Ιδιαίτερη έμφαση στην ανακίνηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό έδωσε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, στην ομιλία του ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων, το απόγευμα της Πέμπτης. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, ο οποίος παρευρέθηκε στην Ειδική Συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου του σώματος Νικήτα Κακλαμάνη, υπογράμμισε ότι η ανακίνηση αυτή επιτεύχθηκε μεσούσης μιας παγκόσμιας αναταραχής και τερμάτισε ένα επταετές τέλμα, εκφράζοντας, παράλληλα, την αισιοδοξία για άμεση επανέναρξη των συνομιλιών αλλά και την πεποίθηση ότι αυτή τη φορά είναι εφικτό να υπάρξουν σύντομα χειροπιαστά αποτελέσματα.

Επιπλέον, επανέλαβε ότι για τον ίδιο δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη μία λύση δύο κρατών. «Θέλω, και από αυτό το ιστορικό βήμα, με τον πλέον επίσημο τρόπο, να τονίσω ότι για εμάς, η λύση δύο κρατών δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη. Ποτέ δεν θα δεχθούμε να συζητήσουμε νομιμοποίηση της παρανομίας. Και ποτέ δεν πρόκειται να υπογράψουμε μονιμοποίηση και νομιμοποίηση του διοικητικού, πολιτικού και εδαφικού ακρωτηριασμού της Κυπριακής Δημοκρατίας», τόνισε.

«Σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουμε για απαλλαγή από τα δεσμά της κατοχής δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε μόνοι. Έχουμε τη στήριξη πρώτα και κύρια της Ελλάδας, η οποία παραμένει ο πιο συνεπής και ανιδιοτελής μας σύμμαχος», σημείωσε ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης και πρόσθεσε ότι ιδιαίτερα σημαντική είναι επίσης η στήριξη από τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Σημειώνω με ικανοποίηση το γεγονός ότι μετά από τις επίπονες δικές μας προσπάθειες, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απευθύνθηκαν από κοινού στον Γενικό Γραμματέα, καταγράφοντας σε μια ιστορική, ας μου επιτραπεί ο όρος, επιστολή, με τον πλέον επίσημο τρόπο, όχι μόνο το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό, αλλά και το πλαίσιο που πρέπει να διασφαλίζει η επίλυσή του», σημείωσε.

Απευθυνόμενος στους Έλληνες βουλευτές, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας έκανε ειδική αναφορά στους ιστορικούς δεσμούς των δύο χωρών αλλά και στη διαχρονικά σθεναρή, όπως είπε, στήριξη της Ελλάδας στην Κύπρο.

Παράλληλα, τόνισε ότι η άμεση ανταπόκριση της ελληνικής Κυβέρνησης στο αίτημα για ενίσχυση της αμυντικής επάρκειας της Κύπρου, μετά την επίθεση στις βρετανικές βάσεις, ήταν ο προπομπός για τη δημιουργία ενός πρωτόγνωρου κύματος αλληλεγγύης στην πράξη και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Θέλω, για μια ακόμη φορά, να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό για την έμπρακτη βοήθεια. Πέραν της ουσιαστικής ενίσχυσης του αισθήματος ασφάλειας που προκάλεσε η αποστολή της ελληνικής βοήθειας, η άμεση ανταπόκρισή σας υπηρέτησε στον ύψιστο βαθμό και τους ισχυρούς συμβολισμούς που δεν χρειάζονται επεξήγηση. Ήταν, αν θέλετε, η ηθική αποκατάσταση μιας ιστορικής εκκρεμότητας που χάραξε τραυματικά τη συλλογική μνήμη, ειδικότερα της δικής μου γενιάς, με την φράση “η Κύπρος κείται μακράν”», τόνισε.

Αναφερόμενος στο εξάμηνο κατά το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί την Προεδρία της ΕΕ, ανέφερε ότι η Λευκωσία εργάζεται για την αυτονομία της Ένωσης σε όλους τους ζωτικούς τομείς και επεσήμανε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει σαφή και ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό στα μεγάλα θέματα που δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα της Ένωσης και διακυβεύουν την ενότητα και τη συνοχή της. «Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι η αυτονομία της Ένωσης σε όλους τους ζωτικούς τομείς είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη διαδικασία προς την περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για μια Ένωση αυτόνομη, ανεξάρτητη και ισχυρή, ικανή να προστατεύει τους πολίτες της, τα σύνορα και τα συμφέροντά της. Και ακριβώς γι’ αυτή την Ένωση εργαζόμαστε ως Κυπριακή Προεδρία», υπογράμμισε.

Επιπλέον, έκανε αναφορά στις προσπάθειες της Κυβέρνησης για εκσυγχρονισμό του κυπριακού κράτους αλλά και αναβάθμιση των υπηρεσιών με τολμηρές, όπως είπε, μεταρρυθμίσεις «για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου, την πάταξη της διαφθοράς, την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της πατρίδας, την επένδυση στην κοινωνική πρόνοια και την ενδυνάμωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών σε όλους τους τομείς».

Εξέφρασε, επίσης, την ικανοποίησή του για τις επιδόσεις της κυπριακής οικονομίας τις οποίες χαρακτήρισε αξιοσημείωτες, και υποστήριξε ότι συγκρίνονται ευνοϊκά σε σχέση με οικονομικά μεγάλες χώρες της Ευρώπης. «Μόλις χθες ανακοινώθηκε ότι σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση η Κύπρος καταγράφει ρυθμό ανάπτυξης 3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, τον υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα και τη δυναμική της οικονομίας της. Αυτοί οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, σε συνδυασμό με το σημαντικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, το περιορισμένο δημόσιο χρέος και τον χαμηλό πληθωρισμό, μάς επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε στοχευμένα, εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις», ανέφερε.

«Η απελευθέρωση και η επανένωση της Κύπρου είναι το τάμα που ενώνει όλους μας, σε Κύπρο και Ελλάδα, ανεξάρτητα από κομματικές επιλογές ή ιδεολογικές προτιμήσεις. Η βαριά οφειλή έναντι όλων εκείνων σε Κύπρο και Ελλάδα που αγωνίστηκαν για τα οικουμενικά ιδανικά της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης, και το χρέος προς όλους όσοι θυσιάστηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι, δεν μας επιτρέπουν να συμφιλιωθούμε με οτιδήποτε λιγότερο. Πάνω στη δική τους παρακαταθήκη πατούμε γερά, ατενίζουμε το αύριο με αισιοδοξία, με την σιγουριά του ποιητή ότι λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει. Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα», κατέληξε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νικήτας Κακλαμάνης, καλωσορίζοντας τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη έκανε αναφορά στους άρρηκτους ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς που συνδέουν την Κύπρο και την Ελλάδα και επεσήμανε ότι η Ελλάδα ήταν, είναι και θα είναι σταθερά στο πλευρό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόνισε ότι το Κυπριακό αποτελεί για όλες τις πολιτικές δυνάμεις κορυφαίο εθνικό ζήτημα και προτεραιότητα και πρόσθεσε ότι «λύση του Κυπριακού δεν νοείται χωρίς την πλήρη απόσυρση των παράνομων κατοχικών στρατευμάτων και χωρίς την απαλλαγή της Κύπρου από αναχρονιστικά συστήματα εγγυήσεων και “δικαιωμάτων” επέμβασης τρίτων στις κυπριακές υποθέσεις».

Η ιστορικής σημασίας Ειδική Συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε στην παρουσία του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη, του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, Νικήτα Κακλαμάνη, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμου Β’, της τέως Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου, πρώην Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων, Υπουργών της ελληνικής Κυβέρνησης, της ολομέλειας του Σώματος, των Ευρωπαίων Επιτρόπων Κύπρου και Ελλάδας, εκπροσώπων των Σωμάτων Ασφαλείας, του Διπλωματικού Σώματος και των κυπριακών οργανώσεων στην Ελλάδα.

Η τελευταία φορά που Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προσφώνησε τη Βουλή των Ελλήνων ήταν το 2010, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συνόδευσαν ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, η Υφυπουργός παρά τω Προέδρο Ειρήνη Πική, ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Γιάννης Αντωνίου, ο Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα Σταύρος Αυγουστίδης και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες.