Ερευνητική Επιτροπή για Πολιτογραφήσεις: Ενδεχόμενες πολιτικές, ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες


Ενδεχόμενες πολιτικές, ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες εντοπίζει το πόρισμα της imagewΕρευνητικής Επιτροπής για διερεύνηση των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών, όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Μύρωνας Νικολάτος, κατά την παράδοση της τελικής έκθεσης της Επιτροπής  στον Γενικό Εισαγγελέα, Γιώργο Σαββίδη.

«Κατά την κρίση της Επιτροπής, τον ουσιώδη χρόνο 2007 μέχρι και τον Αύγουστο του 2020, υπήρξε μαζική παρανομία, δηλαδή υπέρβαση του σχετικού νόμου από πλευράς Υπουργικού Συμβουλίου και από άλλους, αναφορικά με την πολιτογράφηση μελών των οικογενειών των επενδυτών-επιχειρηματιών και διευθυντικών στελεχών εταιρειών-επενδυτών», είπε ο κ. Νικολάτος.

Συγκεκριμένα, πρόσθεσε, από τις 6.779 κατ`εξαίρεση πολιτογραφήσεις φυσικών προσώπων τα 3.609 φυσικά πρόσωπα, ή ποσοστό 53%, αφορούν σε μέλη οικογενειών και διευθυντικά στελέχη εταιρειών, τα οποία πολιτογραφήθηκαν εκτός νομικού πλαισίου.

Είναι προφανές, συνέχισε, ότι το ΚΕΠ λειτουργούσε από το 2007 μέχρι τις 17 Αυγούστου 2020 με κενά και ελλείψεις χωρίς επαρκές νομοθετικό και σχεδόν καθόλου κανονιστικό πλαίσιο.

Από τα ενώπιόν μας στοιχεία υπάρχουν ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες πολιτικών προσώπων, θεσμών και αξιωματούχων.

Εντοπίστηκαν επίσης ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες που βαρύνουν κυρίως αιτητές-επενδυτές και επιχειρηματίες, αλλά και παρόχους ή και συνεργάτες τους. Επιπρόσθετα εντοπίστηκαν και ενδεχόμενες πειθαρχικές ή δεοντολογικές ευθύνες.

Ο Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι «όπως και στην περίπτωση της ενδιάμεσης έκθεσης, η τελική έκθεση που μου παραδίδεται σήμερα θα τύχει σε πρώτο στάδιο ενδελεχούς μελέτης από τη Νομική Υπηρεσία. Στη συνέχεια, και όπως ακριβώς έλαβα τη δέσμευση τόσο προς εσάς όσο και δημόσια, θα δοθεί στη δημοσιότητα κατά τον ίδιο τρόπο που δόθηκε η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής».

Πρόσθεσε ότι οι περιπτώσεις «στις οποίες εισηγείσθε εξέταση και ανάκριση υπηκοοτήτων θα παραπεμφθούν στα αρμόδια όργανα του κράτους για μελέτη και λήψη αποφάσεων. Το ίδιο θα γίνει και για τις περιπτώσεις που εντοπίζετε πιθανότητα ύπαρξης πειθαρχικών ευθυνών».

«Διαβεβαιώνω ότι εκεί και όπου εντοπίζονται συνθήκες που δικαιολογούν ποινικές ανακρίσεις και την προσαγωγή προσώπων ενώπιον της Δικαιοσύνης, η Νομική Υπηρεσία θα πράξει το καθήκον της στο ακέραιο», είπε ο κ. Σαββίδης.

Στην ομιλία του, κατά την τελετή παράδοσης του πορίσματος, ο κ. Νικολάτος είπε πως η τελική έκθεση της Επιτροπής, που κατατέθηκε σήμερα, αποτελείται από 780 σελίδες και συνοδεύεται από παραρτήματα πέραν των 5000 σελίδων.

Διαβεβαίωσε πως η Επιτροπή κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιτελέσει την αποστολή της, «κατά τρόπο ορθό, δίκαιο, αμερόληπτο και αντικειμενικό, έχοντας αποκλειστικό γνώμονα τη νομιμότητα και τους όρους εντολής μας».

Ο κ. Νικολάτος είπε πως το πόρισμα συνιστά απόρροια ενδελεχούς εξέτασης όλων των πληροφοριών και των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον της Επιτροπής, σε σχέση με τα κατ’ εξαίρεση πολιτογραφηθέντα πρόσωπα.

Σημείωσε πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν οιονεί δικαστική και πως στο πολύ σύντομο χρονικό διάστημα των εννέα μηνών, υπήρξε πλήρης σεβασμός στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της νομιμότητας, προκειμένου να εξεταστούν όλοι οι φάκελοι των 6.779 φυσικών προσώπων, που πολιτογραφήθηκαν ως Κύπριοι πολίτες, στο πλαίσιο του σχεδίου των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων.

Επεσήμανε πως εξαιτίας του πολύ σύντομου αυτού χρονικού διαστήματος, δεν κατέστη εφικτό να προσέλθουν όλοι οι επηρεαζόμενοι ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, ούτως ώστε να καταθέσουν τις θέσεις τους, ωστόσο, όλες οι υποβληθείσες ενώπιον της Επιτροπής παραστάσεις από τα εν λόγω πρόσωπα, μέχρι την 01 Ιουνίου 2021, λήφθηκαν υπόψιν στη σύνταξη του πορίσματος.

Ο κ. Νικολάτος είπε πως κατά την κρίση της Επιτροπής, τον ουσιώδη χρόνο 2007 – Αύγουστο 2020, υπήρξε μαζική παρανομία, δηλαδή υπέρβαση του σχετικού Νόμου, από πλευράς Υπουργικού Συμβουλίου και από άλλους, αναφορικά με την πολιτογράφηση μελών των οικογενειών των επενδυτών – επιχειρηματιών και διευθυντικών στελεχών εταιρειών – επενδυτών.

Συγκεκριμένα, συνέχισε, από τις 6.779 κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις φυσικών προσώπων, τα 3.609 φυσικά πρόσωπα ή ποσοστό 53%, αφορούσε σε μέλη οικογενειών και διευθυντικά στελέχη εταιρειών, τα οποία πολιτογραφήθηκαν εκτός νομικού πλαισίου. Από τα υπόλοιπα 3.170 φυσικά πρόσωπα ή το υπόλοιπο 47% που πολιτογραφήθηκαν σύμφωνα με τον εξουσιοδοτικό Νόμο, το 66% ικανοποιούσαν όλα τα ουσιαστικά και τυπικά κριτήρια, ενώ το 34% δεν φαίνεται να ικανοποιούσαν όλα τα τυπικά κριτήρια.

Εξάλλου, ποσοστό 92% των επενδυτών φαίνεται να ικανοποιούσε, επί της ουσίας, το οικονομικό κριτήριο, ενώ για το υπόλοιπο ποσοστό 8% εντοπίστηκαν παρατυπίες ή/και ελλείψεις και δεν φαίνεται να το ικανοποιούσε. Επίσης ποσοστό ύψους 88% φαίνεται να ικανοποιούσε, επί της ουσίας, το κριτήριο της μόνιμης ιδιόκτητης κατοικίας, ενώ ποσοστό ύψους 12% δεν φαίνεται να το ικανοποιούσε.

Ο κ. Νικολάτος είπε πως το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ το 2015 και το 2016 είχε στην κατοχή του γνωματεύσεις της Νομικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις οποίες η κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση των μελών των οικογενειών των επενδυτών ήταν, ενδεχομένως, παράνομη, εντούτοις συνέχισε την ίδια πρακτική μέχρι το 2020, χρονιά κατά την οποία τροποποιήθηκε ο νόμος.

«Είναι προφανές ότι το ΚΕΠ λειτουργούσε από το 2007 μέχρι τις 17.08.2020 με κενά και ελλείψεις, χωρίς επαρκές Νομοθετικό και σχεδόν καθόλου Κανονιστικό πλαίσιο. Επίσης, απουσίαζαν οι ασφαλιστικές δικλείδες, η ορθή νομική καθοδήγηση, αλλά και οι επαρκείς έλεγχοι, έστω και ως προς τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς», ανέφερε.

Επεσήμανε πως «σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε ότι ορισμένοι πάροχοι, δικηγόροι, λογιστές, Τράπεζες, κτηματομεσίτες και επιχειρηματίες ανάπτυξης γης δεν ανταποκρίθηκαν, επαρκώς, στις νομικές και άλλες υποχρεώσεις τους.

Σε κάποιες δε περιπτώσεις, πρόσθεσε, ούτε τα εποπτικά σώματα των παρόχων προέβησαν στους απαραίτητους ελέγχους.

Ο κ. Νικολάτος ανέφερε πως «από τα ενώπιον μας στοιχεία, υπάρχουν ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες πολιτικών προσώπων, Θεσμών και Αξιωματούχων. Εντοπίστηκαν, επίσης, ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες που βαρύνουν, κυρίως, αιτητές – επενδυτές και επιχειρηματίες, αλλά και παρόχους ή και συνεργάτες τους. Επιπρόσθετα, εντοπίστηκαν και ενδεχόμενες πειθαρχικές ή δεοντολογικές ευθύνες».

Είπε πως «στη βάση των εν λόγω ευρημάτων, η Επιτροπή καλεί όλους τους αρμόδιους όπως αξιοποιήσουν πλήρως τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Πόρισμα και όπως προχωρήσουν καθηκόντως στην αναζήτηση και τιμωρία όσων ευθύνονται, ανάλογα με τον τύπο και τον βαθμό της ευθύνης τους. Αυτό άλλωστε απαιτεί το κράτος δικαίου», πρόσθεσε και σημείωσε «η ανάληψη των πολιτικών ευθυνών, επαφίεται στους επηρεαζόμενους και γενικά στην πολιτική ζωή του τόπου».

Ανέφερε πως «η Επιτροπή εισηγείται, επίσης, την εξέταση του ενδεχομένου ανάκλησης πολιτογραφήσεων, σε 85 υποθέσεις, από την εξέταση των οποίων προέκυψε ότι , ενδεχομένως, οι αιτητές να ευθύνονται για ποινικά ή άλλα αδικήματα, με απώτερο στόχο την εξασφάλιση της πολιτογράφησης, ή των οποίων η πολιτογράφηση δύναται να ανακληθεί σύμφωνα με το Νόμο ή και για άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος».

Επεσήμανε πως «για τον πολύ μεγάλο αριθμό των πολιτογραφήσεων που έγιναν καθ’ υπέρβαση του νόμου, χωρίς, ωστόσο, να ευθύνονται οι αιτητές, το ζήτημα της ανάκλησης είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο, αφού δυνατόν να δημιουργήθηκαν κεκτημένα δικαιώματα, δυνάμει του κυπριακού ή του ενωσιακού Δικαίου», για να σημειώσει πως αυτό επαφίεται στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.

Σημείωσε ότι διαχρονικά οι, καθ’ υπέρβαση του Νόμου, Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου είναι μεν ακυρώσιμες, υπό προϋποθέσεις, αλλά δεν επισύρουν ποινική ευθύνη για τα Μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, εκτός εάν έγιναν σκόπιμα και με σκοπό την καταδολίευση, πράγμα που δεν διαπιστώθηκε από τα ενώπιον μας στοιχεία.

Είπε πως κατά την άποψη της Ερευνητικής Επιτροπής η έκθεση ενδείκνυται όπως δημοσιοποιηθεί, εναπόκειται όμως σε εσάς να προβείτε σε ανωνυμοποίηση για σκοπούς συμμόρφωσης με το Νόμο και για την προστασία του Δημοσίου Συμφέροντος, κατά τον ίδιο τρόπο που έχει συμφωνηθεί από κοινού μεταξύ μας, για την Ενδιάμεση Έκθεση.  Όσον αφορά τα παραρτήματα της έκθεσης, αυτά μπορούν να δημοσιοποιηθούν σε χρόνο και έκταση που θα κρίνετε εσείς κατάλληλο, πρόσθεσε.

Ευχαρίστησε το ΥΠΕΣ, το ΥΠΟΙΚ και τους αντίστοιχους Υπουργούς για τη συνεργασία τους καθώς και τον Γενικό Εισαγγελέα για τη βοήθεια και τη στήριξη στο έργο τους, καθώς επίσης και όσους άλλους συνεργάστηκαν με την Επιτροπή.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Εισαγγελέας είπε πως παραλαμβάνει με μεγάλη ικανοποίηση την τελική έκθεση της Επιτροπής, την οποία και ευχαρίστησε.

«Ήταν ένα τεράστιο έργο και ο χρόνος ήταν περιορισμένος από τη Νομοθεσία. Ανταποκριθήκατε στο ακέραιο στις υποχρεώσεις σας. Κρίνοντας από την πληρότητα, τη λεπτομέρεια, την ανάλυση και την καθαρότητα της ενδιάμεσης έκθεσης την οποία μου παραδώσατε στις 16 Απριλίου 2021 την οποία μελέτησα, είμαι πεπεισμένος για την πληρότητα και ποιότητα της τελικής έκθεσης που τώρα μου παραδίδετε. Φέρατε εμπρόθεσμα σε πέρας ένα πολύ σοβαρό έργο που αναλάβατε να διεκπεραιώσετε», ανέφερε.

Είπε πως όπως και στην περίπτωση της ενδιάμεσης έκθεσης, η τελική έκθεση θα τύχει σε πρώτο στάδιο ενδελεχούς μελέτης από τη Νομική Υπηρεσία. «Στη συνέχεια, και όπως ακριβώς ανέλαβα τη δέσμευση τόσο σε εσάς όσο και δημόσια, θα δοθεί στη δημοσιότητα κατά τον ίδιο τρόπο που δόθηκε η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής σας», ανέφερε. Ανέφερε πως η ανωνυμοποίηση του πορίσματος θα γίνει το συντομότερο δυνατόν και ήδη τα συνεργεία είναι έτοιμα στη Νομική Υπηρεσία για να ξεκινήσουν να εργάζονται.

Επεσήμανε, ακόμη, πως «οι περιπτώσεις στις οποίες εισηγείστε εξέταση για ανάκληση υπηκοοτήτων θα παραπεμφθούν στα αρμόδια όργανα του Κράτους για μελέτη και λήψη αποφάσεων. Το ίδιο θα γίνει και για τις περιπτώσεις που εντοπίζετε πιθανότητα  ύπαρξης πειθαρχικών ευθυνών».

Διαβεβαίωσε πως «εκεί και όπου εντοπίζονται συνθήκες που δικαιολογούν ποινικές ανακρίσεις και την προσαγωγή προσώπων ενώπιον της Δικαιοσύνης, η Νομική Υπηρεσία θα πράξει το καθήκον της στο ακέραιο».

«Κάτι τέτοιο άλλωστε πράττουμε στις άλλες περιπτώσεις που έχουν σχέση με το πολύκροτο αυτό θέμα, όπως την περίπτωση των δημοσιευμάτων ξένου τηλεοπτικού σταθμού, του πορίσματος της Ad Hoc Επιτροπής υπό την προεδρία της κ. Καλογήρου, αλλά και της ενδιάμεσης δικής σας έκθεσης, την οποία αυτούσια μαζί με τα τεκμήριά της αποστείλαμε στην Αστυνομία, δίδοντας της οδηγίες για έναρξη ανακριτικού έργου εκεί και όπου αυτό ενδείκνυται», ανέφερε.

Επεσήμανε πως «δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων που διερευνώνται, της πολυπλοκότητας των ανακρίσεων, των αντικειμενικών δυσκολιών στην εξασφάλιση νομικά αποδεκτής μαρτυρίας αλλά και του όγκου του ανακριτικού έργου που βρίσκεται σε εξέλιξη, το Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας στο οποίο ανατέθηκε να διερευνήσει τα αδικήματα αυτά, έχει, με οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, πρόσφατα ενισχυθεί με ακόμη 10 ανακριτές, με εμπειρία στη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων, ούτως ώστε η διερεύνηση να προχωρήσει με γοργότερους ρυθμούς».

«Με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της κάθε υπόθεσης, ο φάκελος της θα διαβιβάζεται στη Νομική Υπηρεσία ώστε να δίδονται περαιτέρω οδηγίες ως προς τον χειρισμό των υποθέσεων», σημείωσε.

Ο κ. Σαββίδης είπε πως τόσο ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, όσο και ο ίδιος, αλλά και ο Τομέας Ποινικού Δικαίου της Νομικής Υπηρεσίας είναι σχεδόν σε καθημερινή επικοινωνία τόσο με την ηγεσία της Αστυνομίας όσο και με τους ανακριτές, δίδοντας εκεί και όπου χρειάζεται καθοδήγηση στις ανακρίσεις.

Υπενθύμισε πως πολύ πρόσφατα, έπειτα «από οδηγίες μας προς την Αστυνομία, παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο η πρώτη ποινική υπόθεση σε σχέση με τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις, μια υπόθεση που αναδείχθηκε μέσα από το πόρισμα της Ad Hoc Επιτροπής Καλογήρου, η οποία υπόθεση θυμίζω αφορά σε εννέα πρόσωπα (πέντε φυσικά και τέσσερα νομικά), τα οποία αντιμετωπίζουν συνολικά 37 κατηγορίες».

Επιπλέον, η Αστυνομία έπειτα από οδηγίες μας, εξετάζει και άλλες υποθέσεις, κάποιες από τις οποίες βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο κι αναμένω πως πολύ σύντομα αυτές θα παραπεμφθούν στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες, ανέφερε.

Εξάλλου, σημείωσε πως δεν πρέπει να στήνονται λαϊκά δικαστήρια, «αλλά να οδηγούμε όλους όσοι πρέπει στα ποινικά δικαστήρια».

Ερωτηθείς αν προκύπτουν ποινικές ευθύνες για δικηγορικά γραφεία που έχουν σχέση με πολιτικά πρόσωπα, ο κ. Νικολάτος είπε πως προκύπτουν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες κάποιων παρόχων μεταξύ των οποίων μεταξύ των οποίων και κάποια δικηγορικά γραφεία αλλά δεν θέλει να αναφέρει εάν τα γραφεία αυτά αφορούν πολιτικά πρόσωπα ή όχι.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, ο κ. Νικολάτος ανέφερε πως ο Μητροπολίτης Λεμεσού δεν έστειλε οποιοδήποτε γραπτό σημείωμα προς την Επιτροπή, όμως εκ μέρους επικοινώνησε τηλεφωνικά κάποιον άτομο από τη Μητρόπολη Λεμεσού μαζί του και του ανέφερε κάποια πράγματα.