Του Νίκου Κατσουρίδη
Η νέα Βουλή θα έχει να επιτελέσει ένα ειδικό ρόλο. Ένα ρόλο ο οποίος θα επηρεάσει αποφασιστικά, πέραν από την παραγωγή ουσιαστικού έργου και την έναρξη της αποκατάστασης ή όχι, του ονόματος της ίδιας ως θεσμικού οργάνου. Αλλά και της έναρξης αποκατάστασης του ονόματος των Κομμάτων και του κομματικού συστήματος το οποίο έχει διαμορφωθεί ιστορικά στον τόπο μας. Το έργο δεν θα είναι καθόλου εύκολο, διότι η σύνθεση της νέας Βουλής από μόνη της έχει επιφέρει αλλαγές, οι οποίες αν κρίνει κάποιος, από τη συμπεριφορά ορισμένων πολιτικών δυνάμεων κατά την προεκλογική εκστρατεία, αλλά και από τον τρόπο πολιτικής συμπεριφοράς, αμέσως μετά τις 24 Μαΐου, προϊδεάζει για ειδικές δυσκολίες και ιδιομορφίες ως νεοφανείς καταστάσεις.
Το πώς συμπεριφέρθηκαν ορισμένες πολιτικές δυνάμεις οι οποίες πέτυχαν είσοδο στη Βουλή είναι καλά γνωστό και αναλυμένο. Όπως επίσης και οι ιδιόμορφες συμπεριφορές και προσεγγίσεις ορισμένων νεοεισελθόντων Βουλευτών. Το κύριο όμως που χαρακτήρισε και θα αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα στα Κοινοβουλευτικά δρώμενα, υπήρξε ο τρόπος ο οποίος επιλέγηκε και τελικά οδήγησε στην Εκλογή Προέδρου, του Νομοθετικού σώματος. Ουδείς μπορεί να σβήσει τις εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί τόσον ως εικόνα, όσον και επι της ουσίας, μιας πολιτικής συμπεριφοράς που δεν έχει προϋπάρξει στο παρελθόν. Μάλιστα ένα θα σημειώσω ότι η διαδικασία εκλογής της πλήρους σύνθεσης της Προεδρίας νέας Βουλής δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Υπο την έννοια ότι πέραν από τη θέση «Πρόεδρος της Βουλής» προνοούνται και άλλες θέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συμπληρώσουν την Προεδρία του σώματος. Αρχίζοντας από την επανεκλεγήσα Πρόεδρο της Βουλής έχει πολλά να κάμει προς αποκατάσταση του κύρους και του ονόματος της νομοθετικής εξουσίας. Αρχής γενομένης από την εύρυθμη λειτουργία του σώματος και των Επιτροπών έως την εικόνα η οποία εκπέμπεται από τη εβδομαδιαία σύνοδο της Ολομέλειας του Σώματος, η οποία αναμεταδίδεται τηλεοπτικά. Η εικόνα η οποία, αρκετές φορές έφτανε στους τηλεοπτικούς δέκτες, ήταν αυτή μιας σκληρής σύγκρουσης της ‘Εδρας με ξεχωριστούς Βουλευτές. Αυτή δεν μπορεί να αποτελεί χαρακτηριστική εντύπωση και της νέας Βουλής. Η υπομονή και η αυστηρή τήρηση του κανονισμού από όλους τους μετέχοντες στην Ολομέλεια είναι η πρώτη προϋπόθεση. Η δεύτερη είναι η δίκαιη προσέγγιση, κατά τη διαδικασία των όποιων εξαιρέσεων από τους κανονισμούς, κατά τη διάρκεια μιας Ολομέλειας. Το δικαίωμα του Προέδρου του Σώματος να λαμβάνει προσωπική απόφαση ρύθμισης της διαδικασίας (ruling), χρήζει εξαιρετικής προσοχής. Την ίδια στιγμή δεν πρέπει οποιοδήποτε μέλος του Σώματος, να τείνει να αμφισβητεί τον Πρόεδρο του Σώματος επι τακτικής ή το χειρότερο μονίμου βάσης. Πέραν τούτου, χρήζει προσοχής η άσκηση του δικαιώματος των Αρχηγών και Κοινοβουλευτικών Εκπροσώπων, να παρεμβαίνουν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας.
Φυσικά η έναρξη λειτουργίας της νέας Βουλής δεν σηματοδοτήθηκε μόνο, από τον τρόπο εκλογής του Σώματος, αλλά και από την μάχη καταμερισμού των Επιτροπών και καθορισμού των Προεδριών τους. Επι του προκειμένου, από τη στιγμή κατά την οποία η Βουλή έχει αποφασίσει και έχει δράσει, με βάση την αυστηρή τήρηση του Κανονισμού, έτσι και οφείλει να συνεχίσει. Για παράδειγμα αφότου αποφάσισε να προχωρήσουν οι διαδικασίες στη βάση της εφαρμογής των προνοιών του Κανονισμού, περι Κοινοβουλευτικών Κομμάτων, δεν μπορεί τώρα να πάει πίσω. Δεν μπορεί για παράδειγμα να κάνει ότι έκανε την περασμένη πενταετία, δημιουργώντας επι τούτου Επιτροπές, για να ικανοποιηθούν, τα θέλω μη Κοινοβουλευτικών Ομάδων. ΄Η χειρότερα να εξοφληθούν κατά αυτόν τον τρόπο πολιτικά χρέη. Γεγονός βέβαια που δυστυχώς είχε λειτουργήσει και στο απώτερο παρελθόν της Κοινοβουλευτικής δράσης.
Επιπρόσθετα, από τα πιο πάνω η επανάκτηση της έξωθεν καλής μαρτυρίας για τη Βουλή θα καθορισθεί και από άλλους παράγοντες. Ορισμένοι εκ των οποίων είναι διαδικαστικού χαρακτήρα και άλλοι ουσιαστικού. Ως διαδικαστικού χαρακτήρα να αναφέρω το πιο απλό. Το να αρχίζει η συνεδρία της Ολομέλειας της Πέμπτης στην καθορισμένη της ώρα. Από τα ουσιαστικά να σταθώ στο απαράδεκτο φαινόμενο να ψηφίζει η Βουλή εν γνώσει της αντισυνταγματικά νομοθετήματα. Αρα τα πρώτα δύο βήματα ας είναι: α) Συνέπεια στην ώρα έναρξης της Ολομέλειας του Σώματος. β) Αποφυγή της συνειδητής ψήφισης αντισυνταγματικών νόμων.
Αυτά τα οποία θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στη διαδικασία επίτευξης ουσιαστικού αποτελέσματος στη Βουλή και αποκατάστασης του κύρους της είναι τα εξής δύο: 1) Ο τρόπος λειτουργίας των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, ιδιαίτερα μετά την αντιπαραγωγική απόφαση πλήρους ανοίγματος των συνεδριάσεων τους. 2) Ο τρόπος με τον οποίο θα ασκήσει τα καθήκοντα και τις εξουσίες της η Θεσμοθετημένη πλέον «Σύσκεψη αρχηγών και Κοινοβουλευτικών Εκπροσώπων».
Η λειτουργία της Σύσκεψης Αρχηγών και Εκπροσώπων θα πρέπει να αντιμετωπίσει, ευθύς εξ΄ αρχής και το γεγονός, ότι ΑΛΜΑ και Άμεση Δημοκρατία, δεν είναι Κοινοβουλευτικές Ομάδες. Αρα προκύπτει θέμα αν δικαιούνται να παρίστανται στη Σύσκεψη. Αν αποφασισθεί να καλούνται κατ΄ εξαίρεση, το θέμα λήγει εκεί. Αν όχι, τότε θα πρέπει, ίσως, να ενημερώνονται ξεχωριστά ή κατ΄ ιδίαν από την Πρόεδρο της Βουλής.
Φυσικά το κύριο κριτήριο από το οποίο θα κριθεί η νέα Βουλή, είναι η παραγωγή, ουσιαστικού έργου. Και όταν λέω ουσιαστικό έργο εννοώ την επιτυχή και έγκαιρη διεκπεραίωση, συζήτηση, βελτίωση και έγκριση νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων. Δυστυχώς τείνουν να επικρατήσουν ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης των Βουλευτών, που πόρρω απέχουν από την ουσία, και που δυσκολεύουν την παραγωγή ουσίας, όπως π.χ. η υποβολή ερωτήσεων προς υπουργούς. Ποιός και πως για παράδειγμα αξιολογεί την τεράστια συμβολή, εκείνων των Βουλευτών που αποτελούν την ατμομηχανή επίτευξης των αναγκαίων συγκλίσεων μεταξύ των Κομμάτων;
Είναι και αρκετά άλλα τα οποία θα μπορούσε να αναφερθούν. Θέλω κλείνοντας να προσθέσω ακόμα δύο. Το ένα έχει να κάνει με τους ψηφοφόρους. Έναν συνειδητοποιημένο Βουλευτή δεν τον φτάνει ο χρόνος να ανταποκριθεί στα τριπλά του καθήκοντα. Πολιτικά, Κοινοβουλευτικά και Κοινωνικά. Εξού και ορισμένα προνόμια έχουν παραχωρηθεί ώστε να διευκολυνθεί η επιτέλεση αυτών των καθηκόντων. Αν λοιπόν οι ίδιοι οι Βουλευτές επιλέγουν να ιεραρχήσουν λάθος αυτά τα τρία καθήκοντα θα έχουν δυσκολίες σοβαρές. Από την άλλη όμως και οι ψηφοφόροι έχουν σοβαρότατο ρόλο. Διότι και αυτοί θα πρέπει να επιλέξουν τι ακριβώς θέλουν, τι αναμένουν από τον Βουλευτή. Αναμένουν για παράδειγμα να ρίξει το βάρος του στα Κοινοβουλευτικά του καθήκοντα, τα οποία επεκτείνονται εντός και εκτός Βουλής ή όχι; ΄Η προτιμά να τον βλέπει κυρίως να συμμετέχει σε προσωπικής υφής, για τον ίδιο τον ψηφοφόρο εκδηλώσεις, π.χ. γάμους, βαφτίσια κλπ. Η σχέση Βουλής – Κοινωνίας και Βουλευτή – ψηφοφόρων δεν είναι μονόδρομη. Είναι αμφίδρομη.
Το τελευταίο σημείο στο οποίο θέλω να αναφερθώ, θα είναι ίσως, για το επόμενο χρονικό διάστημα των 20 μηνών, το πλέον καθοριστικό. Τι εννοώ; Από το πώς τα Κόμματα και η Βουλή θα χειρισθούν νομοσχέδια και προτάσεις νόμου, ενόψει των Προεδρικών Εκλογών του 2028. Το αν το κριτήριο της στάσης τους θα είναι το πώς διευκολύνουν τις δικές του επιλογές με στόχο τις Προεδρικές θα έχουμε ένα άλφα αποτέλεσμα. Αν το κριτήριο είναι το πώς θα υπάρξει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για το καλό της Κοινωνίας θα έχουμε ένα βήτα αποτέλεσμα. Αν πάλιν προσπαθήσουν να ισορροπήσουν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κριτηρίου, τότε θα έχουμε αντιφατικά, αποτελέσματα και χρονοβόρες διαδικασίες. Εύχομαι να επικρατήσει το σοβαρά και υπεύθυνα υπερ της Κοινωνίας και του τόπου. Βέβαια δεν είναι εύκολο, γιατί η Βουλή καλείται να συμβιβάζει αντιφατικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα.



