Μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα 58 δελτία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ελλάδας του Ιουλίου και Αυγούστου 1974, που αποχαρακτηρίστηκαν και δόθηκαν στη δημοσιότητα χθες.

Αν και ορισμένα σημεία από τα έγγραφα παραμένουν ακόμα απόρρητα, η εξέταση των εγγράφων τις κρίσιμες μέρες πριν και μετά το πραξικόπημα και την εισβολή ανοίγει τον δρόμο προκειμένου να πέσει φως σε ζητήματα, που παραμένουν ακόμα σκοτεινά και αφορούν τη σημαντικότερη περίοδο της κυπριακής ιστορίας. Παράλληλα, επιτρέπει τη μελέτη γύρω από ιστορικά ερωτήματα όπως οι σχέσεις Λευκωσίας – Αθήνας, τη γνώση ή όχι της Ελλάδας αναφορικά με τις προετοιμασίες της Τουρκίας για την εισβολή αλλά και τον βαθμό που οι μυστικές υπηρεσίες της Ελλάδας γνώριζαν τις κινήσεις των πραξικοπηματιών της 15ης Ιουλίου.
Αν και η αναφορά της 14ης Ιουλίου 1974 δεν έχει αποχαρακτηριστεί, η μελέτη των αναφορών των προηγούμενων ημερών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική αναφορικά με το κλίμα της περιόδου και τις κάκιστες σχέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Μακαρίου και την ηγεσία της χούντας των Αθηνών.
Στην αναφορά της 12ης Ιουλίου 1974 η ΕΥΠ (τότε ΚΥΠ) κάνει εκτενή αναφορά στις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου σχετικά με το ζήτημα των σχέσεων χούντας και ΕΟΚΑ Β’. Στην αναφορά υπάρχει ενημέρωση για την απόφαση της κυπριακής Κυβέρνησης να προβεί σε ορισμένες κινήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι «η Ελληνική Κυβέρνησις θα λάβη μέτρα προς διάλυσιν της ΕΟΚΑ Β’». Ανάμεσα στα μέτρα ήταν να μην τεθεί θέμα προθεσμίας αποχώρησης των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο, να μην τεθεί θέμα για τον ακριβή αριθμό τους αλλά και να συζητηθεί η νομική τους κατάσταση στο μέλλον. «Πιστεύεται ότι η έως άνω διαλλακτική θέσις της Κυπριακής Κυβερνήσεως πιθανόν να αποβλέπη εις εξοικονόμησιν χρόνου προς χαλάρωσιν της εντάσεως και σταδιακήν αποχώρησιν των Ελλήνων αξιωματικών μετά την απόλυσιν σειράς οπλιτών κατά τον μήνα Σεπτέμβριον και οριστικήν σταθεροποίησιν της οροφής της ΕΦ», αναφέρει στον σχολιασμό των γεγονότων η αναφορά. Ενδεικτικότερος του κλίματος είναι ο σχολιασμός των ίδιων γεγονότων της επόμενη μέρα, όταν η υπηρεσία αναφέρει στην Αθήνα τη σχετική ενημέρωση που έλαβε ο Έλληνας Πρέσβης από τον Υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου για τις συγκεκριμένες αποφάσεις: «Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διά των ανωτέρω προτάσεων του εκβιάζει την Ελληνικήν Κυβέρνησιν προκειμένου να πετύχει την διάλυσιν της ΕΟΚΑ Β, είναι δε αμφίβολον κατά πόσον θα ικανοποιήση την Ελληνικήν πλευράν», σημειώνεται στην αναφορά της 13ης Ιουλίου 1974.
Στο ίδιο κλίμα κινείται και η αναφορά της 15ης Ιουλίου. Σε αυτήν σχολιάζεται συνέντευξη του Μακαρίου σε βρετανικό Μέσο, στην οποία καυτηριάζει τη στάση της Αθήνας και την κατηγορεί ότι βρίσκεται πίσω από την ΕΟΚΑ Β’. Ο συγγραφέας της αναφοράς της ΕΥΠ σχολιάζει αναφορικά με τη συνέντευξη: «Δια των ως άνω ενεργειών του ο Μακάριος προσπαθεί να εκθέση την Ελληνικήν κυβέρνησιν διεθνώς και να εξαναγκάση ταύτην να προβή εις ενέργειες προς διάλυση της ΕΟΚΑ Β. Εκτιμάται ότι η ανωτέρω τακτική θα συνεχισθή».
Όπως σχολιάζει ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου, στο κείμενο που συνοδεύει το Δελτίο Τύπου της ΕΥΠ για τον αποχαρακτηρισμό των εγγράφων, η τελευταία αυτή πρόταση αποδεικνύει ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Ελλάδας δεν είχαν γνώση των προετοιμασιών για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. «Διαφαίνεται ότι η Υπηρεσία δεν είχε αναμιχθεί στην οργάνωση του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου εναντίον του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Βέβαια, εκ της φύσεώς τους, τα Δελτία Πληροφοριών δεν αναμένεται να αναφέρουν στοιχεία για ένα σχεδιαζόμενο, δηλαδή μελλοντικό πραξικόπημα· καταγράφουν αυτό που έχει συμβεί την προηγούμενη ημέρα και δεν θα καταγράψουν αυτό που δεν έχει ακόμη συμβεί. Ωστόσο, από το υλικό είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι οι συντάκτες των Δελτίων και γενικά – αυτό, νομίζω, μπορεί να λεχθεί με λελογισμένη βεβαιότητα – η Υπηρεσία, δεν ήταν ενήμερη για τον σχεδιασμό του πραξικοπήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Δελτίο της 15ης Ιουλίου (που κάλυπτε χρόνο έως τις 8 το πρωί εκείνης της ημέρας), αναφέρεται: «Εκτιμάται ότι η ανωτέρω τακτική [του Μακαρίου] θα συνεχισθή». Πρόκειται για μια λανθασμένη εκτίμηση – προδικάζει τη συνεχιζόμενη παρουσία του Μακαρίου –, η οποία δεν θα εκφραζόταν εάν οι συντάκτες γνώριζαν ότι σε μισή ώρα θα γινόταν το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου και θα διαψεύδονταν», αναφέρει ο κ. Χατζηβασιλείου, Καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.
Στην αναφορά της 16ης Ιουλίου γίνεται εκτενής περιγραφή των γεγονότων του πραξικοπήματος, της κατάληψης του ΡΙΚ και της εκφώνησης διαγγέλματος από τον Νίκο Σαμψών αλλά και των δηλώσεων της τουρκοκυπριακής και τουρκικής ηγεσίας με τις οποίες σημειώνεται ότι «η Τουρκία δεν θα δεχθεί τετελεσμένα και διατηρεί το δικαίωμα επεμβάσεως». Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι η αναφορά της 16ης Ιουλίου 1974 περιέχει μόνο καταγραφή των γεγονότων και όχι σχολιασμό, όπως οι αναφορές των προηγούμενων ημερών.
Καταγραφές εξελίξεων
Ο αποχαρακτηρισμός δελτίων, που συνέταξαν τους μήνες του Ιουλίου και Αυγούστου 1974 στελέχη της τότε ΚΥΠ έγινε, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την τραγωδία της Κύπρου.
Πρόκειται για 58 έγγραφα, που αποτελούν καταγραφές των εξελίξεων των δύο εκείνων μηνών από στελέχη της ΚΥΠ, τα οποία η ΕΥΠ δίνει πλέον στη δημοσιότητα.
«Σε μία προσπάθεια να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων και συνθηκών του πραξικοπήματος κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και της τουρκικής εισβολής, η ΕΥΠ με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την τραγωδία της Κύπρου, δίνει στη δημοσιότητα τα 58 δελτία που συνέταξαν τους δύο αυτούς δραματικούς μήνες, τα αρμόδια στελέχη της ΚΥΠ, όπως τότε ονομαζόταν η υπηρεσία», αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου.
Όπως αναφέρει η σχετική ενημέρωση, τα 58 έγγραφα συνιστούν ουσιαστικά «ένα ημερολόγιο εξελίξεων μιας τραυματικής περιόδου της ιστορίας του ελληνισμού», τα οποία δίνονται πλέον «στη διάθεση των ιστορικών, αλλά και κάθε ενδιαφερομένου, για μελέτη, άντληση στοιχείων και εξαγωγή συμπερασμάτων».
Σύμφωνα με την ΕΥΠ, το συγκεκριμένο υλικό ακόμα και σε μια απλή ανάγνωσή του και παρά τη χρονική απόσταση, που έχει μεσολαβήσει «σε πολλά σημεία εντυπωσιάζει, αλλά και προκαλεί έντονα συναισθήματα».
Σε μήνυμά του για τον αποχαρακτηρισμό των εγγράφων, ο Διοικητής της ΕΥΠ Θεμιστοκλής Δεμίρης τονίζει ότι τα 50 χρόνια που πέρασαν από τότε, «αν δεν επιβάλλουν, σίγουρα επιτρέπουν να κοιτάξεις πίσω σε μία άσκηση εθνικής και η υπηρεσιακής αυτογνωσίας».
Από την πλευρά του ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Ευάνθης Χατζηβασιλείου, στο δικό του μήνυμα, χαρακτηρίζει κρίσιμης σημασίας το υλικό, τονίζοντας ότι, συνδυαζόμενο με τις άλλες διαθέσιμες πηγές, θα συμβάλλει στην προσπάθεια συγκρότησης μιας συνολικής εικόνας των καθοριστικών εκείνων γεγονότων.
Όπως αναφέρει η ΕΥΠ, πρόκειται για την πρώτη φορά που η Υπηρεσία αποχαρακτηρίζει αρχειακό της υλικό, «εφαρμόζοντας φυσικά τις διαδικασίες που προβλέπει σχετική νομοθεσία». «Σύμφωνα δε με το Διοικητή της υπάρχει πρόθεση να υπάρξουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες που θα δώσουν την ευκαιρία να συνεκτιμηθεί η οπτική γωνία της Υπηρεσίας με τα τότε χαρακτηριστικά της, στη μελέτη ακόμα και ιδιαίτερα ευαίσθητων περιόδων της ιστορίας μας», αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου.
Το σύνολο των 58 πληροφοριακών δελτίων της περιόδου Ιουλίου Αυγούστου 1974 είναι διαθέσιμο στους συνδέσμους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δελτίο Τύπου της ΕΥΠ, στον σύνδεσμο https://www.nis.gr/el/historical-archive/6792.




