Με σύνθημα «κοινωνική συμμαχία για την Εξουσία» ξεκίνησε το πρωί το 20ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Τις εργασίες άνοιξε ο γενικός γραμματέας του κόμματος Δημήτρης Κουτσούμπας με την παρουσίαση της εισήγησης της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ άσκησε σφοδρή κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ.koutsoumpas_kke_omilia-1021x580
Ο κ. Κουτσούμπας τόνισε ότι «κάθε αγώνας παραμένει μετέωρος χωρίς την προάσπιση και προβολή της σοσιαλιστικής προοπτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες επιθετικού αντικομμουνισμού από το πολιτικό και επιστημονικό προσωπικό της άρχουσας τάξης, με στόχο την αμφισβήτηση της ανωτερότητας του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού».

Παράλληλα κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ για αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και γιατί -όπως είπε- συνειδητά αποπροσανατόλισε, χειραγώγησε και ακινητοποίησε το λαό. Αυτό το έκανε προβάλλοντας τη λογική ότι η εκλογική του νίκη θα συνέβαλλε στην αλλαγή του συσχετισμού στη Ευρωζώνη και αυτό θα του έδινε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει τη διαχείριση του δημόσιου χρέους με ταυτόχρονη δήθεν υπεράσπιση του λαϊκού εισοδήματος. Γι’ αυτή την απατηλή προσδοκία ευθύνονται και οι δυνάμεις που αποσχίστηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ μετά το φιάσκο του Ιούλη του 2015, όπως η ΛΑΕ και η ΠΛΕΥΣΗ, υποστήριξε ο γγ του ΚΚΕ.images

Τόνισε ότι «ο ελληνικός λαός μπορεί και πρέπει να επιλέξει ο ίδιος –με τη θέληση και τη δράση του– την έξοδο από την ΕΕ, να βάλει αυτό το στόχο στην προμετωπίδα των συνθημάτων του, να οργανώσει την πάλη του με τέτοιο τρόπο ώστε να διεκδικήσει ταυτόχρονα τα «κλειδιά» της οικονομίας και το πέρασμα της εξουσίας στα δικά του χέρια. Αυτό αποτελεί πραγματική εναλλακτική λύση προς όφελος του λαού και αξίζει κάθε θυσία, ενώ η πρόταση των άλλων, γενικώς «αντι-ευρώ» δυνάμεων, αναπαράγει την ίδια αντιλαϊκή πολιτική».

Ο γγ του ΚΚΕ ανέφερε ότι «η καπιταλιστική Ελλάδα με εθνικό νόμισμα δεν συνιστά ρήξη προς όφελος του λαού. Όσες πολιτικές δυνάμεις προβάλλουν έναν τέτοιο στόχο ως «λύση» ή ως ενδιάμεσο στόχο ριζικών αλλαγών, παίζουν αντικειμενικά το παιχνίδι τμημάτων του κεφαλαίου. Αυτή η επιλογή δεν οδηγεί σ’ επιστροφή στα σχετικά καλύτερα επίπεδα διαβίωσης των δεκαετιών του ’80 και του ’90, όπως διατυμπανίζεται από ορισμένους. Και στην περίπτωση αλλαγής νομίσματος θα «βασιλεύουν» οι βάρβαροι νόμοι της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Υποστήριξε δε ότι τα τελευταία δύο χρόνια, οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποδείχτηκαν πιο αποτελεσματικές για το κεφάλαιο και τους βασικούς ξένους συμμάχους του. «Το «αριστερό» προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ, η «ιδεολογική διαφοροποίησή» του από τη ΝΔ, του έδινε τη δυνατότητα να αποπροσανατολίζει και να εξαπατά επαναλαμβανόμενα τα λαϊκά στρώματα, καθώς και να αμβλύνει τις λαϊκές αντιστάσεις. Αυτό είναι και το βασικό χαρτί που παίζει και αξιοποιεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπαράθεσή της με τα άλλα κόμματα. Βεβαίως, όλα αυτά έχουν και ημερομηνία λήξης, ενώ συμβάλλουν και στη διαφαινόμενη αύξηση των αντιφάσεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που δεν εκδηλώνονται με την οξύτητα που εκδηλώθηκαν την περίοδο του καλοκαιριού του 2015″, σημείωσε.

 

Συμπαράσταση στον Κυπρακό λαό

Αναφερόμενος  στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα ο Δ.Κουτσούμπας ανέφερεμεταξύ άλλων :

Παρά την παγκόσμια κυριαρχία του και τη φαινομενική απρόσκοπτη νίκη του τα τελευταία 30 χρόνια μετά την αντεπανάσταση, ο καπιταλισμός διατρέχεται από οξύτατες αντιθέσεις και ανειρήνευτους ανταγωνισμούς μεταξύ των επιμέρους καπιταλιστικών κρατών, των στρατιωτικών – πολιτικών και οικονομικών – πολιτικών συμμαχιών τους, ανταγωνισμούς που έχουν οδηγήσει σε πολέμους και ανακατατάξεις.

Οι τάσεις που διαμορφώθηκαν είναι οι εξής:

Τα περισσότερα από τα παλιά ισχυρά καπιταλιστικά κράτη -μεταξύ αυτών η ακόμα πρώτη καπιταλιστική δύναμη, οι ΗΠΑ- συνεχίζουν να χάνουν θέσεις στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά προς όφελος της Κίνας -που είναι ήδη δεύτερη δύναμη- αλλά και της Ινδίας, της Βραζιλίας και άλλων ανερχόμενων κρατών.

Αυτή η απώλεια θέσεων έγινε μέσα από μια αντιφατική διαδικασία. Η διεύρυνση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) από τα πρώτα προς τα δεύτερα κράτη -που έγινε με στόχο την αξιοποίηση της φτηνότερης εργατικής δύναμης που διέθεταν- οδήγησε σε αύξηση της κερδοφορίας, αλλά και συγκυριακή διέξοδο στο υπερσυσσωρευμένο -στα όρια της εσωτερικής του αγοράς- κεφάλαιο. Στη συνέχεια επέφερε καπιταλιστική ισχυροποίηση των δεύτερων, ενώ στα πρώτα διογκώθηκε η ανεργία, έπεσε η αξία της εργατικής δύναμης, ακολουθήθηκαν πολιτικές αύξησης της εκμετάλλευσης, μεταξύ άλλων με τη μείωση του εργατικού – λαϊκού εισοδήματος.

Από τη σχεδόν συγχρονισμένη κρίση που εκδηλώθηκε στα χρόνια 2008-2009 ελάχιστες καπιταλιστικές οικονομίες πέρασαν σε επίπεδα ανάπτυξης μεγαλύτερα από εκείνα προ κρίσης.

Στην Κίνα, αν και δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα κρίση στο σύνολο της οικονομίας της, έχουν επιβραδυνθεί οι ακόμα υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό προκαλεί αντιφατικές προσδοκίες στους άμεσους ανταγωνιστές της: Αφ’ ενός τους δημιουργεί την προσδοκία της υποχώρησης των μεριδίων της Κίνας στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, αφ’ ετέρου τους προκαλεί φόβο για ενδεχόμενη περιστολή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας λόγω του μεγάλου βαθμού διασύνδεσής της με την οικονομία της Κίνας (μέσω της αγοράς ενεργειακών υλών, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, όχι μόνο ΑΞΕ αλλά και έμμεσων επενδύσεων ομολόγων και άλλων χρεογράφων).

Αυτή η αντιφατικότητα εκφράζεται στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο με την ισχυροποίηση τάσεων προστατευτισμού της εγχώριας παραγωγής και οικονομίας. Τέτοιες τάσεις διαφαίνονται π.χ. στην εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, στην επικράτηση του Brexit στη Βρετανία, στις άλλες αποσχιστικές τάσεις στην Ευρωζώνη. Ωστόσο, αυτές οι τάσεις δεν έχουν κυριαρχήσει απόλυτα ούτε στις ΗΠΑ, αλλά ούτε και στη Βρετανία που ενδιαφέρεται για μια πιο ειδική και χαλαρή σχέση με την ΕΕ, διατηρώντας βέβαια το δικό της νόμισμα.

Πιο περίπλοκη παρουσιάζεται αυτή η αντιφατικότητα στη συνοχή της Ευρωζώνης. Από τη μια μεριά είναι η ίδια η ανισόμετρη ανάπτυξη των κρατών-μελών της, η διαφορετική φάση στον κύκλο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που βρίσκονται, τα διαφορετικά δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν και βέβαια ο διαφορετικός βαθμός ωφέλειάς τους από το κοινό νόμισμα με βάση τους συμφωνημένους όρους νομισματικής και δημοσιονομικής σταθερότητας. Από την άλλη, είναι τα υπαρκτά οφέλη που έχουν τα κράτη-μέλη από τη διευρυμένη ευρωενωσιακή αγορά στον ανταγωνισμό τους με άλλες μεγάλες -εθνοκρατικά συγκροτημένες- οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.

Αυτές οι αντιφάσεις, καθώς και οι πολιτικές εξελίξεις και αποφάσεις που τροφοδοτούν, αν και δεν έρχονται πάντα στην επιφάνεια ως καπιταλιστικές (συνήθως εμφανίζονται με τρόπο που αθωώνουν το σύστημα, ως ζητήματα που συνδέονται με τη μία ή την άλλη μορφή διαχείρισης ή με τις ιδεοληψίες κάποιων πολιτικών ηγεσιών), είναι σύμφυτες με τον καπιταλισμό και οξύνονται σε εποχή σήψης, παρασιτισμού, πολύπλευρης και πολυποίκιλης καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων. Πρόκειται για συνέπειες που δεν αποτυπώνονται στους δείκτες της αστικής στατιστικής, αλλά σχετίζονται κυρίως με τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στις παραγωγικές δυνατότητες της εποχής μας και στο βαθμό ικανοποίησης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται και “η κοινωνία μοιάζει να επιστρέφει στη βαρβαρότητα”. Η ένταση της ταξικής εκμετάλλευσης αδυνατεί να εξασφαλίσει από μόνη της μια αυξανόμενη κερδοφορία του κεφαλαίου και ο πόλεμος μοιάζει ως ο μόνος πυρετός που θα μπορούσε να σκοτώσει το μικρόβιο της κρίσης του γερασμένου καπιταλιστικού κοινωνικού – οικονομικού σχηματισμού.

Όλα τα καπιταλιστικά κράτη, με πρώτο τις ΗΠΑ, εκσυγχρονίζουν το στρατιωτικό εξοπλισμό τους, ενώ τα ισχυρότερα επιδιώκουν να έχουν πλεονέκτημα στα πιο σύγχρονα πολεμικά μέσα.

Οι ΗΠΑ διατηρούν από άποψη συνολικής οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος την πρώτη θέση στην πυραμίδα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Αναμφίβολα υποβόσκει νέα, πιο συγχρονισμένη οικονομική κρίση, όξυνση της διαπάλης για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό υποδηλώνουν οι υπάρχουσες πολεμικές εστίες στη Μέση Ανατολή, στην Ουκρανία, οι εντάσεις στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη σε σχέση με τη Ρωσία, στην Αρκτική και στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Όλες αυτές οι εστίες αυξάνουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Οξύνεται η βασική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ενισχύεται η τάση για απόλυτη και σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης, αυξάνεται το ποσοστό της μόνιμης, μακροχρόνιας ανεργίας, αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, οξύνονται όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις.

Η όξυνση των αντιθέσεων στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν τον αστικό “ευρωσκεπτικισμό”. Πρόκειται για ένα ρεύμα εξίσου αντιδραστικό – αντιλαϊκό που στηρίζεται από λόμπι δισεκατομμυριούχων, από φασιστικές δυνάμεις. Παράλληλα, διευρύνονται τα οφέλη υπέρ της Γερμανίας και κατά της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων κρατών. Εκτιμάμε ότι στο μέλλον θα οξυνθούν τα προβλήματα συνοχής στην ΕΕ και θα επέλθουν αλλαγές στη δομή της, επομένως και στο αστικό πολιτικό σύστημα μέσα στην ΕΕ, στις χώρες της Ευρωζώνης.

Αν και παραμένει πρωταρχικό το εθνικό πεδίο της ταξικής πάλης, ταυτόχρονα ο συντονισμός της σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο έχει μεγάλη σημασία. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι στο διεθνές πεδίο δεν παρατηρείται ανάταση του κομμουνιστικού κινήματος, που θα αποτελούσε πραγματικό φάρο ελπίδας. Αντίθετα, πολλά από τα λεγόμενα κομμουνιστικά κόμματα έχουν ενσωματωθεί στην καπιταλιστική διαχείριση και επιλέγουν στρατόπεδο ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες.

Εν κατακλείδι, αν και ο παλιός κόσμος αργοπεθαίνει, ο καινούργιος δεν μπορεί ακόμα να γεννηθεί….»

 

Ωστόσο, η δυνατότητα της αστικής τάξης, εγχώριας και διεθνούς, να διαχειρίζεται προς το παρόν την υπαρκτή λαϊκή δυσαρέσκεια, δεν την βγάζει ούτε μπορεί να την βγάλει από τις πολιτικές -οικονομικές της αντιφάσεις. Οι δυνάμεις της παρακμής, της υποταγής και των κάθε είδους συμβιβασμών ανήκουν στον παλιό, στον καπιταλιστικό κόσμο, φανερώνοντας τα όρια της ταξικής εκμετάλλευσης και απανθρωπιάς του και υπογραμμίζοντας το ξεπέρασμα των ιστορικών ορίων προσφοράς του στην ανθρωπότητα. Όλα αυτά αποτελούν απλά την πρόσφατη επιβεβαίωση του απάνθρωπου προσώπου του σύγχρονου καπιταλισμού και όχι κάποια παραβίαση των νομοτελειών του, της ουσίας του.

Η ραγδαία αύξηση της ανεργίας, οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, η μεγάλη αύξηση του κύματος των προσφύγων, η διόγκωση του ρατσισμού και η πολιτική ενίσχυση αντιδραστικών, ακόμα και φασιστικών δυνάμεων, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν ούτε πρέπει να αποτελέσουν “οχήματα νοσταλγίας» για τον προ κρίσης δήθεν “καλό καπιταλισμό”. Εδώ έγκειται ο ρόλος του κομμουνιστικού κινήματος, που οφείλει να στηριχτεί στην αντικειμενικά υπάρχουσα καπιταλιστική κρίση και λαϊκή δυσαρέσκεια για να συμβάλει καθοριστικά στην εργατική – λαϊκή αφύπνιση, στη διαμόρφωση και προετοιμασία του υποκειμένου της τελικής και οριστικής επαναστατικής ανατροπής της αστικής εξουσίας.

Φυσικά, ούτε το ΚΚΕ ούτε άλλα ΚΚ μπορούν να “δημιουργήσουν” επαναστατική κατάσταση. Όμως μπορούν να οξύνουν μέτωπα πάλης, να βαθύνουν τα ρήγματα, να συγκεντρώνουν εργατικές – λαϊκές δυνάμεις σε γραμμή αμφισβήτησης του συστήματος. Να προβάλλουν την αναγκαιότητα κι επικαιρότητα του σοσιαλισμού, κόντρα στις ξεπερασμένες ιστορικά απόψεις ότι μπορεί μια μεταβατική κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού να ανοίξει το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή, αλλά και τις αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει μια μεταβατική ενδιάμεση εξουσία που θα στέκεται ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Να μη συνηγορούμε στην υιοθέτηση ουτοπικών αιτημάτων που απογοητεύουν ακόμα και όσα εργατικά – λαϊκά στρώματα επιλέγουν -παροδικά έστω- το δρόμο του αγώνα, της αντίστασης. Να κρατάμε ψηλά τη σημαία της επαναστατικής ανατροπής ακόμα και στις περιόδους πισωγυρίσματος του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Να βρισκόμαστε επικεφαλής των εστιών αντίστασης που δημιουργούνται καθημερινά, των ανατάσεων με ανατρεπτική διάθεση που αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσουν κάτω από το βάρος των όλο και μεγαλύτερων λαϊκών δεινών.

Όλα αυτά ούτε αντιφάσκουν ούτε έρχονται σε αντίθεση με την πρωτοπόρα παρουσία του Κόμματος σε κάθε αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, όπως προπαγανδίζουν συχνά σοσιαλδημοκράτες και οπορτουνιστές κάθε είδους. Πρόκειται για μία προπαγάνδα η οποία -εκτός των άλλων- στοχεύει στην αποτροπή της συμμετοχής των άπειρων πολιτικά εργατικών – λαϊκών δυνάμεων στον ταξικό, κοινωνικό αγώνα, πολύ περισσότερο στην αποτροπή της πιο στενής επαφής τους, της συμπόρευσής τους τελικά με τους κομμουνιστές.

Σε κάθε περίπτωση, οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, είτε παρεμβαίνουν αυτοτελώς είτε μέσω μαζικών φορέων του εργατικού – λαϊκού κινήματος, δεν αποτελούν απλό τμήμα των αυθόρμητων λαϊκών αντιδράσεων και αντιστάσεων. Αντίθετα, αποτελούν εκείνη την πρωτοπόρα δύναμη που αντιλαμβάνεται την ανάγκη συνολικής ανατροπής της αστικής εξουσίας και επιδιώκει να κατευθύνεται η πάλη προς αυτόν το στόχο. Αυτή η πρωτοπόρα δράση συμβάλλει στην ενδυνάμωση των αγώνων, ακόμα κι εκείνων που αναπτύσσονται για ορισμένα πολύ οξυμένα άμεσα αιτήματα. Οι δράσεις και πρωτοβουλίες, οι αγώνες και το κίνημα μαζικοποιούνται περισσότερο και αποκτούν πιο μόνιμα αντιμονοπωλιακά – αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, όταν όλο κι ευρύτερες μάζες κατανοούν ότι η ταξική πάλη δεν λήγει με αμοιβαίως επωφελείς συμφωνίες και συμβιβασμούς των αντιμαχόμενων. Έχουν αποτελέσματα όταν συνειδητοποιείται η διασύνδεση κάθε επιμέρους ζητήματος με τις στρατηγικές επιλογές της καπιταλιστικής πολιτικής. Η άσκηση πίεσης από την πλευρά του κινήματος για ματαίωση αντιλαϊκών μέτρων ή για κάποια υποχώρηση εκ μέρους της κυβέρνησης εξαρτάται και από την οργάνωση, τη μαζικότητα, αλλά και την κατεύθυνση της πάλης του εργατικού – λαϊκού κινήματος.

Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από την καθημερινή πείρα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ρωτούν “πού πάει η κατάσταση;”. Όλο και συχνότερα εργατικές – λαϊκές δυνάμεις, με διαφορετικό βαθμό κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης, αναζητούν “γενική λύση”, γινόμενες συχνά και αντικείμενο εκμετάλλευσης από αστικά πολιτικά μορφώματα, από οπορτουνιστικά αναχώματα, ακόμα και από απλούς τσαρλατάνους που τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στο πολιτικό σκηνικό ως διάττοντες αστέρες.

Σημαντική πείρα έχει κατακτηθεί αυτά τα χρόνια. Όσοι αναζήτησαν άμεσες λύσεις εντός του συστήματος, μάλλον έφτασαν να “κυνηγούν την ουρά τους”. Το “τι θα γίνει αύριο το πρωί;”, ως κύριο πολιτικό ερώτημα που δεσπόζει χρόνια τώρα, κόστισε ήδη μεγάλο σάρωμα κατακτήσεων, 3 μνημόνια και ετοιμασία καινούργιου, πολλαπλάσιες απογοητεύσεις, τεράστια αναμονή και μεγάλη συνολική οπισθοχώρηση. Η πολιτική πείρα δηλώνει ότι κανένας αγώνας δεν αποκτά ταξικό προσανατολισμό, σταθερότητα και αντοχή όταν ο εργάτης ενστερνίζεται τις αστικές επιδιώξεις για “μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα”. Κανένας εργάτης δεν γίνεται κύριος της μοίρας του αν δεν ξεφύγει από τη βαθιά ριζωμένη κοινοβουλευτική λογική της ανάθεσης της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του σε άλλους. Ακόμα και ένας αγώνας για τις υλικές υποδομές ενός σχολείου, ενός πάρκου καταδικάζεται εξαρχής αν οι μετέχοντες θεωρούν τον εαυτό τους συνυπεύθυνο για τα “χρέη του αστικού κράτους”. Κανένας αγώνας δεν θα μπορέσει να φέρει το όποιο δυνατό θετικό αποτέλεσμα αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στέκουν με φόβο απέναντι στα διλήμματα που θέτει η κυβέρνηση, η αστική τάξη, εάν θεωρεί δικές του τις δυσκολίες σταθερής και απρόσκοπτης λειτουργίας της αστικής πολιτικής εξουσίας. Πολύ περισσότερο, κανένας εργάτης, φτωχός αγρότης, αυτοαπασχολούμενος δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, από τους πολέμους και τις επεμβάσεις, από την καπιταλιστική εκμετάλλευση και βαρβαρότητα, όσο παραμένει δέσμιος του ονομαζόμενου δήθεν κοινού εθνικού συμφέροντος, που αποτελεί το κυρίαρχο ιδεολόγημα της εκμεταλλεύτριας τάξης για να κρατά σε ιδεολογική και πολιτική ομηρία τους εκμεταλλευόμενους και καταπιεζόμενους της κοινωνίας.

Η αδυναμία ανάδειξης της εργατικής εξουσίας ως αντίπαλου δέους στην καπιταλιστική βαρβαρότητα αποτελεί τροχοπέδη στο ξεδίπλωμα αγώνων. Αυτή επιτρέπει στους αστούς πολιτικούς να μπορούν ακόμα να διαχειρίζονται τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να παρουσιάζουν στοιχειώδεις κατακτήσεις της εργατικής τάξης τον προηγούμενο αιώνα ως αδιανόητες, τη στιγμή που τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας επιτρέπουν και επιβάλλουν πολύ περισσότερα.

Όλο και συχνότερα η αδυναμία διατύπωσης μιας θετικής υπεράσπισης του καπιταλισμού -δείγμα και αυτό της ολόπλευρης κρίσης του- καταλήγει στο ερώτημα “είναι καλά όσα προτείνετε, αλλά πού εφαρμόζονται;”. Έτσι, είτε μιλήσουμε για μισθούς, συντάξεις, Κοινωνική Ασφάλιση, αγροτικό εισόδημα, είτε μιλήσουμε για φορολόγηση, παροχές Παιδείας και Υγείας, τον προσανατολισμό της έρευνας, τις εφαρμογές της τεχνολογίας, τα δικαιώματα των νέων, των γυναικών και των μεταναστών, είτε μιλήσουμε για την καταστροφή του περιβάλλοντος, αυτό το ερώτημα επανέρχεται. Από την άλλη, κάθε διεκδίκηση, κάθε αγώνας καταλήγει αντικειμενικά από πολλούς δρόμους και δένεται με χίλια νήματα με το ζήτημα της εξουσίας. Εν τέλει, κάθε αγώνας παραμένει μετέωρος χωρίς την προάσπιση και προβολή της σοσιαλιστικής προοπτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες επιθετικού αντικομμουνισμού από το πολιτικό και επιστημονικό προσωπικό της άρχουσας τάξης, με στόχο την αμφισβήτηση της ανωτερότητας του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού.

100 χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση οφείλουμε να κρατήσουμε ανοιχτό το δρόμο που χάραξε, αξίζει να δώσουμε γι’ αυτό όλες μας τις δυνάμεις.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Η ανασυγκρότηση και η ανάπτυξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αποτελεί μόνιμο, σταθερό καθήκον του Κόμματός μας. Πηγάζει από τον παγκόσμιο χαρακτήρα της ταξικής πάλης.

Η κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα χειροτέρευσε μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, μετά την εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα και στη συνέχεια την ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων σε χώρες όπως το Βιετνάμ και η Κούβα που για δεκαετίες επεδίωκαν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στηριγμένες βέβαια και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Το κύμα της αντεπανάστασης δεν έχει ακόμα υποχωρήσει.

Κομμουνιστικά Κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία ερμηνεύουν αυτή την ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων ως “σοσιαλισμό με αγορά”, απεμπολώντας βασικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής οικοδόμησης. Υιοθετούν όλο το αναθεωρητικό και οπορτουνιστικό οπλοστάσιο που υπονόμευσε σταδιακά στην ΕΣΣΔ τις σοσιαλιστικές σχέσεις, κάλυψε ιδεολογικά οικονομικές λειτουργίες υπεξαίρεσης υπερπροϊόντος, δημιούργησε προϋποθέσεις ατομικής αντί κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, οδήγησε τελικά στην ανατροπή του σοσιαλισμού. Αρνούνται βασικές αρχές της σοσιαλιστικής επανάστασης, όπως ότι η σοσιαλιστική βάση δεν μπορεί να δημιουργηθεί εάν δεν εξαλειφθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ότι ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός είναι τρόποι παραγωγής ανταγωνιστικοί και αλληλοαποκλειόμενοι που δεν μπορούν ποτέ να συνυπάρχουν στο πλαίσιο μιας ενιαίας κοινωνίας, ενός ενιαίου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Αρνούνται ότι η σταδιακή υποχώρηση των σχέσεων κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής και των υπηρεσιών προς όφελος της ατομικής -πολύ περισσότερο της καπιταλιστικής- ιδιοκτησίας, πολλαπλασιάζει την τάση κυριαρχίας -και εντέλει ολοκληρωτικής επιβολής- των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλάζει το χαρακτήρα της εργασίας, των κομμάτων και των κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από τους τίτλους και τους αυτοπροσδιορισμούς.

Σε βήματα ενίσχυσης των λεγόμενων ελεύθερων οικονομικών ζωνών, της “αγοράς” έχει προχωρήσει και η Βόρεια Κορέα, όπου το Κόμμα Εργατών Κορέας εδώ και αρκετά χρόνια έχει απεμπολήσει το μαρξισμό – λενινισμό, προβάλλει την ιδεαλιστική θεωρία “τσου τσε”, μιλάει για “κιμιλσουγκισμό – ιμγιονγκιλισμό”, παραβιάζοντας κάθε έννοια σοσιαλιστικής δημοκρατίας, εργατικού – λαϊκού ελέγχου, μέσα σ’ ένα καθεστώς οικογενειοκρατίας.

Συνολικά, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση, δυσκολεύεται να αντιδράσει στην επίθεση του ταξικού αντιπάλου, η οποία γίνεται όχι μόνο με κατασταλτικά, αλλά και με ιδεολογικά-πολιτικά μέσα. Σε πολλές περιπτώσεις ο ταξικός αντίπαλος έχει καταφέρει να “αλώσει” από τα μέσα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Η οπορτουνιστική επίδραση στο κομμουνιστικό κίνημα γίνεται συντονισμένα μέσω των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας -παλιάς και νέας- και νέων οπορτουνιστικών κομμάτων, με ιδιαίτερο το ρόλο του “κέντρου” που έχουν συγκροτήσει στην Ευρώπη, του λεγόμενου Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Τα ΚΚ που συμμετέχουν στο ΚΕΑ δρουν ως “πολιορκητικός κριός” της παραπέρα απώλειας κομμουνιστικών χαρακτηριστικών και άλλων ΚΚ. Μέσα από μια σύνθετη και μακρά διαδικασία γίνονται βασανιστικά βήματα προς την κατεύθυνση ανασυγκρότησης Κομμουνιστικών Κομμάτων. Αυτά τα βήματα γίνονται εν μέσω αντιφάσεων και δυσκολιών, εν μέσω αδυναμιών στην εξυπηρέτηση του καθήκοντος της δουλειάς στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό της κίνημα.»

Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε σε μια σειρά πρωοβουλιών του Κ.Κ.Ε  για να συγκεντρωθούν κομμουνιστικές δυνάμεις από όλο τον κόσμο, να αναπτυχθεί κοινή δράση.

Ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα

 

Συνολικά,τόνισε , το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα. Όλα αυτά στέκουν εμπόδιο στην πορεία ανασυγκρότησής του. Απαιτείται να ενισχυθεί η συζήτηση για την κατανόηση και προώθηση των αναγκαίων προγραμματικών αλλαγών, να συνεχιστεί η τεκμηριωμένη διαπάλη με ΚΚ που άμεσα ή έμμεσα υιοθετούν “μεταρρυθμιστική” στρατηγική, να δυναμώσει η αντιπαράθεση με ΚΚ που ενοχοποιούν ως “σεκταριστική” τη στρατηγική η οποία αρνείται την ταξική συνεργασία, το συμβιβασμό, την με οποιαδήποτε μορφή “σταδιοποίηση” της επαναστατικής στρατηγικής που κατευθύνεται στην επίλυση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, στο σοσιαλισμό.

Η διαδικασία της επαναστατικής ανασυγκρότησης θα είναι αργόσυρτη, βασανιστική, ευάλωτη σε παρεκκλίσεις, σε πισωγυρίσματα και σε στροφές των εξελίξεων, όπως είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Γι’ αυτό έχει σήμερα μεγάλη σημασία η διαμόρφωση των όρων που θα οδηγήσουν στη δημιουργία γερών -κατά το δυνατόν- βάσεων, πάνω στις οποίες θα στηριχτεί η ανασυγκρότηση. Αντιμετωπίζουμε την πάλη για την ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ως καθοριστικής σημασίας καθήκον, ως συστατικό στοιχείο της ταξικής πάλης, το οποίο συνδέεται με την κατάκτηση της ικανότητας των κομμουνιστικών κομμάτων να δυναμώνουν ολόπλευρα στη χώρα τους:

Πρώτον, ιδεολογικά – πολιτικά, ξεπερνώντας λαθεμένες θέσεις που κυριάρχησαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα τις προηγούμενες δεκαετίες. Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι σήμερα η αρνητική πείρα από τη συμμετοχή ή στήριξη ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις, πρακτική η οποία συνεχίζεται και στον 21ο αιώνα, όπως στην περίπτωση της ονομαζόμενης Μπολιβαριανής Επανάστασης -την εξέλιξη της οποίας το ΚΚΕ είχε προβλέψει με ακρίβεια- αλλά και σε άλλες περιπτώσεις.

Δεύτερον, οργανωτικά, ώστε να έχουν γερές βάσεις σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις και κλάδους, να παρεμβαίνουν αποφασιστικά στο εργατικό – λαϊκό κίνημα.

Το Κόμμα μας καλείται να δυναμώσει την αυτοτελή ιδεολογική – πολιτική του δράση, καθώς και τη συνεργασία του με άλλα ΚΚ και να κάνει πιο αποτελεσματική την προσπάθειά του ενάντια στις αστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις και σε διεθνές επίπεδο. Στη βάση αυτή, παραμένει για το Κόμμα μας ο στόχος της συγκρότησης ενός μαρξιστικού – λενινιστικού πόλου στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Το Κόμμα μας πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια, τόσο με τη ΔΚΕ, όσο και με την ΕΚΠ, να δουλέψει στην κατεύθυνση της σταθεροποίησής τους, της διεύρυνσής τους με νέες κομμουνιστικές δυνάμεις, αλλά και της αποδέσμευσης δυνάμεων που στέκονται “τροχοπέδη”, κάτω από την επίδραση της αστικής τάξης και του οπορτουνισμού, ακόμη και στην κατεύθυνση της ανασύνθεσης αυτών των μορφών και αντικατάστασής τους με άλλες, εάν κριθεί αναγκαίο. Από τα βήματα που θα κάνουν και άλλα ΚΚ στην επεξεργασία και τη διαμόρφωση της επαναστατικής στρατηγικής τους -μέσω της άντλησης συμπερασμάτων από την Ιστορία και του ξεπεράσματος παλιών και λαθεμένων επεξεργασιών- καθώς και από τα σταθερά βήματά τους στην κομματική οικοδόμηση και στην απόκτηση και εμβάθυνση των σχέσεών τους με τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, θα εξαρτηθούν και οι παραπέρα συγκεκριμένες μορφές που μπορεί να πάρει η διαμόρφωση ενός πιο συνεπούς μαρξιστικού – λενινιστικού πόλου κομμουνιστικών δυνάμεων. Το Κόμμα μας θα συμβάλει με κάθε πρόσφορο τρόπο, σε διμερές και πολυμερές επίπεδο, σε αυτήν την προσπάθεια.

Το ΚΚΕ διατηρεί σχέσεις, συζητάει, ανταλλάσσει απόψεις και επιδιώκει κοινές δράσεις με δεκάδες Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα και θα εντείνει αυτή την προσπάθεια και το επόμενο διάστημα, ανεξάρτητα από το επίπεδο συμφωνίας ή διαφωνίας σε επιμέρους ή και συνολικότερα ζητήματα.

Οπωσδήποτε εκφράζουμε και θα συνεχίσουμε να εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στα δίκαια αιτήματα και την πάλη όλων των λαών.

Θα συνεχίσουμε να υπερασπίζουμε το δικαίωμα του λαού της Κούβας ενάντια στο εμπάργκο των ΗΠΑ, ενάντια στην “Κοινή Θέση” της ΕΕ, θα υπερασπίζουμε και θα κρατάμε ζωντανή στη μνήμη του λαού μας τις επαναστατικές παρακαταθήκες της κουβανέζικης επανάστασης και όλα όσα πρόσφερε στο διεθνές κίνημα.

Τιμάμε τους αγώνες του λαού του Βιετνάμ που έδιωξε Ιάπωνες, Γάλλους και Αμερικανούς αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές από τη χώρα του και μπήκε τότε στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, ενώ σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με νέες μεγάλες προκλήσεις.

Συνολικά υπερασπιζόμαστε την πάλη κάθε λαού ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους, για τη φιλία και αλληλεγγύη των λαών. Δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας στο πλαίσιο του διεθνούς μαζικού κινήματος για την πρωτοπόρα δράση στο πλαίσιο της ΠΣΟ, του ΠΣΕ, της ΠΔΟΓ, της ΠΟΔΝ.

Ιδιαίτερα θέλουμε να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στο λαό της Παλαιστίνης που υποφέρει από την ισραηλινή κατοχή και στρατιωτική επιθετικότητα.

Το ΚΚΕ εκφράζει διαχρονικά την αλληλεγγύη του στον κυπριακό λαό ενάντια στην τούρκικη εισβολή – κατοχή και σε κάθε είδους διχοτομική “λύση”. Το Κόμμα μας παλεύει για Κύπρο ενιαία, για ένα και όχι δύο κράτη, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια, μία διεθνή προσωπικότητα, για κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, χωρίς κατοχικά και άλλα ξένα στρατεύματα, χωρίς ξένες βάσεις, εγγυητές και “προστάτες”.