ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Η Ελλάδα βρίσκεται το 2026 με την ισχυρότερη αποτρεπτική της ισχύ των τελευταίων δεκαετιών, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί η στρατηγική πρόκληση που δημιουργεί η αριθμητική υπεροχή της Τουρκίας.

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις συγκαταλέγονται σήμερα στις ισχυρότερες και ποιοτικά αναβαθμισμένες περιόδους τους μετά το 1974. Και όσον αφορά τη σύγκριση με την Τουρκία, παρ’ ό,τι η γείτονας χώρα έχει αριθμητική υπεροχή, ωστόσο οι ποιοτικές διαφορές στην αεροπορία και το ναυτικό γείρουν την πλάστιγγα του ισοζυγίου ευνοϊκά για την Ελλάδα.

Στρατηγικά, ο φόβος του απαράδεκτου κόστους ενεργεί αποτρεπτικά και για τις δύο πλευρές στην προσφυγή σε πολεμική αναμέτρηση για βίαιη προώθηση εθνικών επιδιώξεων. Αυτή η κατάσταση αποτροπής στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας έχει σημαντικές προεκτάσεις για την Κύπρο, η οποία δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει επαρκή συμβατική αποτροπή κατά της Τουρκίας.

Η κυπριακή αποτροπή όμως ενισχύεται όταν η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να υπολογίζει ότι οποιαδήποτε προέλαση κατά των ελευθέρων περιοχών ενδέχεται να προκαλέσει ευρύτερη ελληνοτουρκική σύγκρουση. Η γνωστή θέση ότι «η Κύπρος κείται μακράν», μπορεί να έχει τη στρατιωτική της σημασία, αλλά στρατηγικά αποδυναμώνει την αξιοπιστία της ελληνικής εκτεταμένης αποτροπής έναντι της τουρκικής απειλής στην Κύπρο.

Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα που προκύπτει από την τελευταία ετήσια έκθεση του Ισοζυγίου Δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας 2026, την οποία παρουσιάζει και αναλύει ο Επικεφαλής του ΚΚΣΜ Δρ. Άριστος Αριστοτέλους.

Ο Δρ Αριστοτέλους επισημαίνει ότι η διάβρωση όλων των στοιχείων που συνθέτουν τη στρατηγική της αποτροπής, τον Ιούλιο του 1974, οδήγησαν στην κατάρρευση αυτής έναντι της Τουρκίας και άνοιξαν τις πόρτες στην τουρκική εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όσον αφορά τα στρατιωτικά δεδομένα, οι διαπιστώσεις είναι οι εξής:

Αμφότερες οι δυνάμεις διαθέτουν ικανότητες διεξαγωγής αρχικών επιθετικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, καθώς και δυνατότητες επιβίωσης πρώτου χτυπήματος και ανάληψης ανταποδοτικών ή επιθετικών πρωτοβουλιών. Το κόστος όμως και οι επιπτώσεις μιας γενικότερης σύγκρουσης είναι πολιτικά και οικονομικά ασύμφορες και καταστροφικές – χωρίς καθαρούς στρατηγικούς κερδισμένους.

Στις χερσαίες δυνάμεις (Στρατό), τόσο στον ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό όσο και στα κύρια άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα και άλλα μέσα, υπάρχει τουρκική αριθμητική υπεροχή, αλλά γενικά είναι μειωμένη σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Κατ’ επέκταση, η διαφορά στις αναλογίες δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών σε διάφορες κατηγορίες είναι πιο στενή και βελτιωμένη για την Ελλάδα από προηγουμένως.

Στο Ναυτικό, η Τουρκία προσβλέπει σε μελλοντική ενίσχυση με δύο ελαφρού τύπου αεροπλανοφόρα – με τα θετικά και τα τρωτά τους – ωστόσο η εικόνα σήμερα παραμένει σχετικά θετική για την ελληνική άμυνα, ιδιαίτερα όσον αφορά τα βαριά θαλάσσια μέσα όπως υποβρύχια (9 ελληνικά και 12 τουρκικά) και φρεγάτες (14 ελληνικές και 17 τουρκικές) με ισχυρές ικανότητες αντιμετώπισης οποιασδήποτε πρόκλησης στο Αιγαίο.

Τα υπόλοιπα πολεμικά σκάφη, αν και συνολικά λιγότερα από αυτά της Τουρκίας, αποτελούν όμως αξιόλογη δύναμη για το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, την οποία η άλλη πλευρά δεν μπορεί να αγνοήσει.

Στην Πολεμική Αεροπορία, η Ελλάδα με 234 μαχητικά αεροσκάφη – 59 λιγότερα από την Τουρκία – διατηρεί μια αναλογία δυνάμεων 1,2 τουρκικά μαχητικά για κάθε ελληνικό, η οποία έχει βελτιωθεί αισθητά με την προμήθεια των γαλλικών Rafale.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν στην Τουρκία οι δυσκολίες αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού του στόλου των μαχητικών της και ο συνεχής αποκλεισμός της από τα F-35, με το ενδεχόμενο απόκτησής τους από την Ελλάδα. Από την άλλη, παρά τα εμπόδια που αντιμετωπίζει, συνεχίζει να εργάζεται πάνω στο πρόγραμμα εγχώριας παραγωγής μαχητικών για την αντικατάσταση των F-16.

Πλεονέκτημα για την Ελλάδα αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό επαγγελματιών στις Ένοπλες Δυνάμεις από ό,τι στην Τουρκία. Αποτελεί επίσης η συνοχή ανάμεσα στο στράτευμα, η σαφής αντίληψη περί του είδους και της προέλευσης της απειλής και το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Πρόβλημα για την Ελλάδα είναι η συνεχής μείωση του πληθυσμού, η βεβαρυμμένη οικονομία και δημοσιονομικοί περιορισμοί, τα μικρότερα μεγέθη, η απουσία στρατηγικού βάθους, οι μεγάλες απαιτήσεις – τεχνολογικές και άλλες – για αποτελεσματική άμυνα στο γεωγραφικό χώρο ανατολικά.

Για την Τουρκία, πλεονέκτημα είναι οι μεγαλύτεροι αριθμοί και μεγέθη, το βάθος της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, που την καθιστά αυτοδύναμη σε διάφορους τομείς αλλά και σημαντικό εξαγωγέα στις διεθνείς αγορές, με ιδιαίτερα περιζήτητα τα τουρκικά drones. Σοβαρό πρόβλημα, εκτός από την οικονομία και τις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει στον περίγυρό της και στο εσωτερικό, φαίνεται να προκύπτει από: την καταπάτηση των δημοκρατικών διαδικασιών, τις συνεχείς εκκαθαρίσεις και καταπιέσεις αντιφρονούντων στελεχών, τις λεπτές – αν και κάπως βελτιωμένες – σχέσεις που ακόμα έχει με τις ΗΠΑ, την ΕΕ και χώρες της περιοχής, καθώς και τις αντιπαραθέσεις με το Ισραήλ.

Παράλληλα, το ισοζύγιο δυνάμεων διαμορφώνεται πλέον ολοένα και περισσότερο από τις νέες μορφές πολέμου, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, η τεχνητή νοημοσύνη, ο ηλεκτρονικός και κυβερνοπόλεμος, οι δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις και οι διαστημικές δυνατότητες. Η ικανότητα ενσωμάτωσης αυτών των τεχνολογιών στις επιχειρησιακές δομές αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα της σύγχρονης αποτρεπτικής ισχύος.

Καταληκτικό στρατηγικό συμπέρασμα

Η Τουρκία εξακολουθεί να υπερέχει αριθμητικά. Η Ελλάδα όμως διαθέτει πλέον τέτοιο συνδυασμό ποιοτικών δυνατοτήτων, τεχνολογίας, εκπαίδευσης και επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας ώστε να διατηρεί ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και να καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη και επικίνδυνη οποιαδήποτε προσπάθεια στρατιωτικής επιβολής από την Άγκυρα.

Το θεμελιώδες στρατηγικό ερώτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι ποια πλευρά διαθέτει μεγαλύτερους αριθμούς, αλλά κατά πόσο αμφότερες διαθέτουν τις δυνατότητες, την αποφασιστικότητα και την αξιοπιστία να επιβάλουν απαράδεκτο κόστος στον αντίπαλο. Στο βαθμό που η κατάσταση αυτή έχει επιτευχθεί, δίνει ώθηση σε μια μορφή αμοιβαίας συμβατικής αποτροπής, συμβάλλοντας στη σταθερότητα παρά το ότι η πολιτική διαφορά παραμένει.

Η πραγματική στρατηγική σημασία του ισοζυγίου δυνάμεων δεν βρίσκεται στην αναζήτηση απόλυτης υπεροχής, αλλά στη διατήρηση συνθηκών αμοιβαίας αποτροπής, που μειώνουν τα κίνητρα προσφυγής στη στρατιωτική βία και ενισχύουν τη σταθερότητα στο ελληνοτουρκικό και κυπριακό σύστημα ασφάλειας.

Σε τελική ανάλυση, η στρατηγική αξία της αποτροπής δεν μετριέται από την πιθανότητα διεξαγωγής πολέμου, αλλά από την ικανότητά της να τον αποτρέψει. Όσο η άλλη πλευρά γνωρίζει ότι οποιαδήποτε χρήση στρατιωτικής βίας θα συνεπάγεται απαράδεκτο κόστος, τόσο ενισχύεται η ειρήνη, η σταθερότητα και η ασφάλεια της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η αποτροπή, βέβαια, δεν αποτελεί αυτοσκοπό· αποτελεί το ασφαλέστερο μέσο διατήρησης της ειρήνης.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ – ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ

 

 

 

2026

 

 

 

 

 

 

131.650

 

93.500

16.350

21.800

 

7.400

 

264.500

 

 

 

 

 

 

355.200

260.200

45.000

50.000

 

 

161.400

 

378.700

 

ΕΛΛΑΔΑ

Greece

                                                              

Πληθυσμός

10.424.536 (2026)

10.761.253 (2020)

 

Στρατιωτικό Ανθρώπινο Δυναμικό 

 

Στρατός

Ναυτικό

Αεροπορία

 

Χωροφυλακή και παραστρατιωτικές Δυνάμεις

 

Έφεδροι

 

 

ΤΟΥΡΚΙΑ

Turkey

 

                                                                      

Πληθυσμός

84.625.585 (2026)

81.257.239 (2020)   

 

 Στρατιωτικό Ανθρώπινο Δυναμικό

 

Στρατός

Ναυτικό

Αεροπορία

 

Χωροφυλακή και παραστρατιωτικές Δυνάμεις

 

Έφεδροι

 

Ο πληθυσμός της Ελλάδας ανέρχεται στα 10.424.536, δηλαδή μειωμένος κατά 3% σε σχέση με το 2020. Στην Τουρκία ανέρχεται στα 84.625.585, αυξημένος κατά 4% την ίδια περίοδο.

Το εν ενεργεία στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό στην ελληνική πλευρά ανέρχεται στις 131.650 (μειωμένο κατά 11.350 σε σχέση με το 2020), ενώ στην Τουρκία παραμένει αμετάβλητο στις 355.200.

Η Τουρκία διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών στον χώρο του ΝΑΤΟ (εκτός ΗΠΑ) και γενικά στην Ευρώπη. Ακολουθούν η Πολωνία με 218.000 στρατιώτες, η Γαλλία με 204.000, η Γερμανία με 185.000, η Ιταλία με 160.000, το Ηνωμένο Βασίλειο με 141.000 και μετά η Ελλάδα. Η Πολωνία είχε τη μεγαλύτερη αύξηση στο δυναμικό της (31.000). Το Ηνωμένο Βασίλειο είχε τη δραστικότερη μείωση στο ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό (12.000), μετά η Ελλάδα.

Με βάση αυτούς τους αριθμούς, σήμερα αναλογούν 2,6 Τούρκοι στρατιώτες για κάθε Έλληνα, σε σύγκριση με 3,5:1 το 2014. Το στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό είναι σχετικά μειωμένο στην Τουρκία, κυρίως λόγω της μείωσης της θητείας και της φυγοστρατίας.

Οι φυγόστρατοι, βάσει κυβερνητικών δηλώσεων, υπολογίζονται πέραν των 550.000. Στην Ελλάδα, οι φυγόστρατοι ανέρχονται στις 37.700.

ΣΤΡΑΤΟΣ

Το Ανθρώπινο Δυναμικό: Στην Ελλάδα ανέρχεται στις 93.500 και στην Τουρκία στις 260.200 και είναι περίπου στα ίδια αριθμητικά επίπεδα όπως το 2021.

Οι αναλογίες δυνάμεων είναι και το 2026 είναι  2,7 Τούρκοι στρατιώτες για κάθε 1 Έλληνα σε σύγκριση με 4,6:1 το 2014.

Το 52% περίπου των υπηρετούντων στον Ελληνικό Στρατό είναι επαγγελματίες. Στην Τουρκία, είναι περίπου το 23%, και το υπόλοιπο 77% είναι κληρωτοί που υπηρετούν δωδεκάμηνη ή οκτάμηνη θητεία, ανάλογα με την κατηγορία.

Άρματα Μάχης: Η Ελλάδα διαθέτει 1.385 άρματα μάχης και η Τουρκία 2.381. Παρά τις μειώσεις και στις δύο χώρες, ο συσχετισμός δυνάμεων παραμένει σχεδόν ίδιος, καθώς το 2026, όπως και το 2014, για κάθε 1 ελληνικό άρμα αντιστοιχούν 1,7 τουρκικά.

Τα άρματα μάχης και στις δύο πλευρές είναι γερμανικής και αμερικανικής προέλευσης, με αυξημένες ανάγκες συντήρησης ή αντικατάστασης.

Τεθωρακισμένα Οχήματα Μάχης: Στην ελληνική πλευρά ανέρχονται στα 169, όπως και το 2021, από 242 που ήταν το 2020, ενώ παραμένουν περίπου στα ίδια αριθμητικά επίπεδα (633) στην τουρκική πλευρά.

Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού: Η Ελλάδα διαθέτει 2.157 ΤΟΜΠ, όπως και το 2021 αλλά κατά 417 λιγότερα από ό,τι το 2020. Χωρίς καμία αριθμητική αλλαγή,  η Τουρκία συνεχίζει να έχει για τα αντίστοιχα χρόνια 3.636 ΤΟΜΑ.

Η αναλογία δυνάμεων σε ΤΟΜΑ είναι 1,7 τουρκικά για κάθε 1 ελληνικό.

Τεθωρακισμένα Οχήματα Γενικής Χρήσης: Με 1217 ΤΟΓΧ για την ελληνική πλευρά και 1450 για την τουρκική, οι αναλογίες είναι σχεδόν 1:1,2.

Συστήματα Εκτόξευσης Άνευ Οπισθοδρομήσεως: Η Ελλάδα το 2026 παρουσιάζεται να διαθέτει 4.033 (ήτοι αυξημένα κατά 1.060) και η Τουρκία 3.869.

Πυροβολικό: Στα ίδια επίπεδα ισχύος περίπου όπως και τα προηγούμενα χρόνια παραμένουν τα διαθέσιμα μέσα στον τομέα αυτό τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία. Στην ελληνική πλευρά, τα πυροβόλα ανέρχονται σε 3.512 διαφόρων τύπων (όπλα, πολυεκτοξευτήρες πυραύλων, ρυμουλκούμενα πυροβόλα και άλλα) και 7.752 στην τουρκική.

Αντιαρματικά: Η Ελλάδα διαθέτει περίπου 1.153 αντιαρματικά (σχεδόν όπως το προηγούμενο χρόνο), ενώ η Τουρκία έχει 1.414.

Αεροσκάφη Στρατού: Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 12 μεταγωγικά, ήτοι 6 λιγότερα από τα προηγούμενα χρόνια, και η Τουρκία 8 (συν 45 εκπαιδευτικά).

Ελικόπτερα στρατού: Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 203 ελικόπτερα διαφόρου χρήσεως ενώ η Τουρκία διαθέτει 335 όπως και τον προηγούμενο χρόνο.

Μη Επανδρωμένα Οχήματα (UAV): Η Ελλάδα έχει ενταγμένα στις δυνάμεις του Στρατού 6 αναγνωριστικά παλαιού τύπου UAV SAGEM Sperwer, ενώ η Τουρκία διαθέτει πέραν των 73 UAV Bayraktar διαφόρων αποστολών και δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της προσβολής στόχων.

Αντιαεροπορική Άμυνα: Η ελληνική πλευρά διαθέτει 1.341 αντιαεροπορικά συστήματα εδάφους-εδάφους και TOWED, και η Τουρκία 1.494.

 

 

 

 

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Στο Ναυτικό, το ανθρώπινο δυναμικό στην Ελλάδα ανέρχεται στις 16.350 (αυξημένο κατά 350 άτομα από το 2021), και στην Τουρκία 45.000..

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία του προσωπικού στο Ναυτικό της Ελλάδας είναι επαγγελματίες, ενώ στην Τουρκία είναι γύρω στο 30%, γεγονός που μπορεί να αντανακλάται και στην αποτελεσματικότητά τους.

Στόλος

Υποβρύχια: Στην Ελλάδα υπάρχουν 9 υποβρύχια και στην Τουρκία 12. Τα υποβρύχια και στις δύο χώρες είναι γερμανικής προέλευσης, κυρίως παλαιού τύπου. Έχουν αναβαθμιστεί τα υποβρύχια Τύπου 214 από την Ελλάδα και η απόκτηση ενός επιπλέον υπερσύγχρονου Τύπου 214 AIP (Piri Reice) από την Τουρκία.

Φρεγάτες: Η Ελλάδα διαθέτει 14 φρεγάτες (FDI Belharra, NLD Kortenaer και GER MEKO 200) και η Τουρκία 17 (GER MEKO-200 & TN και US Perry Class). Ενισχυμένα μέσα αεράμυνας περιοχής και πύραυλοι SCALP Ναυτικού με δυνατότητες στρατηγικής κρούσης βελτιώνουν περαιτέρω την εικόνα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Περιπολικά, Αποβατικά, Πλοία Υποστήριξης και άλλα μέσα: Η Ελλάδα διαθέτει 33 περιπολικά και 16 αποβατικά (5 πλοία), καθώς και 36 σκάφη υποστήριξης διαφόρων τύπων. Αντίστοιχα, η Τουρκία διαθέτει 10 κορβέτες, 45 περιπολικά και 35 αποβατικά (5 πλοία), καθώς και 35 σκάφη υποστήριξης διαφόρων τύπων.

Ναυτική Αεροπορία: Η Ελλάδα διαθέτει 5 αεροσκάφη τύπου P-3 Orion κατά υποβρυχίων (4 υπό εκμοντερνισμό), και η Τουρκία 17, από τα οποία τα 10 είναι περιπολικά (αστυνόμευσης) και τα 7 ελαφρά μεταφορικά. Επίσης, η Ελλάδα διαθέτει 20 ελικόπτερα (18 ανθυποβρυχιακά και 2 πολλαπλής χρήσης), και η Τουρκία 29 επιθετικά.

Μη Επανδρωμένα Οχήματα  UAV: Η Τουρκία διαθέτει 3 ANKA-S και 4 Bayraktar TB2 με δυνατότητες στρατηγικών και τακτικών αποστολών συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και προσβολής στόχων. Προγραμματίζεται περαιτέρω ενίσχυση του Τουρκικού Στόλου με Bayraktar TB3 στο πλαίσιο της εμπέδωσης του δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας».

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Ανθρώπινο Δυναμικό: Το ανθρώπινο δυναμικό στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ανέρχεται σε 21.800. Στην Τουρκία ανέρχεται σε 50.000 (μειωμένο κατά 10.000 σε σχέση με το 2014).

Τα Μαχητικά Αεροσκάφη της ελληνικής πλευράς ανέρχονται στα 234 σε σύγκριση με 262 το 2020, ενισχυμένα με γαλλικά Rafale και εκσυγχρονισμένα αμερικανικά μαχητικά. Στην Τουρκία, τα μαχητικά αεροσκάφη ανέρχονται στα 293, σε σύγκριση με 352 το 2020. Η αποπομπή της χώρας από το πρόγραμμα παραγωγής και απόκτησης των υπερσύγχρονων μαχητικών F-35 αποτελεί πλήγμα στην αναβάθμιση των αεροπορικών της δυνάμεων.

Αναγνωριστικά Αεροσκάφη: Η Ελλάδα διαθέτει 8 και η Τουρκία 38..

Αεροσκάφη Έγκαιρης Προειδοποίησης: Η Ελλάδα διαθέτει 4 τύπου ΕΜΒ-145, ΑΜΒ-145AEW, και η Τουρκία επίσης 4 τύπου B-737 AEW.

 

Μεταγωγικά Αεροσκάφη και Ελικόπτερα: Η Ελλάδα διαθέτει 23 C-160, Hercules και Spartan (συν 3 ελαφρά μεταγωγικά) και 31 ελικόπτερα ελαφρού και μέσου τύπου. Η Τουρκία διαθέτει 89 μεταγωγικά C-27, Hercules και Spartan και 35 ελικόπτερα.

Μη Επανδρωμένα Οχήματα / UVA:Υπεροχή της Τουρκίας με 140 έναντι 10 της Ελλάδας.

Αεροσκάφη Ιπτάμενου Ανεφοδιασμού: Η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία διαθέτει 7 τέτοια αεροσκάφη και κανένα η Ελλάδα.

Αεροπορική Άμυνα: Η Ελλάδα στον τομέα αυτό διαθέτει τους αμερικανικούς Patriot και τους ρωσικούς S-300 PMU-1 και προγραμματίζει περαιτέρω την αναβάθμισή τους. Η Τουρκία έχει τους MIM-23 Hawk, MIM-14 Nike Hercules και έχει ενισχυθεί περαιτέρω με την αγορά των ρωσικών S-400.

ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Ο τομέας της άμυνας συνεχίζει να απορροφά σημαντικούς εθνικούς πόρους στις δύο χώρες, δεδομένων και των οικονομικών τους προβλημάτων, για τα οποία αισθάνεται ιδιαίτερα βεβαρυμμένη η ελληνική πλευρά. Η Ελλάδα το 2025 διέθεσε για την άμυνα της 8 δισεκατομμύρια δολάρια και η Τουρκία περισσότερα από τα διπλάσια (21 δισεκατομμύρια δολάρια), κυρίως λόγω διαφορετικών απαιτήσεων και μεγεθών του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Τα υψηλότερα ποσά για την άμυνα στην Ευρώπη διαθέτουν η Γερμανία 107 δισεκατομμύρια δολάρια, το Ηνωμένο Βασίλειο 94 δισεκατομμύρια δολάρια, η Γαλλία 70 δισεκατομμύρια δολάρια και η Ιταλία 40 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ωστόσο, για την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει ισχυρές προκλήσεις και απειλές από την Τουρκία, η θυσία στην οποία υπόκεινται από τη δεκαετία του 1970 έως πρόσφατα, όπως αυτή μετριέται ως ποσοστό που διατίθεται για την άμυνα από το ΑΠΕ, ήταν η μεγαλύτερη από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η συμμετοχή της στον μηχανισμό SAFE της ΕΕ και ο άμεσος – όχι έμμεσος – αποκλεισμός της Τουρκίας της προσφέρουν οικονομικές διευκολύνσεις στον τομέα του στρατιωτικού εξοπλισμού.

Το 2025, ωστόσο, με έναν μέσο όρο αμυντικών δαπανών στην ΕΕ στο 1,95% επί του ΑΕΠ, η Ελλάδα διαθέτει το 2,86% και η Τουρκία το 1,37%. Τις υψηλότερες δαπάνες για την άμυνα επί του ΑΕΠ πραγματοποιούν η Εσθονία με 4,13%, η Λιθουανία με 3,97%, η Λετονία με 3,42%, η Πολωνία με 3,19% και η Νορβηγία με 3,18%, προβληματισμένες από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις και ανακατατάξεις στην περιοχή.

Η κατά κεφαλήν δαπάνη για την άμυνα στην Τουρκία είναι $135, σε σύγκριση με $470 στην Ελλάδα, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι $413. Την υψηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη για την άμυνα έχει η Νορβηγία ($1.118), το Η.Β. ($936) και η Γαλλία ($811).

Βασικές ευρωπαϊκές χώρες με παραδοσιακά χαμηλά ποσοστά αμυντικών δαπανών, απειλούμενες από τα γεγονότα στην Ουκρανία, τις ανησυχητικές γεωπολιτικές εξελίξεις και τις πιέσεις Τραμπ, έδωσαν μεγαλύτερη βαρύτητα στην άμυνά τους και στην αύξηση των κονδυλίων για το σκοπό αυτό, ξεπερνώντας και την Ελλάδα, που μέχρι πρόσφατα κατείχε την πρώτη θέση στον τομέα αυτό.

 

 

Κύριες Πηγές

Τα στοιχεία είναι ποσοτικά και ποιοτικά και προέρχονται από έγκυρες, ανεξάρτητες και προσβάσιμες πηγές, όπως το IISS, το SIPRI, το OSCE, καθώς και από οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και η CIA, περιλαμβανομένου και πληροφοριακού υλικού που κατέχει το Κυπριακό Κέντρο Στρατηγικών Μελετών.