Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη, με επιστολή ημερομηνίας 11 Μαΐου 2026, απέρριψε επισήμως τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην επιστολή της Τουρκίας της 16ης Φεβρουαρίου 2026, τονίζοντας ότι «υπάρχει μόνο ένα κράτος στην Κύπρο», το οποίο εκπροσωπείται από «τη μόνη νόμιμη Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ίδρυσή της το 1960».
Στην επιστολή υπενθυμίζεται ότι η «παράνομη χρήση βίας από την Τουρκία» το 1974 και η «συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή» μέρους του κυπριακού εδάφους δεν επηρεάζουν την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας «επί του συνόλου του εδάφους της» ούτε τα δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Η κυπριακή πλευρά αναφέρεται επίσης στα Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας, σημειώνοντας ότι το Συμβούλιο καταδίκασε την απόπειρα απόσχισης μέρους της Κύπρου και έκρινε νομικά άκυρη τη διακήρυξη της αποκαλούμενης «τουρκικής δημοκρατίας της βόρειας κύπρου».
Υπογραμμίζει ότι η παρανομία της «τδβκ» απορρέει από την ίδρυσή της «ως αποτέλεσμα παράνομης χρήσης βίας» και «άλλων κατάφωρων παραβιάσεων κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου, ιδίως εκείνων αναγκαστικού χαρακτήρα, όπως επιβεβαιώθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο στη Γνωμοδότηση του για το Κόσοβο το 2010».
Κατά συνέπεια, επισημαίνει η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου, η εν λόγω οντότητα «στερείται διεθνούς νομικής προσωπικότητας» και δεν έχει «ικανότητα σύναψης διεθνών συμφωνιών», γεγονός που καθιστά οποιεσδήποτε τέτοιες συμφωνίες «άκυρες εξαρχής κατά το διεθνές δίκαιο».
Σε ό,τι αφορά τα θαλάσσια ζητήματα, η Κύπρος αναφέρει ότι οι αξιώσεις που υπέβαλε η Τουρκία μέσω γεωγραφικών συντεταγμένων δεν έχουν «καμία απολύτως νομική βάση» και δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις για την Κύπρο ή οποιοδήποτε τρίτο κράτος.
Απορρίπτει τη θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλάσσιων ζωνών πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης, χαρακτηρίζοντας την «ψευδή και παντελώς αβάσιμη» και αντίθετη προς το άρθρο 121 παράγραφος 2 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Σύμφωνα με την επιστολή, η θαλάσσια περιοχή που αξιώνει η Τουρκία είναι «υπερβολική, παράλογη και παραβιάζει τα νόμιμα δικαιώματα της Κύπρου επί των θαλάσσιων ζωνών της, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του εθιμικού διεθνούς δικαίου όπως αποτυπώνεται στη Σύμβαση».
Η Κύπρος υπενθυμίζει ακόμη ότι είχε απορρίψει και στο παρελθόν τις τουρκικές αξιώσεις σχετικά με τα φερόμενα εξωτερικά όρια της υφαλοκρηπίδας της Τουρκίας, μεταξύ άλλων μέσω επιστολών ημερομηνίας 24 Απριλίου 2020 και 20 Ιανουαρίου 2020. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ετοιμότητά της για διπλωματία, αναφέροντας ότι η Κύπρος έχει «σταθερά υπογραμμίσει τη σημασία της διεξαγωγής ουσιαστικών διαπραγματεύσεων» με την Τουρκία «σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».
Τέλος, η Κύπρος επαναλαμβάνει ότι έχει καλέσει την Τουρκία να διαπραγματευτεί «καλή τη πίστει» για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών βόρεια και δυτικά του νησιού. Υπενθυμίζει επίσης την πρότασή της για σύναψη ειδικής συμφωνίας με την Τουρκία, ώστε το ζήτημα να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο, προκειμένου να καθοριστεί οριστικά το θαλάσσιο όριο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ «σε συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο».
«Εάν η Τουρκία αισθάνεται τόσο βέβαιη για τις νομικές της θέσεις, η πρόταση αυτή επιτρέπει τα επιχειρήματα αυτά να τεθούν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, ως του κύριου δικαιοδοτικού οργάνου των Ηνωμένων Εθνών», αναφέρει η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου.
(ΚΥΠΕ/ΓΓΑ/ΓΒΑ)




