Η δημοφιλής θεωρία ότι οι κομήτες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της ζωής στη Γη πριν από δισεκατομμύρια χρόνια ενδέχεται να μην ευσταθεί, σύμφωνα με νέες προσομοιώσεις μέσω υπολογιστών, οι οποίες αμφισβητούν δεκαετίες επιστημονικής σκέψης.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι τα ευαίσθητα οργανικά μόρια που υποτίθεται ότι μετέφεραν αυτά τα παγωμένα ουράνια σώματα θα είχαν καταστραφεί κατά την πρόσκρουσή τους στη Γη, ανατρέποντας μια καθιερωμένη θεωρία για την προέλευση της ζωής, η οποία χρονολογείται τουλάχιστον από το 1961. Η ευρύτερη ιδέα ότι τα συστατικά της ζωής έφτασαν στη Γη από το Διάστημα, γνωστή ως πανσπερμία, είναι ακόμη παλαιότερη και είχε διατυπωθεί επιστημονικά ήδη από το 1908.
Η ζωή στη Γη απαιτεί σύνθετα οργανικά μόρια, ωστόσο δεν είναι σαφές εάν ο πρώιμος πλανήτης μας διέθετε επαρκείς ποσότητες των πρώτων υλών που ήταν απαραίτητες για την προβιοτική χημεία, δηλαδή τις χημικές αντιδράσεις μέσω των οποίων παράγονται τα δομικά συστατικά της ζωής.
Οι κομήτες αποτελούνται από σκόνη και πάγο, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι περιέχουν οργανική ύλη. Η συγκεκριμένη σύστασή τους, που τους έχει χαρίσει το προσωνύμιο «βρώμικες χιονόμπαλες», οδήγησε τους επιστήμονες στην υπόθεση ότι θα μπορούσαν να έχουν μεταφέρει νερό και οργανικά μόρια στην επιφάνεια της Γης.
Στα πρώτα στάδια της ιστορίας της, πριν από περισσότερα από 4 δισεκατομμύρια χρόνια, η Γη ενδέχεται να βίωσε μια περίοδο έντονου βομβαρδισμού από περισσότερους από 100.000 κομήτες, με διάμετρο μεγαλύτερη των 100 μέτρων. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports, οι περισσότερες από αυτές τις προσκρούσεις ήταν υπερβολικά ισχυρές για να αντέξουν τα μόρια που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εμφάνιση της ζωής.
Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε τα πιο πρόσφατα μοντέλα σχηματισμού και εξέλιξης των κομητών, προκειμένου να προσομοιώσει εκείνη την πρώιμη περίοδο της Γης 100.000 φορές.
«Με βάση όσα γνωρίζουμε για τις συνθήκες που επικρατούσαν στην επιφάνεια της πρώιμης Γης, οι προσομοιώσεις μας έδειξαν ότι, κατά μέσο όρο, δεν υπήρξε καμία επιτυχημένη πρόσκρουση», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Richard Anslow, ο οποίος πραγματοποίησε την έρευνα κατά τη διάρκεια της διδακτορικής του διατριβής στο Ινστιτούτο Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι κομήτες περιείχαν υψηλές συγκεντρώσεις βασικών μορίων που απαιτούνται για τη ζωή, ωστόσο οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι κινούνταν με υπερβολικά μεγάλες ταχύτητες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τα εναποθέσουν στη Γη διατηρώντας τα άθικτα.
«Οι τυπικές ταχύτητες με τις οποίες προσέκρουαν αυτοί οι κομήτες στη Γη σήμαιναν ότι ελάχιστοι, αν όχι κανένας, θα μπορούσαν να μεταφέρουν άθικτα οργανικά μόρια. Επομένως, οι κομήτες δεν φαίνεται να είναι τόσο χρήσιμοι για την προβιοτική χημεία όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα», δήλωσε ο Anslow.
Πιο συγκεκριμένα, στο 54% των προσομοιώσεων δεν καταγράφηκε καμία πρόσκρουση, ενώ στο υπόλοιπο 46% σημειώθηκε τουλάχιστον μία. Μόνο σε ένα «απειροελάχιστο ποσοστό» των περιπτώσεων καταγράφηκαν έως και τρεις συγκρούσεις, ανέφερε ο Anslow.
«Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε με βεβαιότητα ότι δεν υπήρξε ποτέ κάποια επιτυχημένη πρόσκρουση. Θα μπορούσε να έχει συμβεί μία τέτοια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση», σημείωσε.
Ωστόσο, για να συμβεί κάτι τέτοιο, η πρόσκρουση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε μια «ιδανική τοποθεσία», όπου θα υπήρχαν ήδη αρκετές σημαντικές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων υγρό νερό και άλλες χημικές ουσίες απαραίτητες για την υποστήριξη της ζωής. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων καθιστά τη συγκεκριμένη διαδικασία απίθανη, πρόσθεσε.

Εναλλακτικές εξηγήσεις

Εάν οι κομήτες δεν ήταν εκείνοι που μετέφεραν στη Γη τα δομικά συστατικά της ζωής, υπάρχουν αρκετές άλλες πιθανές εξηγήσεις που αξίζει να διερευνηθούν, σύμφωνα με τον Anslow.
Μία από τις παλαιότερες και ανταγωνιστικές θεωρίες υποστηρίζει ότι η αρχέγονη «πρωταρχική σούπα» της Γης θα μπορούσε να είχε συνθέσει από μόνη της τα μόρια, που ήταν απαραίτητα για την εμφάνιση της ζωής.
Μια άλλη πιθανή κοσμική πηγή οργανικής ύλης θα μπορούσαν να ήταν οι αστεροειδείς, οι οποίοι συνήθως προσέκρουαν στη Γη με μικρότερες ταχύτητες και σε μεγαλύτερους αριθμούς.
Ο Anslow αναφέρθηκε σε πρόσφατα ευρήματα από δείγματα των αστεροειδών Bennu και Ryugu, στα οποία έχουν εντοπιστεί τα περισσότερα από τα αμινοξέα που συμμετέχουν στη δημιουργία των πρωτεϊνών.
Η πρόσφατη μελέτη αναδεικνύει επίσης μια ακόμη ενδιαφέρουσα πιθανότητα: Ενώ η Γη ενδέχεται να μην διέθετε τις ιδανικές συνθήκες για τη διατήρηση του υδροκυανίου από τις προσκρούσεις κομητών, ο αρχαίος Άρης ίσως ήταν περισσότερο κατάλληλος.
«Επειδή ο Άρης είναι πολύ μικρότερος από τη Γη και βρίσκεται πιο μακριά από τον Ήλιο, η τυπική ταχύτητα πρόσκρουσης των κομητών είναι σημαντικά χαμηλότερη. Επομένως, ενώ οι προσκρούσεις στη Γη κατέστρεφαν το μεγαλύτερο μέρος του υδροκυανίου, αυτό δεν συνέβαινε στον ίδιο βαθμό στον Άρη», δήλωσε ο Anslow.
Η συγκεκριμένη ιδέα θα μπορούσε να προσθέσει μια ακόμη διάσταση στο διαχρονικό ερώτημα σχετικά με το εάν ο Κόκκινος Πλανήτης φιλοξένησε κάποτε ζωή. «Είναι απλώς μια ακόμη οπτική που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε λεπτομερέστερα την πρώιμη εξέλιξη του Άρη», ανέφερε.