*Του Δρ. Βασίλη Μαύρου

Από το Ψήφισμα 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έως σήμερα, οι κακοί χειρισμοί, η αδράνεια και οι εσωτερικές πιέσεις συνεχίζουν να κρατούν τους νόμιμους κατοίκους μακριά από την πόλη τους. Η συνεχιζόμενη κατοχή της Αμμοχώστου αποτελεί μία από τις πιο επίμονες πληγές της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου.
Για δεκαετίες καλλιεργήθηκαν προσδοκίες επιστροφής, συχνά παρουσιαζόμενες ως εφικτές. Ωστόσο, πίσω από τις διακηρύξεις διαμορφώθηκαν πολιτικές επιλογές και χειρισμοί που, αντί να φέρουν τη δικαίωση των νόμιμων κατοίκων, παγίωσαν την εκκρεμότητα και διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα στην ελπίδα και την πραγματικότητα.
Πριν από το 1974, η Αμμόχωστος αναφερόταν ευρέως και σε επίσημα συμφραζόμενα ως «Βαρώσι» ή «Βαρώσια». Οι ονομασίες αυτές εμφανίζονται σε ποικίλες επίσημες και διοικητικές χρήσεις για την πόλη: σε πρακτικά και σφραγίδες του Δημοτικού Συμβουλίου Αμμοχώστου, σε ταχυδρομικές σημάνσεις και εμπορική αλληλογραφία με τη διπλή αναφορά «Famagusta (Varosha)», καθώς και σε διοικητικούς και χαρτογραφικούς προσδιορισμούς της βρετανικής Αποικιακής Διοίκησης. Η χρήση των ονομασιών αυτών δεν ήταν απλώς λαϊκή· αποτύπωνε μια αναγνωρισμένη αστική ταυτότητα της πόλης, με έντονη οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα.
Κομβική στιγμή αποτέλεσε το Ψήφισμα 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο καλούσε ρητά για τη μεταβίβαση της περιοχής των Βαρωσίων στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Την περίοδο εκείνη, η πρόνοια αυτή θεωρήθηκε ως ρεαλιστική αφετηρία για την επιστροφή των κατοίκων και την αποκατάσταση της νόμιμης διοίκησης.
Ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις κατοχής αρνήθηκαν συστηματικά να εφαρμόσουν το Ψήφισμα 550. Μεθοδευμένα εισήγαγαν παράνομους εποίκους από την Τουρκία, εγκαθιστώντας τους σε περίπου το 82% της Αμμοχώστου, παγιώνοντας μια κατάσταση που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και στερεί πρακτικά την επιστροφή των νόμιμων κατοίκων.
Διαχρονικά, οι εκάστοτε κυβερνήσεις της Κύπρου απέφυγαν — ή δεν κατόρθωσαν — να διευκρινίσουν στη διεθνή κοινότητα ότι η περιοχή των «Βαρωσίων» δεν αποτελούσε ξεχωριστή ζώνη, αλλά αφορούσε ουσιαστικά ολόκληρη την Αμμόχωστο. Η ασάφεια αυτή αποδυνάμωσε τη διπλωματική επιχειρηματολογία και επέτρεψε ερμηνείες που περιόριζαν το εύρος του ζητήματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μέχρι την ανακοίνωση του Ψηφίσματος 550, δεν είχε συντελεστεί παράνομη κατοίκηση μέρους της πόλης από τις τουρκικές δυνάμεις, γεγονός που ενίσχυε τη δυνατότητα άμεσης επιστροφής.
Την ευθύνη, όμως, δεν φέρουν μόνο οι κυβερνήσεις. Αντιπρόσωποι της Αμμοχώστου και τμήματα της πολιτικής ηγεσίας επέδειξαν κατά περιόδους αμέλεια, αδιαφορία ή καταδικαστέα αδράνεια στην προώθηση μιας συνεκτικής στρατηγικής για την απελευθέρωση της πόλης. Αντί για συντονισμένη, ευφυή και μαχητική διπλωματική κινητοποίηση, επικράτησε συχνά η αναμονή, η εσωστρέφεια και η μετακύλιση ευθύνης.
Στο εσωτερικό πεδίο, αναπτύχθηκαν πιέσεις και μορφές χορηγούμενης υποστήριξης και επιρροής από κύκλους πέραν των άμεσα ενδιαφερόμενων Αμμοχωστιανών, οι οποίες λειτούργησαν ανασταλτικά για την ανάληψη αποφασιστικών πρωτοβουλιών. Η δυναμική αυτή διατήρησε μια πολιτική στάση που έλειπε από θέληση, αποφασιστικότητα και αγωνιστικότητα, ακόμη και όταν υπήρχαν περιθώρια ουσιαστικών και αποτελεσματικών διπλωματικών κινήσεων διεθνώς, ιδίως στον ΟΗΕ.
Έτσι, η Αμμόχωστος παραμένει μέχρι σήμερα όμηρος της κατοχής και της αδικίας. Πέραν της αδιαλλαξίας της Τουρκίας και των εγκαθέτων της στην Κύπρο, οι ευθύνες βαραίνουν διαχρονικά τις πολιτικές ηγεσίες, δημοτικές και τοπικές αρχές, καθώς και κύκλους που — ηθελημένα ή αθέλητα — λειτούργησαν ως φορείς επιρροής και αναπαραγωγής της τουρκικής προπαγάνδας.
Η παρατεταμένη εκκρεμότητα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής· είναι και συνέπεια ανεπαρκούς διεκδικητικότητας, ελλείμματος πολιτικής βούλησης και απουσίας συντονισμένης, μαχητικής παρουσίας στη διεθνή αρένα. Η δικαίωση των νόμιμων κατοίκων παραμένει υπόθεση που απαιτεί σταθερή θέληση, διορατικότητα και αδιάλειπτη διπλωματική πίεση.
- Ο Δρ. Βασίλης Μαύρου είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ



