Ο Trump θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει ο πόλεμος αλλά το Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση να προσφέρει πολιτική σωτηρία σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που παγιδεύτηκε στις ίδιες του τις απειλές

Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump ήθελε έναν γρήγορο πόλεμο με το Ιράν.
Ήθελε μία ακόμη «εύκολη νίκη» που θα παρουσίαζε ως απόδειξη της αμερικανικής παντοδυναμίας και της προσωπικής του «στρατηγικής ιδιοφυΐας».
Αντί όμως για έναν θριαμβευτικό περίπατο, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίχθηκε σε μια βαθιά γεωπολιτική και πολιτική ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκαλύπτοντας τα όρια της αμερικανικής ισχύος και την αδυναμία της Ουάσιγκτον να επιβάλει πλέον τη θέλησή της στον κόσμο όπως παλαιότερα.O Trump πίστευε ότι το Ιράν είναι…ΒενεζουέλαΟ Trump πίστευε ότι η Τεχεράνη θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ημέρες.
Μετά την επιχείρηση ανατροπής του Nicolás Maduro στη Βενεζουέλα, θεωρούσε ότι μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Σύμφωνα με πηγές από το περιβάλλον του, έλεγε με αλαζονεία ότι «το Ιράν θα είναι άλλη μία Βενεζουέλα».
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική, εξηγεί σε ανάλυσή του το αμερικανικό περιοδικό Atlantic.
Παρά τους σφοδρούς αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς, τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης και τη δολοφονία της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά απάντησε με τρόπο που προκάλεσε πανικό στη Δύση.
Το Ιράν κατάφερε να ελέγξει στρατηγικά τα Στενά του Ηormuz — το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Με νάρκες, drones και μικρά ταχύπλοα σκάφη, οι ιρανικές δυνάμεις απέδειξαν ότι ακόμη και μια υπερδύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να επιβάλει εύκολα τη ναυτική της κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο.
Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν, οι δυτικές αγορές κλονίστηκαν και η αμερικανική οικονομία άρχισε να δέχεται σοβαρές πολιτικές πιέσεις ενόψει εκλογών.
trump_hegs_1.jpgΣκοτεινή η πραγματικότητα στον Λευκό Οίκο

Ο Trump, ο οποίος προεκλογικά παρουσιαζόταν ως ηγέτης που θα απέφευγε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή, βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια σύγκρουση χωρίς  διέξοδο.
Παρά τις καθημερινές δηλώσεις περί «επικείμενης νίκης», η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκοτεινή για τον Λευκό Οίκο.
Η κυβέρνησή του αναγκάστηκε επανειλημμένα να παρατείνει τις εκεχειρίες αντί να υλοποιήσει τις απειλές της, ενώ εγκατέλειψε ακόμη και επιχειρήσεις συνοδείας πλοίων υπό τον φόβο γενικευμένης στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που απειλεί συνεχώς αλλά τελικά υποχωρεί, αποτέλεσε τεράστιο πλήγμα για το κύρος της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν, αντίθετα, έδειξε αντοχή, στρατηγική ψυχραιμία και ικανότητα να μετατρέπει την αμερικανική υπεροπλία σε πολιτικό αδιέξοδο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να οδηγήσουν το Ιράν σε διαπραγματεύσεις υπό αμερικανικούς όρους.
Ο Trump, ο άνθρωπος που έχτισε την πολιτική του εικόνα πάνω στο βιβλίο The Art of the Deal, δεν κατάφερε ούτε καν να φέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των συνομιλιών.
Οι Ιρανοί διαπραγματευτές αγνόησαν αμερικανικά τελεσίγραφα, αποχώρησαν από συνομιλίες στο  Ισλαμαμπάντ και έστειλαν ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτούν υπό εκβιασμό.
iran_isl.jpg

Παρακμή ΗΠΑ

Η κατάσταση αποκάλυψε και κάτι βαθύτερο: την παρακμή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον στον Κόλπο — όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — άρχισαν να ανησυχούν ότι η συνέχιση των αμερικανικών επιθέσεων θα τους μετέτρεπε ξανά σε στόχους ιρανικών αντιποίνων.
Ορισμένες χώρες περιόρισαν ακόμη και την πρόσβαση των αμερικανικών δυνάμεων στις βάσεις και στον εναέριο χώρο τους.
Παράλληλα, το Ιράν αξιοποίησε τη σύγκρουση για να ενισχύσει την εσωτερική του συνοχή.
Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι της Τεχεράνης απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή, παρουσιάζοντας την αντίσταση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ως ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας.
Για εκατομμύρια ανθρώπους στη Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν, το Ιράν εμφανίστηκε ως η μοναδική δύναμη που τόλμησε να αντισταθεί ανοιχτά στην αμερικανική πίεση χωρίς να γονατίσει.

Το Ιράν εξανάγκασε τις ΗΠΑ σε υποχώρηση

Την ίδια στιγμή, η ρητορική του Trump έγινε ολοένα πιο ακραία και επικίνδυνη.
Σε μία από τις πιο σοκαριστικές δηλώσεις του, απείλησε ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε», προκαλώντας διεθνείς αντιδράσεις και κατηγορίες περί απειλής εγκλημάτων πολέμου.
Η Ουάσιγκτον, που συχνά παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου, έδειξε ξανά ότι είναι έτοιμη να παραβιάσει κάθε ηθικό και νομικό όριο όταν αμφισβητείται η παγκόσμια κυριαρχία της.
Παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου περί «στρατηγικής υπεροχής», η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη,επισημαίνει το Atlantic.
Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό μέρος των βαλλιστικών του δυνατοτήτων, οι σύμμαχοί του όπως η Hezbollah συνεχίζουν να μάχονται, ενώ δεν υπήρξε ούτε αλλαγή καθεστώτος ούτε ουσιαστική εξουδετέρωση του πυρηνικού του προγράμματος.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τεχεράνη απέδειξε κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητο: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να φθαρούν, να πιεστούν οικονομικά και να εξαναγκαστούν σε πολιτική υποχώρηση από μια περιφερειακή δύναμη που διαθέτει αποφασιστικότητα και στρατηγική υπομονή.
base.jpeg

Ο Trump θέλει απεγνωσμένα το τέλος του πολέμου – Το Ιράν αδιαφορεί για συμφωνία

Ο Trump θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει ο πόλεμος.
Θέλει μια συμφωνία ώστε να μπορέσει να τη διαφημίσει ως «ιστορική επιτυχία».
Όμως οι συμφωνίες απαιτούν δύο πλευρές.
Και το Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση να προσφέρει πολιτική σωτηρία σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που παγιδεύτηκε στις ίδιες του τις απειλές.
Η σύγκρουση αυτή ίσως καταγραφεί στην ιστορία όχι ως ακόμη μία αμερικανική επέμβαση, αλλά ως η στιγμή που η αμερικανική υπερδύναμη αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι ο κόσμος αλλάζει.
Και ότι η εποχή όπου η Ουάσιγκτον μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της παντού χωρίς σοβαρό κόστος πλησιάζει στο τέλος της.

trump_d.jpg
Ομολογία αποτυχίας από την αμερικανική ελίτ: 47 χρόνια πολέμου κατά του Ιράν δεν λύγισαν την Τεχεράνη

Την ίδια στιγμή μία σπάνια αλλά εξαιρετικά αποκαλυπτική παραδοχή έρχεται πλέον ακόμη και μέσα από τους ίδιους τους αμερικανικούς αναλυτικούς κύκλους: η στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν έχει αποτύχει.
Ο γνωστός αναλυτής Fareed Zakaria, σε άρθρο του στην The Washington Post, αναγνώρισε ανοιχτά ότι εδώ και 47 χρόνια η Ουάσιγκτον αδυνατεί να διαμορφώσει μια σταθερή, αποτελεσματική και επιτυχημένη στρατηγική απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Πρόκειται για μια ομολογία με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται όχι από περιθωριακές φωνές, αλλά από έναν από τους πιο προβεβλημένους αναλυτές του αμερικανικού κατεστημένου.
Στην πραγματικότητα, ο Zakaria περιγράφει αυτό που πολλοί σε ολόκληρο τον κόσμο βλέπουν εδώ και δεκαετίες: ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν είναι γεμάτη αντιφάσεις, αλαζονεία και στρατηγικά αδιέξοδα.
Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές κυβερνήσεις μιλούν για «διπλωματία», «σταθερότητα» και «διαπραγματεύσεις».
Από την άλλη, επιδιώκουν ανοιχτά την αποσταθεροποίηση, την οικονομική ασφυξία και τελικά την ανατροπή του πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Αυτή ακριβώς η διπλή στρατηγική — διαπραγμάτευση με το ένα χέρι και απειλή καθεστωτικής αλλαγής με το άλλο — ήταν, σύμφωνα με τον Zakaria, η βασική αιτία της αποτυχίας της Ουάσιγκτον.
Κάθε φορά που υπήρχε πιθανότητα συμφωνίας, οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον και τα λόμπι που επιδιώκουν την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπονόμευαν τη διαδικασία.
Και κάθε φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεγαν τη στρατηγική των κυρώσεων, της «μέγιστης πίεσης» και των στρατιωτικών απειλών, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμεναν: το Ιράν δεν υποχωρούσε, αλλά γινόταν πιο ανθεκτικό, πιο αυτάρκες και πιο αποφασισμένο.

Η μεγαλύτερη αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη σύγχρονη εποχή.
Για σχεδόν μισό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να λυγίσουν το Ιράν μέσω οικονομικού πολέμου, διεθνούς απομόνωσης, σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεων, πολιτικών πιέσεων και στρατιωτικών απειλών.
Όμως όχι μόνο δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά συνέβαλαν άθελα τους στη μετατροπή του Ιράν σε μία από τις πιο ανθεκτικές και ανεξάρτητες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.
Η Τεχεράνη έμαθε να επιβιώνει υπό κυρώσεις.
Ανέπτυξε εγχώρια βιομηχανία, στρατιωτική τεχνολογία και περιφερειακά δίκτυα επιρροής.
Αντί να απομονωθεί, δημιούργησε στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες χώρες που αμφισβητούν τη δυτική μονοκρατορία.
Και το σημαντικότερο: απέδειξε ότι η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» δεν είναι παντοδύναμη.