Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες αλλαγές της αμυντικής της αρχιτεκτονικής των τελευταίων δεκαετιών.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» – η συμφωνία η οποία υπογράφεται τη Δευτέρα 31 Αυγούστου – το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που σχεδιάζεται σε συνεργασία με το Ισραήλ, αναμένεται να κοστίσει περίπου 3,1 δισ. ευρώ και να τεθεί σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία εντός 35 μηνών από την ενεργοποίηση των συμβάσεων.
Η συμφωνία περιλαμβάνει ισραηλινά συστήματα όπως τα SPYDER, Barak MX και David’s Sling, τα οποία θα συνδεθούν με υφιστάμενες ελληνικές δυνατότητες, όπως οι Patriot, αλλά και με αισθητήρες, drones και συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Όμως πίσω από τους πυραύλους, τα ραντάρ και τους αισθητήρες υπάρχει κάτι πολύ λιγότερο ορατό και ίσως πολύ πιο κρίσιμο: το λογισμικό.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό στρατηγικό στοίχημα της συμφωνίας.
Όποιος ελέγχει το λογισμικό, ελέγχει το σύστημα
Σε ένα σύγχρονο δίκτυο αεράμυνας, η αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο γρήγορα πετά ένας πύραυλος ή πόσο μακριά βλέπει ένα ραντάρ.
Εξαρτάται από το πώς όλα αυτά τα συστήματα επικοινωνούν μεταξύ τους.
Ποιος αισθητήρας εντοπίζει την απειλή; Πώς μεταφέρεται η πληροφορία στο κέντρο διοίκησης; Πώς ταξινομείται ένας στόχος; Πώς αποφασίζεται ποιο σύστημα θα τον αντιμετωπίσει; Πώς διασυνδέονται διαφορετικά οπλικά συστήματα; Πώς πραγματοποιούνται οι αναβαθμίσεις όταν εμφανίζονται νέες απειλές;
Όλα αυτά περνούν από το λογισμικό.
Και στην περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», το λογισμικό δεν είναι ένα βοηθητικό στοιχείο της άμυνας.
Είναι ο μηχανισμός που φιλοδοξεί να ενώσει διαφορετικά συστήματα σε ένα ενιαίο δίκτυο.
Τα δημοσιεύματα αναφέρουν ότι το σύστημα θα λειτουργεί μέσω λογισμικού που αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση απειλών και για την εισήγηση του καταλληλότερου τρόπου αναχαίτισης.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για το ποιος έχει τον source code δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια μιας σύμβασης.
Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Γιατί το source code έχει τόσο μεγάλη σημασία
Ο πηγαίος κώδικας είναι ουσιαστικά το «DNA» του λογισμικού.
Η κατοχή του δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί αυτομάτως να ξαναγράψει από την αρχή ένα ολόκληρο σύστημα.
Σημαίνει όμως ότι έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει πώς λειτουργεί, να το ελέγχει, να το τροποποιεί και —υπό τις προϋποθέσεις που θα προβλέπει η σύμβαση— να το προσαρμόζει στις δικές του επιχειρησιακές ανάγκες.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα σύστημα που προορίζεται να λειτουργεί επί δεκαετίες.
Αν η Ελλάδα χρειάζεται τον αρχικό κατασκευαστή κάθε φορά που θέλει να τροποποιήσει έναν κρίσιμο αλγόριθμο, να ενσωματώσει έναν νέο αισθητήρα ή να διασυνδέσει ένα καινούργιο οπλικό σύστημα, τότε η επιχειρησιακή της αυτονομία περιορίζεται.
Ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο έχει αναδείξει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας.
Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο κ. Δένδιας υπογράμμισε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορούν να προμηθεύονται, ιδίως στα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, τεχνολογίες χωρίς να διαθέτουν τον πηγαίο κώδικα. ,
Όπως εξήγησε, χωρίς τη δυνατότητα παρέμβασης στην αρχιτεκτονική και στην ανάπτυξη ενός συστήματος C5ISR, η χώρα θα μπορούσε να καταστεί «όμηρος» ακόμη και ενός φιλικού ξένου κράτους ή συμμάχου.
Η δήλωση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι δείχνει ότι η ίδια η ελληνική πολιτική ηγεσία θεωρεί το ζήτημα του software κρίσιμο για την εθνική επιβίωση και όχι απλώς για την τεχνική υποστήριξη.
Το Ισραήλ προσφέρει τεχνολογία – η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει τον έλεγχο
Η επιλογή ισραηλινής τεχνολογίας έχει ισχυρή επιχειρησιακή λογική.
Το Ισραήλ διαθέτει ίσως ένα από τα πιο ανεπτυγμένα οικοσυστήματα αεράμυνας στον κόσμο και πολυετή πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία απέναντι σε drones, πυραύλους και βαλλιστικές απειλές.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φιλοδοξεί να αξιοποιήσει αυτή την εμπειρία, συνδέοντας ισραηλινά συστήματα με τις υφιστάμενες ελληνικές δυνατότητες.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν η Ελλάδα πρέπει να συνεργαστεί με το Ισραήλ.
Το ερώτημα είναι με ποιους όρους.
Μια αμυντική συμφωνία μπορεί να είναι απολύτως επιτυχημένη επιχειρησιακά και ταυτόχρονα να δημιουργεί μακροπρόθεσμη τεχνολογική εξάρτηση.
Αυτός είναι ο κίνδυνος που πρέπει να αποφύγει η Αθήνα.
Το πρόβλημα δεν τελειώνει με την παράδοση του source code
Η εξασφάλιση του source code είναι σημαντική εξέλιξη, αλλά δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι λύνει αυτόματα το πρόβλημα.
Δεν αρκεί να υπάρχει ο πηγαίος κώδικας σε ένα ελληνικό αρχείο ή σε ένα ασφαλές data center.
Το κρίσιμο είναι εάν η Ελλάδα θα διαθέτει ανθρώπους, τεχνογνωσία, υποδομές και βιομηχανική δυνατότητα ώστε να τον αξιοποιήσει ή θα καταστεί όμηρος χάνοντας τη στρατηγική της αυτονομία.
Εάν το λογισμικό είναι διαθέσιμο αλλά μόνο ο αρχικός κατασκευαστής γνωρίζει πώς να το τροποποιήσει με ασφάλεια, τότε η εξάρτηση απλώς αλλάζει μορφή.
Γι’ αυτό η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Στο πρόγραμμα προβλέπεται συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε ποσοστό τουλάχιστον 25%, με 12 εταιρείες να αναλαμβάνουν έργο άνω των 700 εκατ. ευρώ.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι μόνο να επιστρέψει ένα μέρος των 3,1 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία.
Είναι να δημιουργηθεί στην Ελλάδα η τεχνογνωσία που θα επιτρέψει στη χώρα να διαχειριστεί το σύστημα όταν ο αρχικός προμηθευτής θα έχει ολοκληρώσει το έργο του.
Η μεγαλύτερη παγίδα είναι η «κλειδωμένη» αρχιτεκτονική
Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή: το λεγόμενο vendor lock-in.
Εάν διαφορετικά υποσυστήματα μιας εθνικής αεράμυνας εξαρτώνται από συγκεκριμένα ιδιόκτητα πρωτόκολλα, interfaces ή λογισμικό ενός κατασκευαστή, τότε η αντικατάσταση ή αναβάθμιση ενός τμήματος μπορεί να απαιτεί τη συνεργασία του ίδιου προμηθευτή.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η αρχιτεκτονική είναι σχεδιασμένη γύρω από ένα κεντρικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Η Ελλάδα θα πρέπει συνεπώς να διασφαλίσει όχι μόνο την κατοχή του source code (πηγαίου κώδικα), αλλά και ανοικτές και τεκμηριωμένες διεπαφές, δικαιώματα τροποποίησης, πρόσβαση στα τεχνικά δεδομένα και δυνατότητα ενσωμάτωσης μελλοντικών ελληνικών ή ευρωπαϊκών συστημάτων.
Διαφορετικά, μπορεί να αποκτήσει τον κώδικα αλλά να παραμείνει εξαρτημένη από τον κατασκευαστή για να λειτουργήσει ολόκληρο το οικοσύστημα.
Η τεχνητή νοημοσύνη ανεβάζει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα
Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην αρχιτεκτονική της «Ασπίδας του Αχιλλέα» προσθέτει μία ακόμη διάσταση.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες για το πρόγραμμα, το λογισμικό θα αναλύει δεδομένα, θα αναγνωρίζει και θα ταξινομεί πιθανές απειλές και θα προτείνει την καταλληλότερη αντίδραση.
Όσο περισσότερες κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται σε ψηφιακά συστήματα, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει η δυνατότητα ελέγχου του λογισμικού.
Ποιος έχει γράψει τον αλγόριθμο; Ποιος μπορεί να τον τροποποιήσει; Ποιος πιστοποιεί ότι μία αναβάθμιση δεν δημιουργεί νέα ευπάθεια; Ποιος ελέγχει τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται; Ποιος αποφασίζει ποια συστήματα θα διασυνδεθούν στο μέλλον;
Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα.
Σε ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί ως ο «εγκέφαλος» της εθνικής αεράμυνας, αποτελούν μέρος της ίδιας της αμυντικής πολιτικής.
Η Ελλάδα δεν αγοράζει απλώς πυραύλους
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» παρουσιάζεται από το ΥΠΕΘΑ ως κεντρικό στοιχείο της «Ατζέντας 2030», μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο ίδιος ο Δένδιας έχει περιγράψει το σχέδιο ως πολυεπίπεδο «θόλο», που περιλαμβάνει αντι-drone, αντιπυραυλική και αντιαεροπορική άμυνα, αλλά και ευρύτερες δυνατότητες άμυνας σε θάλασσα και υποθαλάσσιο περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα δεν πρέπει να αξιολογηθεί με τα κλασικά κριτήρια μιας αγοράς οπλικών συστημάτων.
Δεν αγοράζονται απλώς πυραύλοι.
Αγοράζεται μία ψηφιακή αμυντική αρχιτεκτονική.
Και σε μια τέτοια αρχιτεκτονική, το λογισμικό είναι εξίσου σημαντικό με το hardware.
Το πραγματικό τεστ θα έρθει μετά την υπογραφή
Η επικείμενη συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ αποτελεί σημαντικό βήμα για την αναβάθμιση της ελληνικής αεράμυνας.
Το γεγονός ότι η Αθήνα εξασφάλισε πρόβλεψη για τον source code και 25% συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας βελτιώνει αισθητά τη στρατηγική θέση της χώρας.
Όμως το πραγματικό τεστ δεν θα είναι η ημέρα της υπογραφής.
Θα είναι η ημέρα που θα χρειαστεί να γίνει η πρώτη μεγάλη αναβάθμιση.
Εκεί θα φανεί εάν η Ελλάδα έχει πραγματικά τον έλεγχο του συστήματος ή εάν απλώς έχει αποκτήσει δικαίωμα πρόσβασης σε έναν κώδικα που εξακολουθεί να εξαρτάται από τον κατασκευαστή.
Γιατί η εθνική κυριαρχία στην άμυνα του 21ου αιώνα δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει τους πυραύλους.
Αφορά και το ποιος ελέγχει τον αλγόριθμο που αποφασίζει πότε, πώς και με ποιο όπλο θα χρησιμοποιηθούν.
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η «Ασπίδα του Αχιλλέα» των 3,1 δισ. ευρώ.




