Του Νίκου Κατσουρίδη

Οι Προεδρικές Εκλογές του Φεβράρη του 2028 βρίσκονταν στις σκέψεις Κομμάτων και επίδοξων υποψηφίων, από την ώρα που άρχιζε η προεκλογική εκστρατεία για τις Βουλευτικές Εκλογές του περασμένου Μαΐου.  Θέσεις και προσεγγίσεις, δράσεις και αντιπαραθέσεις, όλα αυτά μαζί είχαν ένα διπλό χαρακτήρα.  Από τη μια η προσπάθεια να επιτευχθούν οι στόχοι για τις Βουλευτικές και από την άλλη να προδιαγραφούν οι δυνατότητες επιτυχίας στις Προεδρικές, που ακολουθούν.  Ο λόγος αυτονόητος.  Ουδενός διαφεύγει το γεγονός ότι στη Κύπρο με βάση το  Πολιτειακό μας σύστημα, η Εκτελεστική Εξουσία είναι η πρώτη μεταξύ των τριών Εξουσιών.  ΄Η αν προτιμάτε η πρώτη μεταξύ ίσων.  Γεγονός το οποίο υπαγορεύει την ανάγκη στα Κόμματα να επιδιώκουν τη συμμετοχή στη Κυβέρνηση.  Η πολύχρονη απουσία ενός Κόμματος από την Εκτελεστική εξουσία συνιστά παράγοντα με πολλαπλές επιδράσεις και επιπτώσεις, εκ των οποίων οι περισσότερες είναι αρνητικές.  Ως εκ τούτου η άμεση άνοδος ενός Κόμματος στην Κυβέρνηση ή η συμμετοχή σε αυτήν, αποτελεί κλειδί για την πάρα πέρα πορεία του.

Στην Κύπρο, από τη στιγμή της ένταξης στην Ε.Ε. έχει διαμορφωθεί ένας  πρόσθετος παράγοντας, ο οποίος διαμορφώνει σιγά – σιγά την συμπεριφορά των πολιτικών Κομμάτων ή τουλάχιστον, της συντριπτικής πλειοψηφίας.  Οι θέσεις και αποφάσεις της Ε.Ε. και ειδικά όσες είναι υποχρεωτικές για τα Κράτη μέλη, επιδρούν αποφασιστικά πάνω στις αντίστοιχες των πολιτικών Κομμάτων.  Αυτό το φαινόμενο καθιστά σιγά – σιγά δυσκολότερη τη διάκριση μεταξύ των θέσεων των διαφόρων Κομμάτων.  Και όσα ισχύουν για τα πολιτικά κόμματα, ισχύουν τόσον για τους υποψήφιους, οι οποίοι αναζητούν τη κομματική στήριξη όσον και για οποιονδήποτε επιθυμεί να κατέλθει χωρίς κομματική στήριξη.  Συνεπώς τα πρώτα δύο στοιχεία τα οποία οριοθετούν το πλαίσιο των Προεδρικών εκλογών είναι:  α)  Η ανάγκη συμμετοχής στην Εκτελεστική εξουσία και β)  Τα όρια τα οποία εξ΄ αντικειμένου υπαγορεύει η συμμετοχή στην Ε.Ε.   Αναφορικά με τους υποψήφιους θα έλεγα ότι πέραν εκείνων οι οποίοι θα έχουν καθαρή κομματική στήριξη και προέλευση από τη μια και οποιονδήποτε δεν θα έχει καμμιά κομματική στήριξη (αν υπάρξει τέτοιος) από την άλλη, υπάρχει και η τρίτη πιθανότητα.  Ποια είναι αυτή;  Εκείνη του υποψηφίου ο οποίος θα έχει κομματική στήριξη μεν, αλλά όχι καθοριστικού βαθμού εξάρτηση, από το Κόμμα ή Κόμματα, τα οποία θα τον στηρίξουν.

Η ανάγκη συμμετοχής στην εξουσία και οι περιορισμοί, τους οποίους η συμμετοχή στην Ε.Ε. θέτει από την άλλη, σε συνδυασμό με την αδυναμία ενός Κόμματος να αναδείξει τον εκλεκτό του  στην Εξουσία, από μόνο του, οδηγεί στις συνεργασίες.  Μέχρι στιγμής στην Κύπρο αυτές οι συνεργασίες και συμμαχίες καθορίζονταν από τρία βασικά κριτήρια:  α) Κυπριακό. β) Θέσεις για κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα. γ) Ιδεολογική εγγύτητα ή συγγένεια.  Με αυτά τα κριτήρια είχαμε μετά τον θάνατο του Προέδρου Μακαρίου (Αύγουστος του 1977), τη διαμόρφωση δύο μεγάλων ομάδων.  Από τη μια τη συμμαχία Κέντρου και Αριστεράς και από την άλλη η δεξιά.  Με το πέρασμα του χρόνου και τις ιδεολογικές μετατοπίσεις, συν τους περιορισμούς που η παρουσία στην Ε.Ε. θέτει στην άσκηση και εφαρμογή αριστερών πολιτικών, οι δύο ομάδες εξελίχθηκαν σε Κεντροαριστερής στροφής συνεργασία και Κεντροδεξιάς στροφής συμμαχία.  Οι δύο αυτές ομάδες με την αρχική τους χροιά ή τη μεταγενέστερη, κυβέρνησαν, περίπου ίσον χρονικό διάστημα, μετά το 1977.  Στα 51 χρόνια τα οποία θα συμπληρωθούν, το 2028, απο το 1977, η Κεντροαριστερή συμμαχία και η Κεντροδεξιά αντίστοιχη κυβέρνησαν περίπου από 25 χρόνια.  Η διαφορά του ενός έτους είναι η περίοδος της διακυβέρνησης Σπύρου Κυπριανού, προς συμπλήρωση της θητείας Μακαρίου.

Σήμερα οι ιστορικά διαμορφωθείσες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς έχουν υποστεί αλλαγές.  Πέραν από τις εσωτερικές ιδεολογικές μετατοπίσεις τους, έχουν εμφανιστεί σοβαρές ρωγμές στην ισχύ και επιρροή τους.  Τόσον από τη μείωση της εκλογικής δύναμης των ιστορικών Κομματικών πόλων ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ, ΔΗΚΟ, ΔΗ.ΣΥ όσον και από την εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών.  Ορισμένοι από τους οποίους μάλιστα έχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις από τα ιστορικά Κόμματα ή τα Κόμματα που γεννήθηκαν μέσα από τα σπλάχνα των ιστορικών πολιτικών δυνάμεων.  Διαφοροποιήσεις στο κυπριακό, στην οικονομία, στις κοινωνικές και ιδεολογικές προσεγγίσεις.  Παραδειγματικά και μόνο, αναφέρω δύο:  Το ΕΛΑΜ και το ΒΟΛΤ.  Όλα όσα έχω προαναφέρει δημιουργούν νέες συνθήκες και νέο πλαίσιο, στη προσπάθεια δημιουργίας μετώπου νίκης στις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές.  Αν μάλιστα προστεθεί και το γεγονός ότι τουλάχιστον δύο από τα Κόμματα εντός Βουλής, ως τώρα τουλάχιστον, εμφανίζονται να λειτουργούν εντελώς αρχηγικά, οι δυσκολίες σύμπηξης μετώπου δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο.  Αυτές οι δυσκολίες επαυξάνονται και από το γεγονός ότι Κόμματα τα οποία έχουν πολύ περισσότερο συγγενικές θέσεις π.χ. στην Οικονομία, όπως ΔΗ.ΣΥ και ΔΗ.ΚΟ,  έχουν σοβαρότατη απόσταση θέσεων στο Κυπριακό.  Και δεν είναι τα μόνα τα οποία σε ορισμένες θέσεις είναι πολύ κοντά και σε άλλες αρκετά μακριά.  Τα προαναφερθέντα δημιουργούν και ειδικές δυσκολίες στην επιλογή των προσώπων τα οποία θα επιλεγούν για να τρέξουν στον στίβο των Προεδρικών.

Συνοψίζοντας τα μέχρι στιγμής αναφερθέντα θα πρόσθετα ακόμα δύο κριτήρια, πέραν των δύο που έχω προαναφέρει, δηλαδή γ) την επιτυχή διαμόρφωση κοινών θέσεων όσων τυχόν θα συνεργαστούν, οι οποίες θα είναι πειστικές και δ) την επιλογή υποψηφίου ο οποίος πειστικά, θα μπορεί να τις εκφράσει.

Οδεύοντας προς τις Προεδρικές θα πρέπει να εκτιμηθεί σωστά και ο επηρεασμός του τελικού αποτελέσματος από σειρά άλλους παράγοντες, οι οποίοι θα εμφανισθούν στην πορεία.  Και για την ώρα θα σταθώ μόνο στους παράγοντες οι οποίοι έχουν να κάνουν με τις διαδικασίες πιθανόν συμμαχιών, που έχω ήδη αναφερθεί και τους διαδικαστικούς παράγοντες επιλογής.  Η διαδικασία επιλογής υποψηφίων αφορά δύο πεδία.  Το καθαρά κομματικό.  Δηλαδή τη διαδικασία επιλογής υποψηφίου εκ μέρους ενός Κόμματος ο οποίος θα είναι μέλος ή στέλεχος του Κόμματος.  Δηλαδή στην περίπτωση που ένα Κόμμα π.χ. ΔΗ.ΣΥ ή ΑΚΕΛ, αποφασίσει ότι θα διεκδικήσει με κομματικό υποψήφιο την Προεδρία.  Αυτή η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε συσπείρωση αλλά πιθανόν να οδηγήσει και σε αποσυσπείρωση.  Το δεύτερο πεδίο είναι η επιλογή υποψηφίου σε συνεργασία, μεταξύ δύο ή και περισσοτέρων Κομμάτων.  Σε αυτή την περίπτωση οι «μάχες» είναι τριών επιπέδων.  Η επίτευξη συμφωνίας, συνεργασίας, η συμφωνία στο πρόσωπο και η αποδοχή του προσώπου, στη βάση των συνεργαζομένων Κομμάτων.  Και αυτή η διαδικασία μπορεί να επιφέρει συσπείρωση ή αποσυσπείρωση.

Κατά συνέπεια οι αποφάσεις, κατά σειρά, αφορούν: Επιλογή Κομματικού ή όχι υποψηφίου, επιλογή συνεργαζόμενων πολιτικών δυνάμεων.

Συνοψίζοντας και πάλιν παρατηρούμε ότι στις επερχόμενες Προεδρικές Εκλογές, το πλαίσιο διεξαγωγής τους οριοθετείται από :

  1. Την ανάγκη συμμετοχής στην Εκτελεστική Εξουσία.
  2. Τα αντικειμενικά όρια τα οποία υπαγορεύει η συμμετοχή στην Ε.Ε.
  3. Την επιτυχή διαμόρφωση κοινών θέσεων, όσων ενδεχομένως θα συνεργαστούν, οι οποίες θέσεις θα είναι πειστικές.
  4. Την επιλογή υποψηφίου ο οποίος θα μπορεί να τις εκφράσει πειστικά.
  5. Από το βαθμό αποδοχής του υποψηφίου, είτε πρόκειται για Κομματικό, είτε για υποψήφιο συνεργασίας.

Στα πιο πάνω θα πρόσθετα ειδικά για τα ιστορικά Κόμματα, ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ, ΔΗΚΟ και ΔΗ.ΣΥ και την παράμετρο της ιστορίας του καθενός από αυτά, ο οποίος επίσης οριοθετεί τη συμπεριφορά τους.  Και θα κλείσω, αυτήν την πρώτη προσπάθεια οριοθέτησης του πλαισίου των Προεδρικών Εκλογών με το κυριότερο όριο.  Ποιας κοινωνικής ομάδας, κοινωνικού στρώματος, κοινωνικής τάξης τα ενδιαφέροντα και κατ΄ επέκταση τα συμφέροντα, εκφράζει κάθε κομματικός σχηματισμός και ο υποψήφιος του.