ο ναός της Παναγίας του Μουχλίου που ήταν η άλλοτε ιστορική Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Παναγιωτίσσης».

Σε άλλη ερώτηση ο Αυγουστίνος Κκαράς απάντησε πως «επειδή υπήρχαν έντονες φθορές στο κτίριο λόγω της υγρασίας, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει ανακαίνιση της εκκλησίας με έργα υποστήριξης του υφιστάμενου κτιρίου αλλά και υποδομές για την υγρασία. Ακόμα επειδή οι πιστοί αυξάνονταν συνεχώς σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να προστατευθεί το κεντρικό κτίριο με ένα εξωτερικό κτίσμα που να το αγκαλιάζει και να το προστατεύει από τις καιρικές συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα να αποκτήσουμε περισσότερο χώρο για να εξυπηρετούνται οι πιστοί».

Όσον αφορά τα θεμέλια της αρχαίας βασιλικής του ναού που ανάγεται στον 6ο αιώνα μ.Χ, ο Αρχιμανδρίτης είπε πως «σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων θα γίνει σχεδιασμός και ανάδειξη του χώρου ως αρχαιολογικού. Ωστόσο αυτό θα γίνει σε κατοπινό στάδιο γιατί χρειάζεται προηγουμένως να γίνουν κάποιες προεργασίες, ενώ μέχρι τότε το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει τοποθετήσει ειδικό υλικό για να προστατευθεί ο χώρος».

Εξάλλου η Πωλίνα Χριστοφή, Λειτουργός του Τμήματος Αρχαιoτήτων και υπεύθυνη για την ανασκαφή στη Παναγία Παναγιώτισσα ανέφερε ότι «με την αποκάλυψη των πρώτων ευρημάτων που εντοπίστηκαν στο χώρο και της σημασίας τους άρχισαν να εκτελούνται αρχαιολογικές εργασίες από τον περασμένο Οκτώβριο μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2020. Συγκεκριμένα βόρεια του εξωκλησιού της Παναγίας εντοπίστηκε το βόρειο και το κεντρικό κλίτος τρίκλιτης, ξυλόστεγης, κεραμοσκεπούς βασιλικής, ενώ το νότιο κλίτος και η αψίδα του ιερού έχουν καταστραφεί από χωματουργικές εργασίες που έγιναν στο χώρο, ο οποίος δεν ήταν κηρυγμένος σε Αρχαίο Μνημείο».

Πρόσθεσε πως «ο νάρθηκας του Μνημείου διατηρεί το δάπεδό του από πλάκες γυψομαρμάρου, ενώ από τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη από τοπικό ασβεστόλιθο, όπως τις βάσεις και σπόνδυλους κιόνων, διαφαίνεται ότι τα κλίτη μεταξύ τους διαχωρίζονταν με στυλοβάτη. Το κτίσμα, με βάση τα χάλκινα νομίσματα και φόλλεις, που εντοπίστηκαν διάσπαρτα στο χώρο, φαίνεται να χρονολογείται κατά τον 6ο με 7ο αιώνα και πιο συγκεκριμένα, αν και ασυντήρητα, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ηράκλειου».

Επίσης «γύρω από το Μνημείο, κυρίως στα δυτικά, αλλά και σε περιορισμένη κλίμακα, πίσω από το ιερό της μεταγενέστερης εκκλησίας, εντοπίστηκε μία σειρά από τοίχους και δωμάτια, τα οποία πρέπει να αποτελούσαν τα προκτίσματα του ναού».

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση η κα. Χριστοφή είπε πως «με τα προκτίσματα του ναού, εντοπίστηκε μαρμάρινη στήλη της Ελληνιστικής περιόδου που αναφέρεται, σε αλφαβητική γραφή, στην βασιλική οικογένεια της Σαλαμίνας. Εντός της ανασκαφής έχουν εντοπιστεί μαρμάρινα στοιχεία από ελληνικό και προκονήσιο μάρμαρο, όπως κιονόκρανα, κιονίσκοι και θραύσματα θωρακίων καθώς και πλήθος διακοσμητικών στοιχείων που σχετίζονται με το ναό» είπε και σημείωσε πως «μεταξύ άλλων έχει συλλεχθεί μεγάλος αριθμός γύψινων διακοσμητικών στοιχείων όπως μετόπες με λεπτομέρειες με φυτικά μοτίβα και ίχνη χρώματος, κιονίσκοι, κιονόκρανα με ανθέμια και έλικες».

Σύμφωνα με την κα. Χριστοφή «κατά τη Μεσαιωνική περίοδο νότια του παλαιοχριστιανικού κτίσματος φαίνεται να οικοδομείται νέος ναός πολύ μικρότερων διαστάσεων. Μια πρώτη πολύ περιορισμένη έρευνα στα θεμέλια του υφιστάμενου ναού επιβεβαιώνει τη χρήση του τουλάχιστον κατά τον 16ο αιώνα, όπου φαίνεται πως η εκκλησία έχει και κάποια περιορισμένη κοιμητηριακή χρήση με ταφές στα βόρεια και ανατολικά του υφιστάμενου ξωκλησιού».