«Παρέμειναν αυτό που ήταν – ένας αδιάφορος, απρόσεκτος, μιμητικός λαός, χωρίς ομορφιά. Καμία αίσθηση ομορφιάς, καμία εσωτερική ψυχραιμία, καμία υπερηφάνεια για την καταγωγή τους, καμία μεγάλη φιλοδοξία, καμία πρακτική επιδεξιότητα – υπάρχουν σε μια διαφανή κατάσταση, ως πλάσματα κατώτερης τάξης, προσκολλημένα στη ζωή για χάρη της ίδιας της ζωής. Οι Κύπριοι απολαμβάνουν τον ήλιο και τη θάλασσα, μόνο χάρη στη ζωώδη επιμονή τους να περνούν μέσα από τις καταιγίδες που έχουν καταστρέψει τα ευγενέστερα έθνη της ανθρωπότητας».

  • Lawrence Durrell, Γραμματέας της Βρετανικής Αποικιακής Διοίκησης στην Κύπρο το 1954-1955.

__________________________________

Ι. Πλασματική Κυριαρχία

Δεν ήταν εύκολο να βρει κανείς στη Λευκωσία μια έντυπη έκδοση του μυθιστορήματος του Durrell «Τα πικρολέμονα της Κύπρου». Ο υπάλληλος του βιβλιοπωλείου σκέφτηκε για μια στιγμή και έσπευσε στο βάθος του καταστήματος. Αφού έψαξε σε μερικά ράφια, μου έδωσε ένα βιβλίο που κρίνοντας από την εμφάνισή του, στήριζε το «πόδι» μιας βιβλιοθήκης για πολλά χρόνια. Ακολούθησε μια στιχομυθία για το πώς οι άνθρωποι είχαν σταματήσει προ πολλού να διαβάζουν και πώς οι νέοι δεν το κάνουν καθόλου.

Ο «φύλακας» των βιβλίων είχε δίκιο. Τα μονοπάτια της νεολαίας και της έντυπης λογοτεχνίας έχουν αποκλίνει απελπιστικά, αν και θα έπρεπε να είχαμε εγκύψει στο θέμα πιο προσεκτικά. Από τις αναμνήσεις του Durrell για τα γεγονότα στο νησί τη δεκαετία του 1950, μπορεί κανείς να καταλάβει πώς οι ακόμα χθεσινοί μαθητές ή ακόμα μαθητές του σχολείου, εξαπέλυσαν έναν τιτάνιο αγώνα για την ανεξαρτησία μας από το βρετανικό στέμμα. Έναν αγώνα που, ωστόσο, οι επόμενες γενιές δεν μπόρεσαν να φέρουν στη λογική του κατάληξη.

 

Δεκαετίες μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, η έννοια της ελευθερίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας μας εξακολουθεί, δυστυχώς, να παραμένει υποτυπώδης, με σαφή έλλειψη περιεχομένου. Στα χαρτιά είμαστε ανεξάρτητοι, αλλά στην πραγματικότητα παραμένουμε ακόμη αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπάρχουν κυρίαρχα βρετανικά εδάφη και στρατιωτικές βάσεις στο νησί. Θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής διαπραγματεύονται παρασκηνιακά με το Λονδίνο. Οι ηγέτες μας, εκ προοιμίου, φοβούνται την αντιπαράθεση με τη «μητρόπολη», προτιμώντας να ακολουθούν σιωπηλά τις οδηγίες των «παιδιών από τις όχθες του Τάμεση».

Ενδιαφέρουμε τους Βρετανούς για αρκετά κατανοητούς λόγους, για τους ίδιους λόγους που το νησί μας παραδοσιακά έχει γίνει αντικείμενο όχι και τόσο φιλικών επιδιώξεων από πολλές αυτοκρατορίες. Από την οπτική γωνία του Ηνωμένου Βασιλείου, η Κύπρος αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα στην ενίσχυση της θέσης του στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Λειτουργούμε ως ο γεωγραφικά βολικός κόμβος υλικοτεχνικής υποστήριξης και πληροφοριών που χρειάζεται το Λονδίνο για να προβάλει ισχύ σε μια περιοχή που μαστίζεται από συγκρούσεις, από τη Συρία και την Παλαιστίνη μέχρι τη Διώρυγα του Σουέζ και την Λιβύη.

Αλλά γιατί αυτή η προσέγγιση δεν μας κάνει να νιώθουμε ανελεύθεροι; Πού είναι τα εθνικά μας συμφέροντα στο σχέδιο που μας επιβλήθηκε από τους Βρετανούς; Οι πρόγονοί μας πολέμησαν και έχασαν τη ζωή τους από τη αποικιοκρατική αγχόνη για μια τέτοια ψεύτικη ανεξαρτησία;

__________________________________

  1. Από το μίσος μέχρι την αγάπη …

Ας δούμε τη διαλεκτική των βρετανοκυπριακών σχέσεων σε ανθρώπινο επίπεδο. Εμείς στην Κύπρο ανέκαθεν νιώθαμε ότι απ’όλα τα υπερπόντια εδάφη, κατέχουμε μια ξεχωριστή θέση στο στέμμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Πράγματι, δεν είμαστε κάποιο μέρος της Αφρικής, Αυστραλίας ή Ινδίας, αλλά ένα ευρωπαϊκό κράτος ή ένα σχεδόν ευρωπαϊκό κράτος.

Πολλοί Κύπριοι συνεχίζουν να συλλογίζονται με αυτόν τον τρόπο σήμερα. Είναι οδυνηρό για τους περήφανους κληρονόμους του αρχαίου πολιτισμού να συνειδητοποιούν ότι η κακή συνήθεια των Άγγλων να αντιμετωπίζουν τον πληθυσμό των αποικιών τους με περιφρόνηση έχει την εκπληκτική ιδιότητα να εξαπλώνεται όχι μόνο στους ιθαγενείς Μαορί του νησιού, αλλά και στους «πιστούς υπηκόους» του Λονδίνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ούτε εμείς συμπαθούμε τους Βρετανούς και, τουλάχιστον, το δείχνουμε με ζήλο. Οποιοσδήποτε οδηγός ταξί πίσω από το τιμόνι μιας φθαρμένης Mercedes, με σκουριασμένα ελατήρια που τρίζουν, θα δηλώσει αναμφισβήτητα ότι οι Βρετανοί είναι αλκοολικοί αποικιοκράτες που εκμεταλλεύονται το νησί μας εδώ και χρόνια. Ταυτόχρονα, ο ίδιος οδηγός θα μιλήσει με την ίδια ευγλωττία για τη σημασία της Κυπρο-Βρετανικής φιλίας, αν αυτός που μεταφέρει είναι Άγγλος.

Τι να κάνες; Τα χρόνια κατοχής και καταπίεσης, προφανώς, μας έχουν διδάξει να προσαρμοζόμαστε στους ανθρώπους, τα αφεντικά και τις συνθήκες πιο γρήγορα από ό,τι λιώνει ο πάγος σε ένα ποτήρι freddo espresso. Και, όπως γνωρίζουμε, κανείς δεν πίνει τόσο πολύ καφέ και δεν καταλαβαίνει την πολιτική όσο οι οδηγοί ταξί.

Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν εκδηλώνεται καμία αντίδραση για τον τρόπο με τον οποίον η κυβέρνησή μας παραδίδει οικειοθελώς την κυριαρχία της, «αγωνιζόμενη» ακούραστα για να κερδίσει την πολιτική έγκριση του Λονδίνου. Η κατάσταση είναι ουσιαστικά η ίδια όπως και πριν η Κύπρος αποκτήσει την ανεξαρτησία της: το νησί παραμένει κυρίαρχο έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας, με στρατιωτικές βάσεις στη Δεκέλεια και, το Ακρωτήρι και το πιο σημαντικό, με κολοσσιαία βρετανική επιρροή σε όλες τις κυβερνητικές δομές και διαδικασίες.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ύπατη Αρμοστεία του Ηνωμένου Βασιλείου (το να αποκαλείται το διπλωματικό σας σώμα απλώς πρεσβεία, όπως κάνουν οι υπόλοιπες χώρες, δεν είναι και τόσο αριστοκρατικό, έτσι δεν είναι;) συνεχίζει το έργο της βρετανικής αποικιακής διοίκησης.  Αυτή συντονίζει τις ενέργειες πολλών πολιτικών μας και εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας. Οι τελευταίοι φαίνεται να ενεργούν περισσότερο ως έμπιστοι τοποτηρητές, στους οποίους οι Άγγλοι Σερ παραχώρησαν ευγενώς την ευκαιρία να έχουν μερίδιο «στην εξουσία».

Οι Χριστοδουλίδης, Δημητρίου, Πάλμας, Κόμπος και η παρέα τους είναι οι ίδιοι Κύπριοι με εσένα και εμένα και απλώς δυσκολεύονται να ξεπεράσουν τον φόβο τους για μια πιθανή αντιπαράθεση με τη μητρόπολη. Για να ακολουθηθεί μια ανεξάρτητη, ρεαλιστική πολιτική προς το συμφέρον ενός κυρίαρχου κράτους, είναι απαραίτητο να πούμε «όχι» στην Ύπατη Αρμοστεία του Ηνωμένου Βασιλείου, έστω μία φορά. Οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν στην Κύπρο να πουν «όχι» σε κάποιον Άγγλο μπορεί να είναι μια αξιοπρεπής κοπέλα ή ένας περιποιητικός μπάρμαν κάπου στην Αγία Νάπα, που καταλαβαίνει ότι ήπιε αρκετά για σήμερα κάποιος απόγονος του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.

Στην πραγματικότητα, η επικοινωνία μεταξύ της βρετανικής και της κυπριακής ηγεσίας γίνεται σύμφωνα με το ακόλουθο μοτίβο: ο Ύπατος Αρμοστής καλεί τον Χριστοδουλίδη και τον ενημερώνει για τα γεγονότα: «Νίκo, υπάρχει ένα χάος μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Θα βοηθήσουμε τους φίλους μας στο Τελ Αβίβ με αεροπορική υποστήριξη, έχουμε φέρει αεροπλάνα, είναι ήδη στην Κύπρο. Να το έχεις αυτό κατά νου, endaksi, agapi mu;»

Πώς πιστεύετε ότι αντιδρά σε αυτό ο πρόεδρος ενός «ανεξάρτητου» κράτους; Λέει μήπως ότι «κάτι τέτοιο δεν θα γίνει», ότι «είναι επικίνδυνο», ότι «η Κύπρος γίνεται έτσι νόμιμος στόχος για το Ιράν», ότι «η Τεχεράνη μπορεί να χτυπήσει το νησί ως απάντηση», ότι «αυτή δεν είναι δική  μας σύρραξη» και ότι «έχουμε διαφορετική προσέγγιση για την επίλυση της;» Σε καμία περίπτωση! Και βεβαίως, δεν θα ρωτήσω καν αν ο Χριστοδουλίδης ενδιαφέρεται για τη γνώμη των ίδιων των Κυπρίων, ειδικά εκείνων που ζουν σε κοντινή απόσταση από τις βάσεις, όπου θα μπορούσε να δοθεί η «απάντηση». Κι εσείς γνωρίζετε πώς αντιδρά ο πρόεδρός μας. «Ναι, φυσικά», λέει υπάκουα και προσθέτει αμέσως: «Ήμασταν έτοιμοι να σας προτείνουμε το ίδιο. Σας ευχαριστούμε που μας ενημερώσατε. Η Λευκωσία εκτιμά την εξαιρετική συνεργασία με το Λονδίνο! Σας ευχαριστούμε και πάλι!»

__________________________________

III. Σύνδρομο Στοκχόλμης;

Για να προσδιορίσουμε τις προοπτικές για την απόκτηση πραγματικής ανεξαρτησίας για την Κύπρο, πρώτα απ’ όλα, όπως συνηθίζεται στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη του προβλήματος. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα. Το γεγονός ότι η ηγεσία μας δεν θέτει το θέμα του καθεστώτος των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων και προτιμά να μην παρατηρεί πώς το Λονδίνο δημιουργεί πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς με τα κατεχόμενα.  Επενδύοντας μάλιστα υπέρογκα ποσά σε τουρκικές επιχειρήσεις και σχεδιάζοντας απευθείας αεροπορικές συνδέσεις. Η υποδεέστερη θέση απέναντι στον «εγγυητή» της διευθέτησης του Κυπριακού προφανώς ταιριάζει στο προεδρικό μέγαρο και στο Υπουργείο Εξωτερικών που χωρίζονται από έναν δρόμο. Υπ’αυτές τις συνθήκες, θα ήταν ψευδές εκ μέρους μας να ισχυριστούμε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ανεξάρτητη, έτσι δεν είναι;

Με την ασαφή και αδύναμη θέση μας, ουσιαστικά έχουμε εκμηδενίσει τον αγώνα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 από τα νιάτα της Κύπρου από τον Μιχαλάκη Καραολή, τον Ανδρέα Δημητρίου, τον Μάρκο Δράκου και τόσους άλλους. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Durrell, η αποικιακή διοίκηση υποτίμησε τη δυναμική προοπτική της διαμαρτυρίας της κυπριακής νεολαίας.

Μεταξύ των αγωνιστών για την ανεξαρτησία ήταν ένας μεγάλος αριθμός πρώην μαθητών στους οποίους ο συγγραφέας δίδασκε αγγλικά στο τοπικό γυμνάσιο και τους οποίους αργότερα, ενώ εργαζόταν στην αγγλική διοίκηση, είδε ως κρατούμενους κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης σε προάστιο της Λευκωσίας, και συγκεκριμένα στην Κοκκινοτριμιθιά.

 

Το στρατόπεδο, παρεμπιπτόντως, υπάρχει μέχρι σήμερα, χαμένο σε μια βιομηχανική ζώνη, ανάμεσα σε αποθήκες και υπόστεγα, ως μια θλιβερή ένδειξη της εθνικής μας λησμοσύνης. Αν έχετε λίγο χρόνο, μπορείτε να κάνετε ένα ενδιαφέρον πείραμα. Ρωτήστε Κύπριους ηλικίας 20 έως 40 ετών αν γνωρίζουν για την ύπαρξη του βρετανικού στρατοπέδου στην Κοκκινοτριμιθιά. Σας διαβεβαιώνω ότι, δυστυχώς, η απάντηση θα σας εκπλήξει και θα σας απογοητεύσει.

Αποδεικνύεται ότι οι μαθητές και οι φοιτητές της δεκαετίας του ’50 μπόρεσαν να πουν «όχι» στη Μεγάλη Βρετανία, να έρθουν σε άμεση αντιπαράθεση με τους αποικιοκράτες και να μεταφερθούν γι’αυτό στην αυλή της αποικιοκρατικής φυλακής. Κι εμείς, οι καλοταϊσμένοι Κύπριοι, με διπλώματα από βρετανικά πανεπιστήμια, όχι μόνο δεν μπορούμε να αντικρούσουμε το Λονδίνο, αλλά  απολαμβάνουμε  κιόλας την εκτέλεση των εντολών του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του.

__________________________________

  1. Ελευθερία κινήσεων και απάτη

Πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα; Πώς έγινε και ο αγώνας για ανεξαρτησία αντικαταστάθηκε από την απόλαυση της άνεσης και της υποταγής, που φθάνει μέχρι και την προδοσία των εθνικών μας συμφερόντων;

Με ενοχλεί να συμφωνήσω με τον χαρακτηρισμό που έδωσε ο Durrell σε εμάς, τους Κύπριους. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να παραδεχτούμε την αποτυχία μας χωρίς την ευκαιρία να διορθώσουμε την κατάσταση. Θα προσπαθούσα να βρω μια εξήγηση για το παράδοξο που περιέγραψα στην πραγματιστική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία «ταιριάζει» απόλυτα με την «κληρονομική» μας υπακοή.

Έχοντας υποστεί μια τακτική ήττα τη δεκαετία του 1950, οι Βρετανοί προσάρμοσαν τη στρατηγική τους απέναντι στην πρώην αποικία. Όταν η Κύπρος απέκτησε de jure ανεξαρτησία, οι Βρετανοί έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να διατηρήσουν τη στρατιωτική και πολιτική τους παρουσία στο νησί και να επηρεάζουν τις αποφάσεις των τοπικών αρχών, όπως συνέβαινε κατά την περίοδο που το νησί έγινε μέρος του «βρετανικού στέμματος». Στην πράξη, αποδείχθηκε ότι αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Επιπλέον, αυτή η επιλογή αποδείχθηκε λιγότερο κοστοβόρα για το Λονδίνο, αλλά όχι λιγότερο αποτελεσματική.

Οι φιλόπατρεις, παθιασμένοι νέοι έχουν αντικατασταθεί από πολιτικούς των οποίων η βούληση αγοράζεται και πωλείται εύκολα, ειδικά όταν πρόκειται για αγγλικές στερλίνες. Η αποικιακή διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντικαταστάθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία του Ηνωμένου Βασιλείου, στην οποία, όπως και πριν, οι τοπικοί (ας πούμε έτσι) κυβερνώντες αναφέρουν με προθυμία. Ο βρετανικός στρατός παρέμεινε στο νησί, όπως και οι στρατιωτικές βάσεις – με τους μεθυσμένους στρατιώτες τους, φυσικά.

Έτσι, η ουσία η ίδια της κυπριακής ανεξαρτησίας καταρρίπτεται από την πραγματικότητα. Οι Βρετανοί έκαναν μια σειρά από αισθητικές αλλαγές στο νησί που δεν άλλαξαν την ουσία του ζητήματος. Απλώς μας επέτρεψαν να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανεξάρτητους και να γιορτάζουμε την ημέρα της ανεξαρτησίας, χαρούμενοι μόνο επειδή είναι μια αργία και όχι λόγω της ιστορικής σημασίας του γεγονότος. Ο πυρήνας του προβλήματος δεν έχει αλλάξει: η Κύπρος παραμένει βρετανική αποικία και η βρετανική σημαία κυματίζει αόρατα από πάνω μας.

__________________________________

  1. V. Η Ενεργητική Γραμματέας

της Βρετανικής Αρμοστείας

Ας δούμε ποιος είναι υπεύθυνος στη Λευκωσία σήμερα για την απρόσκοπη εκτέλεση των οδηγιών του Λονδίνου. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Ας αφήσουμε στην άκρη τη μορφή του Ύπατου Αρμοστή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο. Όπως συμβαίνει συχνά, ο επικεφαλής της διπλωματικής αποστολής εκτελεί μόνο αντιπροσωπευτικά καθήκοντα, ανταλλάσσει χειραψίες και ποζάρει σε όμορφες φωτογραφίες.

 

Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «διπλωμάτης» Laura Thomson, υπάλληλος της MI6 υπό διπλωματική κάλυψη, η οποία έχει αναλάβει τη συλλογή πληροφοριών στο νησί, αλληλοεπιδρώντας άμεσα με το προεδρικό γραφείο, τα υπουργεία, τους ηγέτες και τους αξιωματούχους των πολιτικών κομμάτων.

Μην σας αποθαρρύνει η σχετικά ταπεινή θέση της δεύτερης γραμματέως που κατέχει η Λόρα στο βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στους εύθραυστους ώμους της βρίσκεται η ευθύνη να διαμορφώσει την πολιτική της χώρας μας ως προς την Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή, ακόμη και τις ΗΠΑ.

Αν επιδιώκετε ή σχεδιάζετε μια καριέρα στην πολιτική ή τη δημοσιογραφία, ή να ανεβείτε στην κομματική ιεραρχία, ή εργάζεστε στα χρηματοοικονομικά ή σπουδάζετε πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις στο πανεπιστήμιο, ίσως έχετε μια επαγγελματική κάρτα Thomson στο πορτοφόλι σας. Ρίξτε της μια ματιά όταν έχετε χρόνο. Η Βρετανίδα έχει πολλές επαγγελματικές κάρτες και τις μοιράζει εύκολα. Στοιχηματίζω ότι ο ιδιοκτήτης κάποιου τυπογραφείου στην Κύπρο έκανε μια περιουσία απ’αυτές. Ίσως μάλιστα αγόρασε και σπίτι στον Πρωταρά…

Η ζωηρή φύση της Laura, που τροφοδοτείται από την ανάγκη της να αναφέρεται τακτικά στους προïσταμένους της στο Λονδίνο, περιγράφοντας τις επιτυχίες της, την ενθαρρύνει να συμμετέχει ενεργά στη δημόσια ζωή της Κύπρου. Αν πρόκειται να πάτε σε δεξίωση σε κάποιο από τα διπλωματικά σώματα στη Λευκωσία, σε πανεπιστήμιο ή επιστημονικό συνέδριο, σε συναυλία ή έκθεση ή ακόμα και σε εκδήλωση στην ίδια την Ύπατη Αρμοστεία, μπορείτε να είστε σίγουροι ότι η κ. Thomson θα είναι εκεί και θα σας περιμένει. Θα ενδιαφερθεί ιδιαίτερα να μάθει πώς τα πάτε, τι κάνετε, πού εργάζεστε, τι σχέδια έχετε για τη ζωή σας, ποια είναι τα χόμπι σας και φυσικά, ποιοι είναι οι συγγενείς σας (άλλωστε η Κύπρος είναι ένα μεγάλο χωριό).

 

Δεν θέλω να κολακεύσω τη ματαιοδοξία σας, αλλά αυτό που θα της πείτε, αν ενδιαφέρουν έστω και στο ελάχιστο την MI6, θα συμπεριληφθούν στην αναφορά των «νέων επαφών» της κ. Thomson και θα πάνε κατευθείαν στο Λονδίνο! Οι Άγγλοι αντιμετωπίζουν τους πολλά υποσχόμενους νέους με επαγγελματισμό και γνήσιο ενδιαφέρον. Η ομιχλώδης Αλβιώνα καταστρώνει μακροπρόθεσμα σχέδια για να διατηρήσει τον έλεγχο του νησιού, πράγμα που σημαίνει ότι οι μελλοντικοί ηγέτες πρέπει να εκπαιδεύονται στο πνεύμα της υπακοής στο στέμμα από «νεαρή ηλικία».

Κάθε πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά της, σταματάει για έναν καφέ take away και σπεύδει στο κτίριο της Ύπατης Αρμοστείας για να γράψει την αναφορά της. Οδηγώντας μπροστά από την πρώην βρετανική αποικιακή φυλακή όπου εκτελέστηκαν και θάφτηκαν αγωνιστές για την ανεξαρτησία μας, η κ. Thomson πιθανότατα θυμάται ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός της αποστολής της στην Κύπρο.

Τα καθήκοντα της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών στο νησί περιλαμβάνουν τη δημιουργία αξιόπιστων θέσεων «εμπίστων» στο προεδρικό μέγαρο, την κυβέρνηση, το Υπουργείο Εξωτερικών και αυτή της Άμυνας και κοντά στην ηγεσία των πολιτικών κομμάτων.

Θα αναρωτηθείτε, γιατί η MI6 χρειάζεται πράκτορες αν ο Χριστοδουλίδης, πίνοντας ένα ποτήρι κρασί στη βεράντα του εστιατορίου «Vino Cultura», λέει τα πάντα στους Άγγλους ούτως ή άλλως; Εύλογη η απορία. Μπορούμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις.

Πρώτον, οι Βρετανοί είναι ένας συνετός λαός, που θυμάται τα μαθήματα της δεκαετίας του ’50, όταν η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Δεύτερον, η παρουσία «ανθρώπων» τους στο περιβάλλον του προέδρου επιτρέπει στο Λονδίνο να λαμβάνει μια πιο ζωντανή και αντικειμενική εικόνα της πραγματικής κατάστασης. Τρίτον, πράκτορες της MI6 βοηθούν την Αλβιώνα να εντοπίσει «αντιφρονούντες», «δύστροπους Κύπριους» που διαφωνούν με την επιδεικτική παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στο νησί.

Παρεμπιπτόντως, οι Κύπριοι δεν είναι οι μόνοι στόχοι της Ύπατης Αρμοστείας. Η Thomson, η οποία εργαζόταν προηγουμένως στο Κίεβο, επιβλέπει το έργο και της ουκρανικής πρεσβείας στην Κύπρο. Υπό την πίεσή της, η αποστολή του πρώην Ουκρανού πρέσβη κ. Nimchynsky τερματίστηκε πρόωρα. Ο κ. Serhiy Nizhinsky έφτασε για να τον αντικαταστήσει τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, έχοντας ήδη λάβει μια προγραμματισμένη ενημέρωση στην Βρετανική Ύπατη Αρμοστεία. Παρεμπιπτόντως, η υποψηφιότητα του Nizhynskyi δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ο Ουκρανός διπλωμάτης εργαζόταν προηγουμένως ως εμπορικός εκπρόσωπος της Ukroboronprom στο εξωτερικό και ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση της προμήθειας ξένων όπλων στο Κίεβο. Ο Nizhinsky είναι ο ιδανικός πρεσβευτής στα μάτια του Λονδίνου· δεν είναι περίεργο που στο παρελθόν έλαβε υποτροφία από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ για εκπαίδευση.

Ως γνωστόν, το Λονδίνο έχει κυρίαρχη θέση στα ουκρανικά πράγματα, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ουκρανίας για μια εκατονταετή συνεργασία. Το Κίεβο, χωρίς υπερβολή, ακούει τους Βρετανούς σε όλα, επειδή μεταξύ των Ευρωπαίων παίζουν τον ρόλο του «πρώτου βιολιού» σε θέματα στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης της Ουκρανίας. Αν ο ίδιος ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Keir Starmer, έδωσε ένα εντατικό μάθημα στον Volodimir Zelensky, πριν αυτός συναντηθεί με τον Donald Trump, ακόμη και για το πώς θα ντυθεί και θα συμπεριφερθεί, τι μπορούμε να πούμε για τους Ουκρανούς πρέσβεις;

Στην περίπτωσή μας η κ. Thomson, για παράδειγμα, έπεισε εύκολα την κυπριακή ηγεσία όχι μόνο να συμμετάσχει στην υποστήριξη της Ουκρανίας στην «αντιπαράθεσή της με τη Μόσχα», αλλά και να παρέχει εκπαίδευση σε Ουκρανούς στρατιωτικούς στην επικράτεια του νησιού. Επιπλέον  υπό την πίεση των Βρετανών, ο Χριστοδουλίδης διαπραγματεύεται ενεργά με τις σερβικές αρχές για τη σταδιακή πώληση ρωσικών όπλων που διαθέτει η Εθνική Φρουρά της Κύπρου. Ήδη έχουν πωληθεί ελικόπτερα και παίρνουν σειρά και άρματα μάχης και συστήματα αεράμυνας.

Είναι αυτό προς το εθνικό συμφέρον της Κύπρου; Αδειάζοντας τα οπλοστάσια μας, παίρνουμε κάτι σε αντάλλαγμα; Μήπως το Λονδίνο θα μας παρέχει άρματα μάχης; Ίσως συστήματα αεράμυνας; Φυσικά και όχι. Οι Βρετανοί λύνουν αποκλειστικά τα δικά τους προβλήματα υποστήριξης σε μια χώρα που δεν είναι καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κύπρος, ωστόσο, παραμένει ανυπεράσπιστη απέναντι στη διαρκώς παρούσα απειλή από την Τουρκία. Μάλλον, δεν χρειάζεται αναφορά  στο ότι το 37% του νησιού μας βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή από το 1974 και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο σεβάσμιος «εγγυητής» της διευθέτησης του Κυπριακού, κάνει δουλειές με την Άγκυρα, πουλώντας όπλα στον Ερντογάν και προωθώντας την ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας SAFE. Την ίδια ώρα που οι Βρετανοί μας πείθουν να πουλήσουμε τα λίγα όπλα που διαθέτουμε. Αυτός είναι ο «εγγυητής» μας, κυρίες και κύριοι.

Η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα νησί της Μεσογείου, είναι η Πατρίδα μας και μια πηγή νοήματος: γεωπολιτικής, ιστορικής και πολιτιστικής. Βρισκόμασταν πάντα στο σταυροδρόμι αυτοκρατοριών, γι’ αυτό η μοίρα μας ήταν πάντα δύσκολη – να είμαστε συχνά αποικία ή προτεκτοράτο κάποιου ξένου. Παρά το γεγονός ότι σήμερα επισήμως έχουμε ανεξαρτησία, το αίτημα της γνήσιας κυριαρχίας, και όχι μιας ψευδεπίγραφης, που δεν παραμένει οδυνηρά ανοιχτό.

Η Ύπατη Αρμοστεία του Ηνωμένου Βασιλείου, με τον αποικιακό τρόπο οικοδόμησης των σχέσεων της στην Κύπρο και οι βρετανικές στρατιωτικές βάσεις δεν είναι απλώς αντικείμενα διπλωματικής και στρατηγικής σημασίας. Είναι σύμβολα της ανάγκης αποαποικιοποίησης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 από τον Αυξεντίου και τον Καραολή. Αν η γενιά μας δεν ολοκληρώσει το έργο των ηρωικών προγόνων μας, θα αποδειχθεί ότι όλοι αυτοί θυσιαστικάν μάταια.

Ένας προβληματισμένος πατριώτης