Ένα μικροσκοπικό σκαθάρι, όχι μεγαλύτερο από έναν σπόρο σουσαμιού, έχει μετατραπεί σε έναν από τους μεγαλύτερους οικολογικούς εφιάλτες της Νότιας Αφρικής.
Το polyphagous shot-hole borer, ένα εξαιρετικά επιθετικό χωροκατακτητικό είδος με καταγωγή από τη Νοτιοανατολική Ασία, εξαπλώνεται με εντυπωσιακή ταχύτητα, προσβάλλοντας εκατοντάδες είδη δέντρων και απειλώντας να αλλάξει για πάντα την εικόνα ολόκληρων πόλεων.
Στο ιστορικό Stellenbosch, στην επαρχία Western Cape, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δραματική. Η πόλη είναι γνωστή εδώ και σχεδόν 350 χρόνια ως η «City of Oaks», χάρη στις επιβλητικές βελανιδιές που σκιάζουν δρόμους και κατοικίες.
Τώρα, όμως, χιλιάδες από αυτά τα δέντρα έχουν ήδη χαθεί και πολλά από όσα παραμένουν όρθια θεωρούνται καταδικασμένα.quercus-robur-galleries-photocredit-zw-de-beer.webp

Μικροσκοπικές τρύπες που αποτελούν «θανατική καταδίκη»

Το πρώτο σημάδι της εισβολής είναι σχεδόν αόρατο.
Δεκάδες μικροσκοπικές τρύπες, με διάμετρο περίπου όσο το σημάδι που αφήνει ένα στυλό, εμφανίζονται στον φλοιό των δέντρων. Πίσω τους όμως κρύβεται μια πολύ πιο επικίνδυνη διαδικασία.
Το θηλυκό σκαθάρι τρυπά το ξύλο και δημιουργεί στοές μέσα στις οποίες αναπαράγεται. Μαζί του μεταφέρει σπόρια ενός μύκητα, τα οποία απελευθερώνονται μέσα στο δέντρο.
Ο μύκητας εξαπλώνεται στους ιστούς και σταδιακά εμποδίζει τη μεταφορά νερού και θρεπτικών συστατικών.
Το αποτέλεσμα είναι η ασθένεια που είναι γνωστή ως fusarium dieback, η οποία προκαλεί συμπτώματα παρόμοια με ακραία ξηρασία και μπορεί τελικά να σκοτώσει ολόκληρο το δέντρο.

Ο «τέλειος εισβολέας» που εξαπλώνεται σχεδόν παντού

Ο καθηγητής Francois Roets, ειδικός στην οικολογία διατήρησης και την εντομολογία στο Stellenbosch University, περιγράφει το συγκεκριμένο έντομο ως τον «τέλειο εισβολέα».
Το σκαθάρι έχει ήδη καταγραφεί σε όλες τις ηπείρους εκτός από την Ανταρκτική και, σύμφωνα με επιστημονικές ανασκοπήσεις, έχει επιτεθεί σε περίπου 680 είδη δέντρων και ξυλωδών φυτών.
Στη Νότια Αφρική εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην επαρχία KwaZulu-Natal το 2012, ενώ η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη περίπτωση ήρθε το 2017.
Έκτοτε έχει εξαπλωθεί σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα.

Ένα μόνο θηλυκό μπορεί να ξεκινήσει νέα «επιδημία»

Αυτό που κάνει το έντομο ακόμη πιο επικίνδυνο είναι ο ιδιαίτερος τρόπος αναπαραγωγής του.
Ένα μόνο παρθένο θηλυκό μπορεί να δημιουργήσει αρσενικούς απογόνους από μη γονιμοποιημένα αυγά και στη συνέχεια να ζευγαρώσει μαζί τους, δημιουργώντας μια εντελώς νέα αποικία.
Έτσι, ακόμη και ένα μόνο σκαθάρι που μεταφέρεται μέσα σε ξύλο, φυτά ή υλικά συσκευασίας μπορεί δυνητικά να αποτελέσει την αρχή μιας νέας προσβολής.
Το μικρό του μέγεθος και η ικανότητά του να κρύβεται μέσα στο ξύλο κάνουν τον εντοπισμό και τον περιορισμό του εξαιρετικά δύσκολους.

Οι βελανιδιές μπορεί να πεθάνουν μέσα σε τέσσερα χρόνια

Η διάρκεια ζωής ενός προσβεβλημένου δέντρου εξαρτάται από το είδος.
Σύμφωνα με τον Francois Roets, οι βελανιδιές μπορεί να επιβιώσουν περίπου τέσσερα χρόνια μετά τη μόλυνση, ενώ άλλα είδη, όπως τα box elders, μπορεί να πεθάνουν μέσα σε μόλις έναν χρόνο.
Και όταν ένα δέντρο προσβληθεί σοβαρά, οι επιλογές είναι ελάχιστες.
Η βασική μέθοδος αντιμετώπισης είναι η κοπή και απομάκρυνσή του, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος τα έντομα να μετακινηθούν σε γειτονικά υγιή δέντρα.

Ο λογαριασμός προκαλεί σοκ – Έως 275 δισ. rand

Το οικολογικό πρόβλημα απειλεί να εξελιχθεί και σε οικονομική καταστροφή τεράστιας κλίμακας.
Μελέτη ερευνητών από τα πανεπιστήμια Stellenbosch και Pretoria είχε υπολογίσει ότι οι συνολικές οικονομικές επιπτώσεις από την εξάπλωση του σκαθαριού θα μπορούσαν να φτάσουν τα 275 δισεκατομμύρια rand, ποσό που αντιστοιχούσε τότε σε περίπου 18,5 δισεκατομμύρια δολάρια, μέσα σε μία δεκαετία.
Ο ερευνητής Brian van Wilgen, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, έχει επισημάνει ότι ένα από τα μεγαλύτερα κόστη είναι η ίδια η απομάκρυνση των νεκρών και μολυσμένων δέντρων.
Οι επιστήμονες είχαν εκτιμήσει ότι τουλάχιστον 65 εκατομμύρια από τα περίπου 225 εκατομμύρια αστικά δέντρα της Νότιας Αφρικής θα μπορούσαν να χρειαστούν απομάκρυνση.