Την ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής συνεργασίας ΕΕ και Τουρκίας, εν μέσω παγκόσμιας αβεβαιότητας και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, υπογράμμισε σήμερα ο Επίτροπος Οικονομίας και Παραγωγικότητας, και Επίτροπος Υλοποίησης και Απλούστευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, μιλώντας στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Υπουργό Οικονομικών της Τουρκίας, Μεχμέτ Σιμσέκ, στο πλαίσιο του Οικονομικού Διαλόγου Υψηλού Επιπέδου ΕΕ – Τουρκίας που διεξήχθη στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ντομπρόβσκις χαρακτήρισε συμβολική την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου διεξαγωγής του φόρουμ, το οποίο επανεκκινήθηκε πέρυσι στο πλαίσιο της αναζωογονημένης ατζέντας ΕΕ-Τουρκίας που ενέκριναν οι ηγέτες της Ένωσης το 2024, προσθέτοντας ότι είναι ενδεικτικό το γεγονός πως η συνάντηση διεξάγεται σε μια πόλη που ενώνει εδώ και αιώνες Ανατολή και Δύση, «όπως ακριβώς η οικονομική μας εταιρική σχέση σήμερα επιδιώκει να γεφυρώσει τις δύο οικονομίες μας για αμοιβαία ανάπτυξη και κοινή ευημερία».

Ο Επίτροπος υπενθύμισε ότι η Τουρκία είναι υποψήφια χώρα προς ένταξη στην ΕΕ, σημαντικός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και βασικός περιφερειακός εταίρος σε θέματα ασφάλειας και σταθερότητας, τονίζοντας ότι ΕΕ και Τουρκία είναι «γείτονες και εταίροι σε έναν όλο και πιο δύσκολο και κατακερματισμένο κόσμο».

Αναφερόμενος στα οικονομικά μεγέθη, ο Επίτροπος επεσήμανε πως η οικονομική σχέση ΕΕ-Τουρκίας στηρίζεται σε στέρεες βάσεις, αναφέροντας συγκεκριμένα πως «το διμερές εμπόριο στο πλαίσιο της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας έφτασε σε ιστορικό υψηλό, πάνω από 217 δισ. ευρώ το 2025, με την Τουρκία να παραμένει ο πέμπτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ».

Ο ίδιος σημείωσε ότι οι δύο πλευρές αντάλλαξαν εκτιμήσεις για την οικονομική συγκυρία, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αβέβαιη σε αυτούς τους ασταθείς καιρούς προσθέτοντας ότι τα γεγονότα Ρωσίας – Ουκρανίας – Μέσης Ανατολής έχουν αναδείξει την επείγουσα ανάγκη βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας και των δύο οικονομιών, καθώς «έχουν εκθέσει τις ευπάθειές μας και τον υψηλό κίνδυνο διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού».

Ο Επίτροπος ενημέρωσε ακόμη τον Τούρκο Υπουργό για την ατζέντα ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, σημειώνονταις ότι σε διμερές επίπεδο «είναι σαφές ότι τόσο η ΕΕ όσο και η Τουρκία έχουν να κερδίσουν από τις αμοιβαίες προσπάθειες ενίσχυσης της οικονομικής ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας,», κάνοντας λόγο για «τεράστιες αναξιοποίητες δυνατότητες» συνεργασίας, ιδίως σε τομείς κρίσιμους και για τις δύο οικονομίες.

Ο κ. Ντομπρόβσκις καλωσόρισε επίσημα το γεγονός ότι η Τουρκία εξέφρασε επισήμως ενδιαφέρον να ενταχθεί σε έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο πληρωμών SEPA,» ενώ στάθηκε στον ρόλο των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, σημειώνοντας ότι ο σημερινός διάλογος «ανέδειξε επίσης τον σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στη μετουσίωση των κοινών μας πολιτικών στόχων σε συγκεκριμένες επενδύσεις», στη συνάντηση με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕτΕΠ) και της Αναπτυξιακής Τράπεζας του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ο Επίτροπος εξέφρασε ιδιαίτερη ικανοποίηση για την επανενεργοποίηση της παρουσίας της ΕΤΕπ στην Τουρκία. «Χαίρομαι ιδιαίτερα που βλέπω την επανασύνδεση της ΕΤΕπ στην Τουρκία μέσω της στήριξης σε επενδυτικά έργα καθαρής ενέργειας και ενεργειακής απόδοσης», ανέφερε, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Τουρκία παραμένει μία από τις μεγαλύτερες χώρες δραστηριοποίησης της ΕΤΑΑ, με επενδύσεις άνω των 2,7 δισ. ευρώ πέρυσι, και νέα συμφωνία 5,7 εκατ. ευρώ για τη βιομηχανική αποανθρακοποίηση, στο πλαίσιο των μέσων προενταξιακής βοήθειας.

«Είναι χαρά μου να μοιραστώ σήμερα το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εμβάθυνση της συνεργασίας μας με την EBRD στη στήριξη της αποανθρακοποίησης της Τουρκίας, του βιώσιμου ιδιωτικού τομέα και των καινοτόμων βιομηχανιών». Όπως τόνισε, η κοινή προσπάθεια αποανθρακοποίησης «θα στηρίξει επίσης το εμπόριο ΕΕ-Τουρκίας,» καθιστώντας την επωφελή και για τις δύο πλευρές.

Πρόσθεσε ότι μια τέτοια συνεισφορά «θα αντικατόπτριζε την κοινή μας δέσμευση για τη στήριξη του βιομηχανικού μετασχηματισμού της Τουρκίας προς βιώσιμη ανάπτυξη χαμηλών εκπομπών άνθρακα», ενθαρρύνοντας την καινοτομία και την ψηφιοποίηση των βιομηχανικών διαδικασιών, με στόχο τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος της τουρκικής βιομηχανίας σε κλάδους όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο, το αλουμίνιο και τα λιπάσματα, συνδέοντας την πρωτοβουλία με την εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) από την ΕΕ και το υπό σχεδιασμό τουρκικό σύστημα εμπορίας εκπομπών, το οποίο θεσπίστηκε με τον πρόσφατο τουρκικό κλιματικό νόμο.

Αναφορικά με τη διασυνδεσιμότητα, ο κ. Ντομπρόβσκις υπογράμμισε ότι πρόκειται για τομέα με «τεράστιες δυνατότητες» για τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς απαιτούνται επενδύσεις σε μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακές υποδομές. Ως παράδειγμα ανέφερε το έργο διέλευσης North Rail στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο χαρακτήρισε «σημαντική υποδομή που θα ενισχύσει κρίσιμους διαμετακομιστικούς κόμβους σε όλη την περιοχή του Εύξεινου Πόντου και του Νότιου Καυκάσου», προσθέτοντας ότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπληρωματικότητας μεταξύ αναπτυξιακών τραπεζών.

Ωστόσο, ο Επίτροπος δεν απέφυγε να θίξει και το πιο ευαίσθητο πολιτικά ζήτημα της συνάντησης, τονίζοντας ότι κάθε ουσιαστική εταιρική σχέση προϋποθέτει ειλικρινή διάλογο. «Έθεσα τη σημασία που αποδίδει η ΕΕ στην προάσπιση και προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Αυτές δεν είναι μόνο βασικές ευρωπαϊκές αξίες, αλλά και απαραίτητες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και τη μακροοικονομική σταθερότητα», ανέφερε.

Από την πλευρά του, ο Υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, επικεντρώθηκε στην ανάγκη εκσυγχρονισμού της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, τονίζοντας ότι το ισχύον πλαίσιο έχει «μείνει πίσω» σε σχέση με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες και όχι «με τις οικονομικές πραγματικότητες της δεκαετίας του 1990» που λειτουργεί σήμερα. «Βλέπουμε τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης ως στρατηγική αναγκαιότητα, όχι ως τεχνική αναβάθμιση,» πρόσθεσε.

Ο Τούρκος Υπουργός αναφέρθηκε επίσης στην πρόταση για τον Βιομηχανικό Επιταχυντή  – Industrial Acceleration Act της ΕΕ, εκφράζοντας ικανοποίηση για την αναγνώριση της ισοδυναμίας των τουρκικών προϊόντων. «Είναι ευχάριστο να βλέπουμε ότι τα προϊόντα που παράγονται στην Τουρκία θεωρούνται ισοδύναμα με τα προϊόντα που παράγονται στην ΕΕ», δήλωσε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι εκφράστηκε και η ανάγκη άρσης ορισμένων αβεβαιοτήτων στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Ο κ. Σιμσέκ επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία έχει προχωρήσει επισήμως σε αίτημα συμμετοχής στο ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών. «Η ένταξη στην ΕΕ θα συνεχίσει να αποτελεί τον στρατηγικό στόχο της Τουρκίας», είπε καταληκτικά.