Στην καρδιά αυτής της σχέσης βρίσκεται ένα γιγαντιαίο πυρηνικό πρόγραμμα αξίας περίπου 25 δισ. δολαρίων, που προβλέπει την κατασκευή τεσσάρων νέων αντιδραστήρων στη νότια επαρχία Hormozgan. Πρόκειται για μία συμφωνία, που αποκτά σήμερα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό βάρος, καθώς ο Ιρανός πρόεδρος Masoud Pezeshkian ετοιμάζεται να συναντήσει τον Ρώσο ομόλογό του Vladimir Putin στο Bishkek, μέσα σε ένα περιβάλλον ανοιχτής αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης και νέων αμερικανικών κυρώσεων.
Το σχέδιο αφορά τέσσερις μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στην περιοχή Sirik, σε έκταση περίπου 500 εκταρίων.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν δημοσιοποιηθεί από το ιρανικό πρακτορείο IRNA, κάθε μονάδα θα διαθέτει ισχύ περίπου 1.255 MW, ανεβάζοντας τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ του συγκροτήματος στα 5.020 MW.
Εφόσον ολοκληρωθεί, θα πρόκειται για το μεγαλύτερο πυρηνικό ενεργειακό project που έχει επιχειρήσει μέχρι σήμερα το Ιράν.
Δεν είναι απλώς τέσσερις αντιδραστήρες
Το πραγματικό μέγεθος της συμφωνίας δεν βρίσκεται μόνο στα megawatts.
Το Ιράν διαθέτει σήμερα μία λειτουργούσα μονάδα πυρηνικής ενέργειας στο Bushehr, κατασκευασμένη με ρωσική τεχνολογία, ισχύος περίπου 1 GW.
Η Τεχεράνη έχει θέσει ως μακροπρόθεσμο στόχο την ανάπτυξη περίπου 20 GW πυρηνικής ισχύος, επιχειρώντας να μειώσει την εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και να αντιμετωπίσει τις χρόνιες ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας.
Η νέα εγκατάσταση στο Sirik από μόνη της θα αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο αυτού του φιλόδοξου στόχου.
Η Rosatom, από την πλευρά της, δεν εμφανίζεται πλέον ως ένας απλός προμηθευτής τεχνολογίας.
Η Ρωσία έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο μακροχρόνιο εταίρο του ιρανικού πολιτικού πυρηνικού προγράμματος, από το Bushehr μέχρι τα νέα σχέδια στο Hormozgan.
Ρωσικές και ιρανικές πλευρές είχαν ήδη συμφωνήσει εδώ και χρόνια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που μπορούσε να περιλαμβάνει έως οκτώ αντιδραστήρες.
Και αυτό ακριβώς κάνει τη συγκεκριμένη συνεργασία πολιτικά εκρηκτική.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αγορά τεχνολογίας.
Πρόκειται για μία υποδομή που σχεδιάζεται να λειτουργεί επί δεκαετίες, απαιτεί τεχνική συνεργασία, καύσιμα, εκπαίδευση, εξειδικευμένο προσωπικό και συνεχή θεσμική σχέση μεταξύ Τεχεράνης και Μόσχας. .
Με άλλα λόγια, τα 25 δισ. δολάρια αγοράζουν και γεωπολιτικό βάθος.
Η απάντηση στην αμερικανική «οικονομική D-Day»
Η επαναφορά του πυρηνικού project στο προσκήνιο συμπίπτει με μία από τις επιθετικότερες εκστρατείες οικονομικής πίεσης που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Η κυβέρνηση Donald Trump έχει εξαπολύσει επίθεση με τον υπουργό Οικονομικών Scott Bessent να προειδοποιεί ότι χώρες και εταιρείες που συνεχίζουν οικονομικές συναλλαγές με την Τεχεράνη κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν αμερικανικές κυρώσεις.
Στις 24 Αυγούστου ανακοινώθηκαν κυρώσεις εναντίον σχεδόν 60 οντοτήτων που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον συνδέονται με το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα, τις πετρελαϊκές εξαγωγές και άλλες δραστηριότητες του Ιράν.
Ο Bessent προειδοποίησε ουσιαστικά ότι κανένας εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης δεν βρίσκεται εκτός εμβέλειας του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.
Η στρατηγική είναι σαφής: αφού έξι μήνες πολέμου δεν έχουν οδηγήσει σε πολιτική συνθηκολόγηση του Ιράν, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος στο οικονομικό μέτωπο.
Η Τεχεράνη όμως, έχει μια εξίσου σαφή απάντηση: Ρωσία και Κίνα.
Όσο οι δύο αυτές δυνάμεις παραμένουν διατεθειμένες να διατηρούν ενεργειακές, εμπορικές και τεχνολογικές σχέσεις με το Ιράν, η αμερικανική επιδίωξη πλήρους οικονομικής απομόνωσης γίνεται πολύ δυσκολότερη.
Και ένα project 25 δισ. δολαρίων με τη Rosatom αποτελεί σχεδόν την απόλυτη εικόνα αυτής της πραγματικότητας.

Η μυστηριώδης αποστολή Ratcliffe στη Μόσχα
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτά η υπόθεση λόγω της αιφνιδιαστικής επίσκεψης του διευθυντή της CIA John Ratcliffe στη Μόσχα.
Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε στις 26 Αυγούστου ότι ο Ratcliffe είχε συνομιλίες με Ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών μία ημέρα νωρίτερα. Δεν συναντήθηκε με τον Vladimir Putin, αλλά, σύμφωνα με τον Dmitry Peskov, ο Ρώσος πρόεδρος ενημερώθηκε αμέσως για το περιεχόμενο των επαφών.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται σε όσα δεν έχουν γίνει γνωστά.
Το Κρεμλίνο αρνήθηκε να αποκαλύψει το αντικείμενο των συνομιλιών.
Ο Donald Trump χαρακτήρισε την αποστολή ρουτίνας και, όταν ρωτήθηκε εάν σχετιζόταν με τις κυρώσεις κατά του Ιράν, δεν το επιβεβαίωσε.
Κυκλοφόρησαν αναφορές ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να επιχείρησε να ζητήσει ρωσική παρέμβαση προς την Τεχεράνη για το άνοιγμα των Στενών του Hormuz και ότι έθεσε το ενδεχόμενο κυρώσεων σε ρωσικές οντότητες. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, όμως, δεν έχουν επιβεβαιωθεί από αξιόπιστες επίσημες πηγές και δεν μπορούν σήμερα να παρουσιαστούν ως γεγονός.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι αρκετά σημαντικό από μόνο του: ο επικεφαλής της CIA πραγματοποίησε μία εξαιρετικά σπάνια επίσκεψη στη Μόσχα ενώ ταυτόχρονα η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να πιέσει τους εμπορικούς εταίρους του Ιράν να απομακρυνθούν από την Τεχεράνη.
Η χρονική συγκυρία δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Το Hormuz αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται πλέον το Στενό του Hormuz.
Η διέλευση εμπορικών πλοίων παραμένει σοβαρά διαταραγμένη, ενώ το Ιράν χρησιμοποιεί τον έλεγχο της περιοχής ως έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς πίεσης που διαθέτει απέναντι στις ΗΠΑ.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορεύσιμου πετρελαίου περνούσε από τη συγκεκριμένη θαλάσσια αρτηρία.
Η σημερινή κρίση έχει μετατρέψει το Hormuz από περιφερειακό ζήτημα ασφαλείας σε παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα.
Και εδώ η Ρωσία βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θέση.
Ως μεγάλος εξαγωγέας πετρελαίου, η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει τις υψηλότερες διεθνείς τιμές ενέργειας με τον ίδιο τρόπο που τις αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ, η Ευρώπη ή οι μεγάλες ασιατικές οικονομίες που εισάγουν τεράστιες ποσότητες πετρελαίου.
Παράλληλα, έχει στρατηγικό συμφέρον να μην καταρρεύσει ένας από τους σημαντικότερους εταίρους της στη Μέση Ανατολή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία επιθυμεί ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Σημαίνει όμως ότι τα συμφέροντα της Μόσχας και της Ουάσιγκτον στο Ιράν κάθε άλλο παρά ταυτίζονται
Το ραντεβού στο Bishkek
Σε αυτό το σκηνικό, η προγραμματισμένη συνάντηση Masoud Pezeshkian–Vladimir Putin στο Bishkek αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Ο πρεσβευτής του Ιράν στη Ρωσία, Kazem Jalali, ανακοίνωσε ότι οι δύο πρόεδροι σχεδιάζουν να συναντηθούν στο περιθώριο της συνόδου της Οικονομικής Συνεργασίας της Σαγκάης, που πραγματοποιείται στο Κιργιστάν στα τέλη Αυγούστου και την 1η Σεπτεμβρίου.
Στο ίδιο τραπέζι θα βρίσκεται και ο Xi Jinping.
Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που πρέπει να ανησυχεί περισσότερο την Ουάσιγκτον.
Διότι το θέμα δεν είναι πλέον απλώς οι σχέσεις Ρωσίας–Ιράν.
Το πραγματικό ζήτημα είναι η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου κρατών που επιχειρούν να μειώσουν την ικανότητα των ΗΠΑ να χρησιμοποιούν το δολάριο, τις κυρώσεις και τον αποκλεισμό από τις δυτικές αγορές ως απόλυτα εργαλεία γεωπολιτικής πίεσης.
Το Ιράν χρειάζεται επενδύσεις, τεχνολογία και αγορές.
Η Ρωσία χρειάζεται στρατηγικούς εταίρους και νέες διεθνείς αγορές για τη Rosatom.
Η Κίνα χρειάζεται ενέργεια και εμπορικές διαδρομές που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την αμερικανική πολιτική ισχύ.
Τα συμφέροντά τους δεν είναι ταυτόσημα.
Αλλά συναντώνται σε ένα κεντρικό σημείο: στην επιθυμία να περιοριστεί η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να καθορίζει μονομερώς ποιος μπορεί να συναλλάσσεται με ποιον.
Τα 25 δισ. είναι το μήνυμα
Το project του Sirik είναι επισήμως ένα πολιτικό πυρηνικό ενεργειακό έργο.
Δεν υπάρχει βάση για να παρουσιαστεί ως πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Αλλά θα ήταν εξίσου αφελές να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε έναν κόσμο κυρώσεων, πολέμων και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, μια επένδυση 25 δισ. δολαρίων στην πυρηνική ενέργεια είναι ταυτόχρονα οικονομικό, τεχνολογικό και πολιτικό συμβόλαιο δεκαετιών.
Και αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ μπορούν να αυξήσουν τις κυρώσεις.
Μπορούν να απειλήσουν εταιρείες, τράπεζες και κυβερνήσεις που συναλλάσσονται με το Ιράν. Μπορούν να επιχειρήσουν να κάνουν το οικονομικό κόστος της συνεργασίας με την Τεχεράνη δυσβάστακτο.
Όμως η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής εξαρτάται από κάτι που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιβάλει από μόνη της: αν οι μεγάλες δυνάμεις είναι διατεθειμένες να υπακούσουν.
Η Ρωσία, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δείχνει ότι δεν είναι.
Και όταν ο Putin καθίσει απέναντι από τον Pezeshkian στο Bishkek, τα τέσσερα πυρηνικά εργοστάσια των 25 δισ. δολαρίων θα αποτελούν κάτι περισσότερο από ένα ενεργειακό πρόγραμμα.
Θα είναι η απόδειξη ότι, παρά τον πόλεμο και παρά την αμερικανική οικονομική ασφυξία, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρούς εταίρους που είναι πρόθυμοι να επενδύσουν στο μέλλον της.




