Παρά τις πρόσφατες ηχηρές δηλώσεις της νέας βουλγαρικής κυβέρνησης περί «παγώματος» της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, η Σόφια συνεχίζει κανονικά να τροφοδοτεί τις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις με πυρομαχικά και πολεμικό υλικό.
Η υποτιθέμενη αλλαγή στάσης της Βουλγαρίας αποδεικνύεται μια καλά στημένη επικοινωνιακή επιχείρηση, καθώς η ροή των όπλων δεν διακόπτεται, αλλά αλλάζει νομική και εφοδιαστική φόρμουλα μέσω της επιστράτευσης τρίτων χωρών και της μετατροπής της δωρεάν βοήθειας σε κερδοφόρα εμπορική δραστηριότητα.
Το παρασκήνιο της «διπλής γλώσσας» της Σόφιας
Η πολιτική θύελλα ξέσπασε μετά τη δήλωση του Βούλγαρου Υπουργού Άμυνας, Dimitar Stoyanov, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι «η Ουκρανία χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους και όχι περισσότερα όπλα», προσθέτοντας ότι είναι καιρός να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη ειρήνη.
Τη γραμμή αυτή ενίσχυσε και ο νέος Πρωθυπουργός της χώρας, Rumen Radev, επικαλούμενος τεράστια προβλήματα στον εθνικό προϋπολογισμό και θέτοντας ως προτεραιότητα την ασφάλεια των Βούλγαρων πολιτών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τις δηλώσεις αυτές είναι τελείως διαφορετική.
Όπως αποκάλυψε ο βουλευτής του κόμματος «Αναγέννηση» (Vazrazhdanie), Ivelin Parvanov, μετά από επίσημη επερώτηση στην κοινοβουλευτική επιτροπή άμυνας, η κυβέρνηση σταματά αποκλειστικά και μόνο τη δωρεάν παραχώρηση οπλισμού από τα αποθέματα του στρατού της. Αντίθετα, οι πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού και προϊόντων διπλής χρήσης στο Κίεβο συνεχίζονται κανονικά και με το αζημίωτο.
Η μέθοδος της επανεξαγωγής: Το «τριγωνικό» δίκτυο της Μάγχης των Βαλκανίων
Για να αποφύγει τις απευθείας διπλωματικές και πολιτικές αναταράξεις με τη Μόσχα, η Βουλγαρία χρησιμοποιεί τη δοκιμασμένη μέθοδο της έμμεσης διοχέτευσης μέσω τρίτων χωρών του ΝΑΤΟ.
Το βουλγαρικό κράτος δεν στέλνει τα όπλα απευθείας στο ουκρανικό μέτωπο, αλλά τα πουλάει νόμιμα σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που συνορεύουν με την εμπόλεμη ζώνη.
Οι χώρες-κλειδιά που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι σταθμοί (hubs) είναι:
Η Πολωνία
Η Ρουμανία
Η Τσεχία
Αυτά τα κράτη αγοράζουν μαζικά βλήματα, νάρκες και σφαίρες όλων των διαμετρημάτων από τα βουλγαρικά εργοστάσια και στη συνέχεια τα επανεξάγουν (re-export) στις ουκρανικές δυνάμεις.
Το ιστορικό προηγούμενο του 2022
Η τακτική αυτή δεν είναι καινούργια.
Ο Parvanov υπενθύμισε τι συνέβαινε πριν από τέσσερα χρόνια, το 2022.
Τότε, η τότε Αντιπρόεδρος της βουλγαρικής κυβέρνησης, Korneliya Ninova, διακήρυττε σε όλους τους τόνους ότι «δεν θα δοθεί ούτε μία σφαίρα στην Ουκρανία».
Την ίδια ακριβώς στιγμή, οι βουλγαρικές αμυντικές βιομηχανίες δούλευαν σε ρυθμούς εμπόλεμης ζώνης, εξάγοντας τόνους πυρομαχικών σε Πολωνία και Ρουμανία, τα οποία κατέληγαν μέσα σε λίγες ώρες στα χέρια των Ουκρανών στρατιωτών.
Πολιτικό αδιέξοδο για την αντιπολίτευση
Σε μια προσπάθεια να μπλοκάρει αυτή τη ροή, το κόμμα «Αναγέννηση» κατέθεσε τέσσερα νομοσχέδια στο κοινοβούλιο, ζητώντας:
Την καθολική απαγόρευση πώλησης και επανεξαγωγής στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία.
Την οριστική παύση κάθε μορφής στρατιωτικής βοήθειας.
Την άσκηση βέτο από την πλευρά της Βουλγαρίας στο 21ο πακέτο κυρώσεων της Ε.Ε. κατά της Ρωσίας.
Ωστόσο, η ίδια η αντιπολίτευση αναγνωρίζει ότι τα νομοσχέδια αυτά δεν έχουν καμία τύχη, καθώς η πλειοψηφία του βουλγαρικού κοινοβουλίου είναι αποφασισμένη να τα καταψηφίσει, κρατώντας τις «πόρτες» της πολεμικής βιομηχανίας ανοιχτές.
Η πρόωρη ικανοποίηση της Μόσχας
Οι αρχικές δηλώσεις της βουλγαρικής κυβέρνησης προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της Ρωσίας, με τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της χώρας στους διεθνείς οργανισμούς στη Βιέννη, Mikhail Ulyanov, να σπεύδει να δηλώσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «η Βουλγαρία αποκαθιστά την εικόνα της στα μάτια των Ρώσων, και αυτό είναι καλό».
Όπως όλα δείχνουν όμως, η ικανοποίηση της Μόσχας βασίστηκε στην επίσημη ρητορική της Σόφιας και όχι στην πραγματική, υπόγεια ροή του χρήματος και των εξοπλισμών.




