Για παραβίαση που θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατική λειτουργία όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ελεύθερη δημοσιογραφία, ακόμη και το αδιάβλητο των εκλογικών διαδικασιών, έκαναν λόγο Ευρωβουλευτές, οι οποίοι συμμετείχαν το βράδυ της Τετάρτης σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θέμα «Υπεράσπιση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της ακεραιότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό το φως των αποκαλύψεων ότι ένας Ευρωβουλευτής υπήρξε στόχος παρακολούθησης μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού».

Η συζήτηση ζητήθηκε από τους Ευρωβουλευτές της Αριστεράς και των Πρασίνων την περασμένη Δευτέρα, εξ αφορμής της αποκάλυψης της στοχοποίησης του Έλληνα πρώην Ευρωβουλευτή και μέλους της εξεταστικής επιτροπής PEGA, Στέλιου Κούλογλου, μέσω του λογισμικού Pegasus της ισραηλινής εταιρείας NSO Group, την ίδια περίοδο που ερευνούσε τη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών στα κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού σκανδάλου Predator.

Εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετήθηκε στη συζήτηση η Επίτροπος για τη Μεσόγειο, Ντουμπράβκα Σούιτσα, η οποία ξεκίνησε δηλώνοντας ότι η Επιτροπή «έχει λάβει γνώση των δημοσιευμάτων» και συμπλήρωσε πως «οποιαδήποτε απόπειρα παράνομης πρόσβασης σε δεδομένα πολιτών είναι απαράδεκτη».

Η Επίτροπος υπογράμμισε ότι «η οποιαδήποτε φερόμενη παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού αποτελεί, πρωτίστως, ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα διερεύνησης των εθνικών αρχών», παραπέμποντας έτσι την υπόθεση στα κράτη-μέλη. Σημείωσε ωστόσο ότι, «λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αρμοδιότητα, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει σαφείς και ολοκληρωμένες εγγυήσεις».

Αναφερόμενη στο ισχύον νομικό πλαίσιο, η Σούιτσα επικαλέστηκε τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), την Οδηγία για την Επιβολή του Νόμου και την Οδηγία για την Προστασία της Ιδιωτικής Ζωής στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (ePrivacy), εξηγώντας ότι «η οδηγία ePrivacy προστατεύει από την υποκλοπή επικοινωνιών και την απόκτηση πρόσβασης ή αποθήκευση πληροφοριών σε συσκευές χρηστών χωρίς τη συγκατάθεσή τους». Διευκρίνισε ότι το ενωσιακό δίκαιο προστασίας δεδομένων «εφαρμόζεται πλήρως στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από ιδιωτικούς φορείς, ακόμη κι όταν η επεξεργασία αυτή επιβάλλεται από τον νόμο για λόγους εθνικής ασφάλειας».

Η Επίτροπος παρέπεμψε επίσης στην Οδηγία για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών, η οποία «υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν ότι η παράνομη πρόσβαση σε συστήματα και η παράνομη υποκλοπή τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα», καθώς και στην Ευρωπαϊκή Πράξη για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, η οποία «προβλέπει ειδικές εγγυήσεις για τους δημοσιογράφους, τις οικογένειές τους και τις πηγές τους έναντι της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού» κάτι που, όπως είπε, «είναι ουσιώδες για τη διασφάλιση ελεύθερου και ανεξάρτητου Τύπου». Ανέφερε τέλος ότι η Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα (Cyber Resilience Act) θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα απέναντι σε τέτοιες απειλές, μειώνοντας τα τρωτά σημεία προϊόντων που μπορούν να αξιοποιηθούν από κατασκοπευτικά λογισμικά.

Ο Ισπανός Ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών, Χουάν Φερνάντο Λόπες Αγκιλάρ, πρώην μέλος της εξεταστικής επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, υπενθύμισε ότι σκοπός της επιτροπής ήταν να καταλήξει σε συμπεράσματα δεσμευτικά για την Κομισιόν, ώστε να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες μεταξύ αυτών, όπως είπε, «να κηρυχθεί παράνομη, ως ασύμβατη με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χρήση εργαλείων μαζικής και αδιάκριτης κατασκοπείας».

Αναφερόμενος ονομαστικά στην ελληνική πτυχή του σκανδάλου, ο Λόπες Αγκιλάρ επεσήμανε ότι το Predator, «η ελληνική εκδοχή του Pegasus», έχει χρησιμοποιηθεί εναντίον του Νίκου Ανδρουλάκη και του Στέλιου Κούλογλου, «δύο διακεκριμένων μελών αυτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής τους λειτουργίας, κάτι απολύτως απαράδεκτο». Κατέληξε με αιχμή προς την Κομισιόν, λέγοντας ότι «καθυστερεί να δράσει και οφείλει να το πράξει».

Ο Πολωνός Ευρωβουλευτής του ΕΛΚ, Κριστόφ Μπρέιζα, ο οποίος είχε και ο ίδιος βρεθεί στο στόχαστρο του Pegasus, ανέφερε ότι γνωρίζει από προσωπική εμπειρία πώς τέτοιου είδους λογισμικά μπορούν να καταστρέψουν ζωές και να υπονομεύσουν ακόμη και εκλογικές διαδικασίες.

Εκ μέρους των Σοσιαλιστών μίλησε επίσης ο Ισπανός Ευρωβουλευτής Ζάουμε Ασένς Γιοντρά, ο οποίος έκανε λόγο για υπόθεση που «ξεπερνά ακόμη και δυστοπικά σενάρια», σημειώνοντας ότι η αποκάλυψη πως ο Στέλιος Κούλογλου παρακολουθήθηκε με Pegasus «προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τη στάση των ευρωπαϊκών θεσμών».

Η Βελγίδα Ευρωβουλευτής των Πρασίνων Σάσκια Μπρικμόντ, η οποία έφερε και τη συζήτηση στην ατζέντα υπενθύμισε ότι οι αποκαλύψεις για το Pegasus «έχουν ξεκινήσει από το 2021» και άσκησε κριτική στην Κομισιόν καταλογίζοντάς της ότι «δεν έχει ανταποκριθεί ουσιαστικά στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Ζήτησε να διερευνηθεί «ποιος παρακολουθούσε τον Κούλογλου και για λογαριασμό ποιού».

Η Γερμανίδα Ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Χάνα Νόιμαν, προειδοποίησε ότι τα σύγχρονα κατασκοπευτικά λογισμικά μπορούν να μολύνουν κινητές συσκευές «ακόμη και χωρίς ο χρήστης να πατήσει κακόβουλο σύνδεσμο», καλώντας μάλιστα τους συναδέλφους της Ευρωβουλευτές να ελέγξουν τα κινητά τους με τη συνδρομή του Citizen Lab.

Από την πλευρά των Ελλήνων Ευρωβουλευτών, η Έλενα Κουντουρά, εκ μέρους της Αριστεράς, χαρακτήρισε την υπόθεση «ευθεία επίθεση στην ανεξαρτησία του ίδιου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου», υπογραμμίζοντας ότι μέσω της παρακολούθησης ενός πρώην Ευρωβουλευτή ενδέχεται να παρακολουθήθηκε και το ίδιο το έργο της εξεταστικής επιτροπής PEGA. Ανέδειξε, παράλληλα, την προϊστορία της στοχοποίησης του Νίκου Ανδρουλάκη κατά την περίοδο που ήταν κι εκείνος Ευρωβουλευτής, τονίζοντας το μέγεθος της ελληνικής πτυχής του σκανδάλου που ερευνούσε ο Στέλιος Κούλογλου ως μέλος της PEGA.

Ο Ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (ΠΑΣΟΚ), Νικόλας Φαραντούρης, συνέδεσε την υπόθεση με προηγούμενες περιπτώσεις παρακολούθησης μελών της Ευρωβουλής, όπως εκείνη του Νίκου Ανδρουλάκη, τονίζοντας το εύρος της ελληνικής πτυχής του σκανδάλου.

Ο Μανώλης Φράγκος για την Ευρωομάδα των Συντηρητικών έκανε λόγο για «σοβαρή απειλή κατά της δημοκρατίας» και ζήτησε πλήρη διαφάνεια. Ο Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος του ΚΚΕ υποστήριξε ότι οι παρακολουθήσεις «δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά», αλλά έχουν γενικευθεί μέσα από το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο.  Η ανεξάρτητη Ευρωβουλευτής, Μαρία Ζαχαρία, χαρακτήρισε «μείζον θεσμικό ζήτημα» την παρακολούθηση Ευρωβουλευτή με ισραηλινό κατασκοπευτικό λογισμικό και ζήτησε πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Εκ μέρους της Ιρλανδικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ παρενέβη ο Υφυπουργός Τόμας Μπερν, ο οποίος τόνισε ότι «στον σημερινό κόσμο αντιμετωπίζουμε κυβερνοεπιθέσεις που επιδιώκουν να εκθέσουν τρωτά σημεία στην κυβερνοασφάλειά μας» και ότι τέτοιες επιθέσεις «χρειάζονται την πλήρη προσοχή μας, διότι η κυβερνοασφάλεια είναι ουσιώδης για την προστασία της οικονομικής δραστηριότητας και των κρίσιμων υποδομών στην Ένωσή μας».

Ο κ. Μπερν προειδοποίησε ότι «οι απόπειρες υπονόμευσης της ασφάλειας των προσωπικών μας δεδομένων υπονομεύουν το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, στην προστασία δεδομένων και στην ελευθερία της έκφρασης», προσθέτοντας: «ας είμαστε ξεκάθαροι: ο απώτερος στόχος τέτοιων επιθέσεων είναι οι δημοκρατίες μας και το κράτος δικαίου».

Έκανε λόγο για «τεράστια πρόκληση για τη δημοκρατική λογοδοσία» εκ μέρους της χρήσης εμπορικού κατασκοπευτικού λογισμικού για την παρακολούθηση Τύπου, πολιτικών και δημόσιων θεσμών, καταλήγοντας ότι «πρέπει να εστιάσουμε στην ενίσχυση της δημοκρατικής μας ανθεκτικότητας».

Σημειώνεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωβουλευτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, είχαν καταψηφίσει τη διεξαγωγή της συζήτησης στην ονομαστική ψηφοφορία της Δευτέρας και δεν ζήτησαν να τοποθετηθούν στην Ολομέλεια της Τετάρτης κατά τη συζήτηση.