Του Δρ. Βασίλη Μαύρου*

Η Αμμόχωστος δεν είναι απλώς μια κατεχόμενη πόλη. Είναι το πιο καθαρό πολιτικό βαρόμετρο της αποτυχίας της μέχρι σήμερα στρατηγικής μας στο Κυπριακό. Εδώ και δεκαετίες, η περίκλειστη πόλη παραμένει υπό τουρκικό έλεγχο, παρά τα σαφή και δεσμευτικά ψηφίσματα του ΟΗΕ 550 και 789. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νομικής βάσης· είναι η απουσία συνεπούς πολιτικής βούλησης να μετατραπεί το δίκαιο σε συγκεκριμένη διεκδίκηση με πραγματικό κόστος για την κατοχική δύναμη.

Διαδοχικές κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν προώθησαν με την απαιτούμενη ένταση την εφαρμογή των ψηφισμάτων για την επιστροφή της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της ως Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Αντί να αναδειχθεί ως άμεση πολιτική προτεραιότητα, η Αμμόχωστος αντιμετωπίστηκε κυρίως ως κεφάλαιο μιας συνολικής λύσης. Παρόμοια στάση υιοθέτησε και μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, περιορίζοντας το ζήτημα σε διακηρύξεις αρχών χωρίς πρακτικό σχέδιο επιβολής πολιτικού κόστους στην παρανομία.

Πολιτικό κόστος σημαίνει συστηματική αξιοποίηση κάθε διπλωματικού και θεσμικού εργαλείου που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε η παραβίαση του διεθνούς δικαίου να συνοδεύεται από απτές συνέπειες. Σημαίνει επιμονή στη σύνδεση της συμπεριφοράς της Τουρκίας με την πρόοδο των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συστηματική ανάδειξη του ζητήματος σε διεθνή φόρα, καθώς και ενεργή διπλωματική κινητοποίηση ώστε η Αμμόχωστος να πάψει να θεωρείται «παγωμένο» ζήτημα χωρίς άμεσο πολιτικό βάρος. Η απουσία τέτοιου πλαισίου επιτρέπει στη σταδιακή παγίωση της κατοχής να εξελίσσεται χωρίς ουσιαστικό αντίτιμο.

Ευθύνες υπάρχουν και σε τοπικό επίπεδο. Οι δημοτικές αρχές της Αμμοχώστου, παρά τις προσπάθειες προβολής του ζητήματος, δεν κατόρθωσαν να μετατρέψουν τα ψηφίσματα 550 και 789 σε μόνιμο, αδιαπραγμάτευτο σημείο πίεσης προς τη διεθνή κοινότητα. Η πόλη έγινε σύμβολο, αλλά όχι μοχλός πολιτικής. Την ίδια στιγμή, και εμείς οι νόμιμοι πολίτες της Αμμοχώστου δεν υψώσαμε όσο δυνατά θα έπρεπε τη φωνή μας, ώστε να αναγκάσουμε το πολιτικό σύστημα να αναπροσανατολίσει προτεραιότητες και μεθόδους. Η διατήρηση της μνήμης είναι αναγκαία, αλλά χωρίς πολιτική απαίτηση μετατρέπεται σε παθητική διαχείριση της απώλειας.

Η τουρκική στρατηγική, αντίθετα, παραμένει σταθερή: δημιουργία τετελεσμένων, σταδιακή αλλοίωση του status quo και εξοικείωση της διεθνούς κοινότητας με την κατοχή. Η δική μας στάση συχνά περιορίζεται σε διαμαρτυρίες χωρίς συνέχεια. Ακόμη και η Ελλάδα, ως εγγυήτρια δύναμη, δεν ανέλαβε τις πρωτοβουλίες που θα ανέμενε κανείς για την έμπρακτη προώθηση της εφαρμογής των ψηφισμάτων, με τρόπο που να καθιστά το ζήτημα μόνιμο στοιχείο της διεθνούς ατζέντας.

Την ίδια ώρα, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνάψει τα τελευταία χρόνια σημαντικές στρατηγικές συνεργασίες με δυτικές χώρες, διευκολύνοντας την ενίσχυση της στρατιωτικής τους παρουσίας στην Κύπρο για ευρύτερους γεωπολιτικούς σκοπούς. Οι συνεργασίες αυτές προβάλλονται ως αναβάθμιση του ρόλου της χώρας. Όμως τίθεται εύλογα το ερώτημα: ποιο συγκεκριμένο πολιτικό αντάλλαγμα λαμβάνει η Κύπρος για την ανατροπή της de facto κατάστασης της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής του 37% του εδάφους της; Επιπλέον, η αυξανόμενη στρατιωτική σημασία του νησιού ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής του σε στόχο σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις, χωρίς να διασφαλίζεται αντίστοιχη πολιτική ενίσχυση των εθνικών θέσεων.

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η Κύπρος ως κράτος-μέλος διαθέτει εργαλεία επιρροής που δεν αξιοποιούνται με συνέπεια. Η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές αποφάσεις που συνεπάγονται πολιτικούς, οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους οφείλει να συνδέεται με απτά ανταλλάγματα σε ζητήματα αρχών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επικαλείται το κράτος δικαίου και ταυτόχρονα να ανέχεται την κατάφωρη παραβίασή του σε ένα από τα μέλη της. Η Αμμόχωστος θα μπορούσε —και οφείλει— να αποτελέσει ευρωπαϊκή προτεραιότητα πρώτης γραμμής, όχι ως ζήτημα αλληλεγγύης, αλλά ως δοκιμασία αξιοπιστίας των ίδιων των ευρωπαϊκών αρχών.

Η συνέχιση της αδράνειας έχει ήδη ορατές συνέπειες. Όσο η de facto κατάσταση παγιώνεται, τόσο μειώνονται τα περιθώρια ουσιαστικής διαπραγμάτευσης και τόσο ενισχύεται η αντίληψη ότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου μπορεί να παραμένει χωρίς κόστος. Μια μελλοντική λύση που θα στηρίζεται σε τέτοια δεδομένα κινδυνεύει να είναι πολιτικά εύθραυστη και κοινωνικά μη βιώσιμη.

Η Αμμόχωστος είναι το κριτήριο της αξιοπιστίας μας. Δεν μπορούμε να επιβάλουμε, αλλά οφείλουμε να απαιτήσουμε δυναμικά τα δίκαιά μας και να δημιουργήσουμε πολιτικό κόστος για την παρανομία. Χωρίς τέτοια στάση, καμία συνολική λύση δεν θα είναι ούτε δίκαιη ούτε βιώσιμη.

*Ο Δρ. Βασίλης Μαύρου είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Αμμοχώστου ΗΒ