Το νομικό καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων, οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση του Αρχιπελάγους Τσάγκος και οι δυνατότητες που διαμορφώνονται για την Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκαν στο επίκεντρο εκδήλωσης που διοργάνωσε, στη Λευκωσία, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος την Πέμπτη, 25 Ιουνίου, με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών, νομικών και κυβερνητικών αξιωματούχων.

Κοινό παρονομαστή των παρεμβάσεων αποτέλεσε η εκτίμηση ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στο διεθνές δίκαιο, χωρίς να δημιουργούν αυτομάτως νέα νομικά δικαιώματα για την Κύπρο, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο προβληματισμού και προσφέρουν σημαντικά νομικά και πολιτικά εργαλεία για την εξέταση του ζητήματος των Βρετανικών Βάσεων.

Στον χαιρετισμό του, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Μιχάλης Βορκάς, χαρακτήρισε την εκδήλωση πράξη θεσμικής ευθύνης και εθνικής εγρήγορσης, σημειώνοντας ότι το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων δεν αποτελεί μια ακαδημαϊκή συζήτηση αλλά αφορά ζητήματα κυριαρχίας, ανεξαρτησίας, αποαποικιοποίησης και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου.

Ανέφερε ότι οι Βάσεις συνιστούν μια μοναδική διεθνώς νομική πραγματικότητα, η οποία εξακολουθεί να εγείρει ζητήματα σχετικά με την άσκηση δικαιοδοσίας, τη χρήση γης, την προστασία του περιβάλλοντος, τα δικαιώματα των κατοίκων και τον ρόλο τους στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, για το θέμα των Βρετανικών Βάσεων, σημειώνοντας ότι οι εξελίξεις γύρω από την υπόθεση του Αρχιπελάγους Τσάγκος δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο προβληματισμού που επιβάλλει προσεκτική μελέτη των διεθνών προηγουμένων και ανάπτυξη τεκμηριωμένων νομικών επιχειρημάτων.

Εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Νικόλας Ιωαννίδης, ο οποίος στο παρελθόν είχε ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα, χαρακτήρισε ιδιαίτερα επίκαιρη τη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι η πρόσφατη ένταση στη Μέση Ανατολή επανέφερε το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.

Ο κ. Ιωαννίδης ανέλυσε το ιστορικό και νομικό πλαίσιο της δημιουργίας των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων, υποστηρίζοντας ότι η έννοια της ατελούς αποαποικιοποίησης συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση για το καθεστώς τους. Αναφέρθηκε εκτενώς στη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την υπόθεση του Αρχιπελάγους Τσάγκος, σημειώνοντας ότι η Κύπρος υποστήριξε πως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση αποτελεί κανόνα αναγκαστικού διεθνούς δικαίου και ότι αρκετές από τις θέσεις της υιοθετήθηκαν τελικά από το Δικαστήριο.

Παράλληλα, διευκρίνισε ότι σκοπός της Κυβέρνησης είναι η διεξαγωγή ενός γόνιμου διαλόγου με το Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, με γνώμονα τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας, των πολιτών της και την πλήρη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο. Υπενθύμισε επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε την ετοιμότητά της να εμπλακεί στην επιδιωκόμενη συζήτηση για τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο, ενώ ήδη έχει εμπλακεί στις διαπραγματεύσεις για επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Κερύνειας, Νικόλας Κωνσταντινίδης, παρουσίασε τη διαχρονική δράση του νομικού κόσμου στο ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων, υπενθυμίζοντας σημαντικές δικαστικές αποφάσεις και παρεμβάσεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Ξεκινώντας από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1991, την οποία χαρακτήρισε ως μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αναλύσεις σε σχέση με το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων προχώρησε σε μία διαχρονική υπενθύμιση όλων των νομικών υποθέσεων αλλά και συγγραμμάτων που ακολούθησαν. Παράλληλα σημείωσε ότι, υπό το φως της γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Τσάγκος, η συζήτηση για τις Βρετανικές Βάσεις αποκτά νέα επικαιρότητα και εντάσσεται πλέον σε έναν ευρύτερο διεθνή διάλογο γύρω από την αποαποικιοποίηση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Στην εισήγησή του, ο Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, υποστήριξε ότι υπάρχει λανθασμένη αντίληψη πως οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος των Βρετανικών Βάσεων προϋποθέτει τη συμμετοχή της Τουρκίας.

Όπως εξήγησε, η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης δεν αφορά την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά αποκλειστικά το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων. Ανέφερε ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από τη Συνθήκη αφορούν αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ηνωμένου Βασιλείου και επικαλέστηκε τόσο την ιστορική διαπραγμάτευση του 1960 όσο και μεταγενέστερες συμφωνίες, όπως το Πρωτόκολλο 3 της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ρυθμίσεις μετά το Brexit και τη συμφωνία του 2013 για τη μη στρατιωτική ανάπτυξη στις περιοχές των Βάσεων, ως παραδείγματα αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν χωρίς συμμετοχή της Τουρκίας.

Ο τέως Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, επικεντρώθηκε στη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για το Αρχιπέλαγος Τσάγκος, παρουσιάζοντας το ιστορικό της υπόθεσης και τα βασικά επιχειρήματα που ανέπτυξε η κυπριακή πλευρά.

Όπως ανέφερε, η Κύπρος υποστήριξε ότι το διεθνές δίκαιο της αποαποικιοποίησης χρήζει περαιτέρω αποσαφήνισης και ότι το δικαίωμα αυτοδιάθεσης αποτελεί κανόνα αναγκαστικού διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας, παράλληλα. ότι η ίδια διαθέτει ανάλογη εμπειρία λόγω της διατήρησης των Βρετανικών Βάσεων μετά την ανεξαρτησία του 1960. Πρόσθεσε ότι η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διαδικασία κρίθηκε σημαντική τόσο για τη διαμόρφωση της σχετικής νομολογίας όσο και για την προστασία των δικών της έννομων συμφερόντων.

Η Christina Hioureas, του δικηγορικού οίκου Foley Hoag, παρουσίασε την εμπειρία της ομάδας που εκπροσώπησε τον Μαυρίκιο στην υπόθεση του Τσάγκος, εκφράζοντας τη θέση ότι το διεθνές δίκαιο μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό εργαλείο για μικρά κράτη έναντι ισχυρότερων δυνάμεων.

Αναφέρθηκε στη στρατηγική που ακολουθήθηκε ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σωστή επιλογή του νομικού πλαισίου, της επιχειρηματολογίας και της σταδιακής εφαρμογής των αποφάσεων μέσω πολιτικών και νομικών ενεργειών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διαδικασία, σημειώνοντας ότι οι παρεμβάσεις της συνέβαλαν ώστε το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει πως το δικαίωμα αυτοδιάθεσης είχε ήδη καταστεί κανόνας εθιμικού διεθνούς δικαίου πριν από το 1960, στοιχείο που, όπως είπε, έχει ιδιαίτερη σημασία και για την κυπριακή περίπτωση.

Καταλήγοντας επεσήμανε ότι τα συμπεράσματα της γνωμοδότησης για το Τσάγκος μπορούν να αξιοποιηθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία, είτε στο πλαίσιο μελλοντικών διαπραγματεύσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο είτε, εφόσον αυτό επιλεγεί, σε ενδεχόμενες διεθνείς δικαστικές διαδικασίες.