Αθώοι κρίθηκαν από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Συλλούρης, και ο πρώην Βουλευτής και επιχειρηματίας, Χριστάκης Τζιοβάνης, στην πολύκροτη υπόθεση που συνδέθηκε με το αποκαλούμενο σκάνδαλο των «χρυσών διαβατηρίων» και το μονταρισμένο βίντεο -ρεπορτάζ του Al Jazeera.

Η κατά πλειοψηφία απόφαση, έκτασης 170 σελίδων, ανακοινώθηκε την Τρίτη λίγο μετά τις 10:00 το πρωί, σε μια κατάμεστη αίθουσα, παρουσία συγγενών, συνεργατών και φίλων των δύο πρώην αξιωματούχων.

Ξεκάθαρη θέση Δικαστηρίου για το βίντεο

Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, Νικόλας Γεωργιάδης, από την αρχή διευκρίνισε δύο κρίσιμα σημεία της απόφασης και συγκεκριμένα ότι το βίντεο του Al Jazeera («Cyprus Papers») δεν αποτέλεσε μαρτυρία στη δίκη, καθώς επίσης ότι οι τελικές κατηγορίες δεν σχετίζονταν με το περιεχόμενο του βίντεο.

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση κινήθηκε μετά τη δημοσιοποίηση του ντοκιμαντέρ για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (ΚΕΠ), ωστόσο, η ποινική αξιολόγηση στηρίχθηκε αποκλειστικά σε μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου.

Η τελική ετυμηγορία

Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκε αποδοχή παράτυπου ανταλλάγματος, δεν αποδείχθηκε ανάρμοστος επηρεασμός, δεν αποδείχθηκε συμφωνία για δόλια ενέργεια, ενώ σημειώνει στην απόφασή του ότι υπήρχαν «ουσιώδη κενά» στη μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής.

Οι δύο κατηγορούμενοι, σύμφωνα με την κατά πλειοψηφία απόφαση, αθωώθηκαν και στις τρεις κατηγορίες που τους αποδίδονταν και συγκεκριμένα στην κατηγορία 1 που αφορούσε εμπορία επιρροής στην υπόθεση πολιτογράφησης της Ζεϊνέ Αρμούς, στην κατηγορία 2 που αφορούσε συνωμοσία προς καταδολίευση στην υπόθεση του επενδυτή Νικολάι Γκορνόφσκι και στην κατηγορία 3 που αφορούσε εμπορία επιρροής στην υπόθεση Νικολάι Γκορνόφσκι.

Στο μεταξύ, η απόφαση της μειοψηφίας του δικαστηρίου επικεντρώνεται αποκλειστικά στην κατηγορία 3, όπου εκφράζει τη θέση ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε θα μπορούσε να επαρκεί για καταδίκη των κατηγορουμένων.

Τι έπρεπε να αποδείξει η κατηγορούσα Αρχή

Στην απόφαση του το δικαστήριο καθορίζει τι ακριβώς έπρεπε να αποδειχθεί για κάθε κατηγορία και καταλήγει ότι «καμία δεν αποδείχθηκε».

Σύμφωνα με το δικαστήριο, η κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποδέχθηκαν οικονομικό όφελος από τον Αλί Αρμούς, για τους ίδιους ή για εταιρείες τους, προκειμένου να ασκήσουν ανάρμοστο επηρεασμό σε δημόσιο λειτουργό

Κατά το δικαστήριο η κατηγορία 1 «δεν αποδείχθηκε», γιατί όπως σημειώνει δεν αποδείχθηκε γιατί ο Αλί Αρμούς στράφηκε στη Fidescorp, οι μάρτυρες ΜΚ11 και ΜΚ13 αρνήθηκαν αθέμιτη πίεση, η αποδοχή της αίτησης και η επίσπευση κρίθηκαν εντός διακριτικής ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους, τα «πιεστικά τηλεφωνήματα» δεν αποδεικνύουν πρόθεση διαφθοράς, δεν αποδείχθηκε αντάλλαγμα, η σχέση των κατηγορουμένων μεταξύ τους δεν αρκεί για απόδειξη εμπορίας επιρροής και ότι η προεδρική «εξουσιοδότηση» για προώθηση επενδύσεων δημιουργεί αμφιβολία ως προς πρόθεση διαφθοράς.

Σε σχέση με την κατηγορία 3, που αφορά εμπορία επιρροής στην υπόθεση Νικολάι Γκορνόφσκι, το δικαστήριο ανέφερε ότι έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν παράτυπο πλεονέκτημα από τον Νικολάι Γκορνόφσκι για να επηρεάσουν τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ώστε να δοθεί εξαίρεση χωρίς άδεια παραμονής και χωρίς πλήρωση προϋποθέσεων.

Το δικαστήριο αναφέρθηκε στη θέση της κατηγορούσας Αρχής, η οποία έλεγε ότι η πώληση θα ολοκληρωνόταν μόνο αν επιτυγχανόταν η εξαίρεση, ότι παρουσιάστηκε ψευδώς ότι καταβλήθηκαν τα χρήματα και ότι οι κατηγορούμενοι επηρέασαν για να μην ναυαγήσει η πώληση.

Το Δικαστήριο απέρριψε την κατηγορία 3, αφού έκρινε ότι το Reservation Agreement δημιουργεί προβληματισμό, αλλά δεν αποδεικνύει δόλο, οι τελικές συμφωνίες δεν περιείχαν όρο εξάρτησης από εξαίρεση, τα χρήματα καταβλήθηκαν σε client account και τελούσαν υπό τον έλεγχο δικηγόρου, δεν υπήρξε μαρτυρία από το Υπουργείο Οικονομικών για το τι ήταν αποδεκτό οικονομικά και ότι οι βεβαιώσεις πληρωμής ζητήθηκαν από τον δικηγόρο Αντρέα Πιττάτζιη.

Επιπλέον, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 σε αυτές, ότι κανείς κρατικός μάρτυρας δεν ανέφερε αθέμιτη πίεση, ότι δεν αποδείχθηκε αντάλλαγμα πέραν του τιμήματος πώλησης και ότι η εργοδότηση της Δημήτρας Συλλούρη από τον Ομίλο Τζιονάβη  δεν αποδείχθηκε ως συγκάλυψη ωφελήματος.

Σε ό,τι αφορά στην κατηγορία 2, που αφορά στη συνωμοσία προς καταδολίευση, απορρίφθηκε επίσης από το Δικαστήριο, αφού όπως αναφέρεται στην απόφαση έπρεπε να αποδειχθεί συμφωνία μεταξύ κατηγορουμένων, για καταδολίευση της Δημοκρατίας με δόλιο μέσο για πολιτογράφηση χωρίς πλήρωση προϋποθέσεων, με το δικαστήριο να αποφασίζει ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία για διάπραξη αδικήματος.

Έκρινε πως συμφωνία για νόμιμο σκοπό με νόμιμα μέσα δεν συνιστά συνωμοσία, ενώ δεν τεκμηριώθηκε παράνομος τρόπος.

Ζήτημα ανακριτικών κενών και δίκαιης δίκης

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, εξάλλου, ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανακρίθηκαν για το Reservation Agreement, δεν ανακρίθηκαν για κρίσιμη ηλεκτρονική αλληλογραφία, ότι υπήρξε κενό στη μαρτυρία και ότι δημιουργήθηκε μειονεκτική θέση για την υπεράσπιση.

Σύμφωνα με τον δικαστή, Νικόλα Γεωργιάδη, παρότι αναγνωρίστηκε προβληματισμός ως προς το δικαίωμα δίκαιης δίκης, το θέμα κατέστη άνευ αντικειμένου, λόγω αθώωσης.

Οι κατηγορίες και οι ανατροπές

Στην απόφασή του το δικαστήριο αναφέρει ότι αρχικά είχαν απαγγελθεί πέντε κατηγορίες και κατά την πορεία της δίκης οι κατηγορίες 4 και 5 (σχετιζόμενες με το δημοσίευμα του Al Jazeera) ανεστάλησαν από τη Νομική Υπηρεσία.

Η απόφαση του δικαστηρίου αναφέρεται στην πλήρη απαλλαγή των κατηγορουμένων Αντρέα Πιττάτζιη και Αντώνη Αντωνίου, ενώ σημειώνει ότι παρέμειναν οι κατηγορίες 1, 2 και 3 κατά των Συλλούρη και Τζιοβάνη.

Εξάλλου, στην απόφαση σημειώνεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας διαθέτει συνταγματική εξουσία διακοπής δίωξης (nolle prosequi), η οποία δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Οι βασικές κατηγορίες που εξετάστηκαν αφορούσαν εμπορία επιρροής σε δύο περιπτώσεις και σύμφωνα με το δικαστήριο η κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει ότι οι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν οικονομικό όφελος για να ασκήσουν ανάρμοστη επιρροή σε δημόσιους λειτουργούς.

Οι επίδικες περιπτώσεις αφορούσαν την πολιτογράφηση της Ζεϊνέ Αρμούς , θυγατέρας του επενδυτή Αλί Αρμούς, με αίτημα επίσπευσης πριν συμπληρώσει το 28ο της έτος, καθώς και την πολιτογράφηση του επενδυτή Νικολάι Γκορνόφσκι, με ζητήματα που αφορούσαν βεβαιώσεις πληρωμής πριν την τελική μεταφορά κεφαλαίων, κατάθεση χρημάτων σε client account, και εξαίρεση από υποχρέωση άδειας παραμονής για ιατρικούς λόγους.

Επίσης, το δικαστήριο ανέφερε ότι η κατηγορούσα Αρχή έπρεπε να αποδείξει συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων με δόλιο σκοπό, ώστε να παραπλανηθεί η Δημοκρατία και να εγκριθεί πολιτογράφηση χωρίς πλήρωση προϋποθέσεων.

Εξάλλου, το δικαστήριο έθεσε στο επίκεντρο τρεις βασικές αρχές και συγκεκριμένα ότι το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα Αρχή, ότι το επίπεδο απόδειξης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι η ύπαρξη έστω και υποβόσκουσας αμφιβολίας οδηγεί σε αθώωση.

Κενό στη μαρτυρία από πλευράς Υπουργείου Οικονομικών 

Καθοριστικό κρίθηκε από την πλειοψηφία του δικαστηρίου το γεγονός ότι κανένας λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών δεν κατέθεσε, παρότι το Υπουργείο Οικονομικών ήταν αρμόδιο για την αξιολόγηση των οικονομικών κριτηρίων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε «ουσιώδες κενό» ως προς το κατά πόσο η κατάθεση χρημάτων σε client account ήταν αποδεκτή πρακτική και αν οι βεβαιώσεις πληρωμής συνιστούσαν παραπλάνηση.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, το κενό αυτό επηρέασε καθοριστικά την αξιολόγηση της κατηγορίας 3.

Τα τηλεφωνήματα και οι επισπεύσεις

Όπως αναφέρει η απόφαση της πλειοψηφίας καταγράφηκαν επανειλημμένα τηλεφωνήματα από το γραφείο του τότε Προέδρου της Βουλής προς λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών, ωστόσο, σημειώνει κανένας κρατικός μάρτυρας δεν ανέφερε αθέμιτη πίεση, δεν αποδείχθηκε ρητή παράνομη εντολή και οι επισπεύσεις κρίθηκαν ότι εντάσσονταν στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο μπορούσε να εγκρίνει και παρεκκλίσεις για ανθρωπιστικούς ή επενδυτικούς λόγους.

Τα emails και η εξ ακοής μαρτυρία

Στο μεταξύ, το Δικαστήριο απέρριψε κρίσιμα emails ως ανεπαρκή για θεμελίωση κατηγορίας, καθώς όπως αναφέρεται στην απόφαση κανένας αποστολέας ή παραλήπτης δεν κατέθεσε, δεν υπήρχε πλήρης έλεγχος αυθεντικότητας και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά συγκατηγορουμένων.

Όπως είπε ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου, η ηλεκτρονική αλληλογραφία «δεν κρίθηκε ικανή» να αποδείξει συμφωνία για διάπραξη αδικήματος.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε η υπεράσπιση Δημήτρη Συλλούρη ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας, καθώς ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είχε προηγουμένως εμπλοκή στην έγκριση πολιτογραφήσεων, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό, τονίζοντας ότι η άσκηση ποινικής δίωξης αποτελεί συνταγματική αρμοδιότητα, η μη δίωξη άλλων δεν ακυρώνει τη δίωξη συγκεκριμένων προσώπων και δεν αποδείχθηκε αλλότριο κίνητρο.

Τίτλοι τέλους

Με το τέλος της ανάγνωσης της απόφασης από τον δικαστή Νικόλα Γεωργιάδη, οι συγγενείς και φίλοι των δύο κατηγορουμένων ξέσπασαν σε παρατεταμένο χειροκρότημα.

Η υπόθεση, που για χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας αντιπαράθεσης, κλείνει σε ποινικό επίπεδο με την πλήρη αθώωση των δύο πρώην αξιωματούχων.

Υπενθυμίζεται ότι η καταχώριση της υπόθεσης είχε γίνει αρχικά στα μέσα Ιουλίου του 2022 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με σκοπό την παραπομπή της στο Κακουργιοδικείο.

Η έρευνα που διέταξε ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, μετά τις αποκαλύψεις του βίντεο του δικτύου Al Jazeera, κράτησε πάνω από ένα χρόνο και επεκτάθηκε στο εξωτερικό, όπου λήφθηκαν καταθέσεις και στοιχεία.

H δημοσιοποίηση του επίμαχου βίντεο τον Οκτώβριο του 2020 από το δίκτυο Al Jazeera οδήγησε στην απόσυρση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος από την Κυβέρνηση.

Εμφανώς συγκινημένοι οι Συλλούρης και Τζιοβάνη.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, η έδρα είχε ξεκαθαρίσει πως αν και το ρεπορτάζ του Al Jazeera αποτέλεσε το έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με το πρόγραμμα ΚΕΠ και οδήγησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, εντούτοις οι κατηγορίες όπως προκύπτουν δεν σχετίζονται με το βίντεο που δημοσίευσε το κανάλι, καθώς αυτό δεν αποτέλεσε μαρτυρικό υλικό.