Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος θέλει να ενισχύσει στρατιωτικά την Ουκρανία αλλά ποιος μπορεί να το κάνει χωρίς να θυσιάσει την πολιτική και οικονομική του σταθερότητα

Η πρόσφατη πρόταση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, η οποία βασίζεται στην αγορά αμερικανικών όπλων από ευρωπαϊκές χώρες για μεταφορά στην Ουκρανία, έχει υποστεί ήδη ρήγματα μέσα στη Δύση.
Τέσσερις χώρες έχουν επισήμως ή ανεπίσημα απορρίψει τη συμμετοχή στο σχέδιο, ενώ μόνο τρεις εκφράζουν σαφή πρόθεση συμμετοχής — και αυτές με περιορισμένες δεσμεύσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος θέλει να ενισχύσει στρατιωτικά την Ουκρανία αλλά ποιος μπορεί να το κάνει χωρίς να θυσιάσει την πολιτική και οικονομική του σταθερότητα.
Ποιοι «άνοιξαν τα πορτοφόλια» υπέρ των ΗΠΑ;
Τρεις χώρες μέχρι στιγμής έχουν δηλώσει επίσημα ότι στηρίζουν το σχέδιο:
Γερμανία: Ο καγκελάριος Friedrich Merz ανακοίνωσε τη χορήγηση δύο πυροβολαρχιών του συστήματος Patriot στην Ουκρανία, ενώ ο υπουργός Άμυνας Boris Pistorius κάλεσε τους υπόλοιπους Νατοϊκούς εταίρους να «ανοίξουν τα πορτοφόλια τους».
Δανία: Ο υπουργός Εξωτερικών Lars Leokke Rasmussen δήλωσε ότι η Κοπεγχάγη είναι «απολύτως έτοιμη» να συνεισφέρει οικονομικά στο σχέδιο.

Ολλανδία: Ο υπουργός Εξωτερικών Caspar Veldkamp ανέφερε ότι η χώρα του εξετάζει «με θετική διάθεση» τη συμμετοχή. Δηλαδή, όχι δέσμευση — απλώς πρόθεση.
Ανεπίσημα, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Mark Rutte, δήλωσε ότι Σουηδία, Νορβηγία, Βρετανία και Καναδάς ενδέχεται να συμμετάσχουν, αλλά δεν υπάρχει ακόμη επίσημη επιβεβαίωση.
Η συμμαχία των… απρόθυμων επεκτείνεται γρήγορα
Οι ακόλουθες χώρες έχουν δηλώσει (ή διαρρεύσει) ότι δεν προτίθενται να συμμετάσχουν:
1. Ουγγαρία: Κατηγορηματική άρνηση, με τον πρωθυπουργό Viktor Orban να εμποδίζει και την κοινή χρηματοδότηση της ΕΕ για την Ουκρανία.
2. Τσεχία: Ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Tomas Poir εξήγησε ότι η χώρα του προτιμά να επενδύσει σε εγχώρια παραγωγή για «οικονομική εξοικονόμηση».
3. Γαλλία: Σύμφωνα με το Politico, επικαλείται έλλειψη χρηματοδότησης, υψηλό δημόσιο χρέος και την ανάγκη για ευρωπαϊκή αμυντική αυτάρκεια.
4. Ιταλία: Η La Stampa αναφέρει ότι η Ρώμη δεν θέλει να ευθυγραμμιστεί με τη Γερμανία και προτιμά να κρατήσει απόσταση λόγω οικονομικών περιορισμών και αναμονής για την παράδοση των αμερικανικών μαχητικών F-35.
Τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία έχουν αναπτύξει το δικό τους αμυντικό σύστημα, Mamba, σε συνεργασία — το οποίο όμως θεωρείται λιγότερο αποτελεσματικό σε σύγκριση με το Patriot.
Ευρωπαϊκή στρατιωτική αυτάρκεια;
Η άρνηση κάποιων ευρωπαϊκών κρατών να αγοράσουν όπλα από τις ΗΠΑ δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά και στρατηγική επιλογή.
Επιδιώκουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Όμως αυτό απαιτεί δεκαετίες, όχι εβδομάδες.
Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, για να παραχθούν ευρωπαϊκά όπλα: Πρέπει να ιδρυθούν εργοστάσια, να δημιουργηθούν εφοδιαστικές αλυσίδες, να στρατολογηθεί προσωπικό και να εκπαιδευτεί τεχνικό και στρατιωτικό δυναμικό.
Αυτό δεν προσφέρει λύση άμεσης ανάγκης για το Κίεβο.
Το παράδοξο Trump: Σχέδιο για όπλα χωρίς… όπλα;
Ακόμα και οι ΗΠΑ δεν έχουν αστείρευτες αποθήκες.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Pete Hegseth ανέστειλε προσωρινά τις παραδόσεις στην Ουκρανία για να επανεκτιμήσει τα διαθέσιμα αποθέματα.
Η ειρωνεία είναι σαφής: o Trump προτείνει να αγοράσουν οι Ευρωπαίοι όπλα από τις ΗΠΑ, την ώρα που και οι ΗΠΑ περιορίζουν τις δικές τους εξαγωγές.
Το πολιτικό κόστος για την Ευρώπη

Η οικονομική κόπωση από τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι εμφανής.
Η κοινή γνώμη σε πολλές χώρες στρέφεται κατά της μακρόχρονης εμπλοκής.
Πολιτικοί φοβούνται διαδηλώσεις, κοινωνική αποσταθεροποίηση και μείωση του βιοτικού επιπέδου.
Ακόμα και η υπέρμαχος της Ουκρανίας, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής διπλωματίας διπλωμάτης Kaja Kallas δήλωσε με δυσφορία:
«Αν υποσχεθείς ένα όπλο, αλλά λες ότι θα το πληρώσει κάποιος άλλος, τότε στην ουσία δεν το παρέχεις.»
Διχασμένος ο δυτικός συνασπισμός
Το «σχέδιο Trump» δεν είναι απλώς μια αμφιλεγόμενη πρόταση αγοράς όπλων• είναι καθρέφτης των εσωτερικών αντιφάσεων της Δύσης.
Ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται, η κόπωση αυξάνεται, οι αποθήκες αδειάζουν και η υπομονή εξαντλείται.
Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Ρωσίας όσο η Δύση ψάχνει να συμφωνήσει — όχι σε στρατηγική, αλλά στο ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Γενικότερα η νέα «προθεσμία Trump» προς τη Μόσχα — 50 ημέρες για κατάπαυση πυρός ή κυρώσεις — μοιάζει περισσότερο με εσωτερική πολιτική παρά με σοβαρή στρατηγική.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, πλέον στη δεύτερη θητεία του, επιχειρεί να «διαπραγματευτεί» με τον Ρώσο ομόλογό του Vladimir Putin με όρους επιχειρηματικής μπλόφας, θέτοντας όρους που ούτε η Ρωσία φοβάται, ούτε η Ευρώπη στηρίζει.
Όμως, αυτό το τελεσίγραφο δεν απειλεί τη Μόσχα — απειλεί την ίδια τη διαπραγματευτική αξιοπιστία των ΗΠΑ, την ενότητα της Δύσης και την ελπίδα για ειρήνη στην Ουκρανία.
Μπούμερανγκ το τελεσίγραφο των ΗΠΑ
Η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump για μια νέα, αυστηρή προθεσμία 50 ημερών προς τον Vladimir Putin προκειμένου να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία, συνοδεύτηκε από την απειλή επιβολής «δευτερογενών κυρώσεων» και δασμών.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, με την ουσία όμως να παραμένει: οι κυρώσεις και οι οικονομικές πιέσεις που η Δύση προσπαθεί να ασκήσει στη Ρωσία φαίνεται να μην προκαλούν το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Αντίθετα, η Ρωσία επιδεικνύει ανθεκτικότητα και ευελιξία, ενώ η Δύση δείχνει αμήχανη και αβέβαιη για την πραγματική αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες των δικών της ενεργειών.
Η απειλή των δευτερογενών κυρώσεων: μια κενή υπόσχεση;
Η βασική ιδέα πίσω από τις δευτερογενείς κυρώσεις είναι ότι οι ΗΠΑ θα στοχεύσουν όχι μόνο τη Ρωσία, αλλά και τρίτες χώρες και εταιρείες που διατηρούν οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα.
Στόχος είναι να απομονωθεί περαιτέρω η ρωσική οικονομία και να μειωθούν τα έσοδα που χρηματοδοτούν τη στρατιωτική μηχανή της.
Ωστόσο, η εφαρμογή τέτοιων κυρώσεων είναι πολύπλοκη και γεμάτη παγίδες.
Πρώτον, υπάρχουν οι γεωπολιτικές συνέπειες: πολλές χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, και κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από ρωσικές πρώτες ύλες, ιδίως τον ενεργειακό τομέα.
Η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε αυτές τις χώρες θα μπορούσε να προκαλέσει ρήξη σε κρίσιμες συμμαχίες και να αποδυναμώσει το μέτωπο της Δύσης.
Δεύτερον, η οικονομική αυτοκτονία που μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια πολιτική για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους δεν είναι αμελητέα — κυρώσεις σε μγάλα κράτη και μεγάλες εταιρείες ενδέχεται να επιστρέψουν με τη μορφή καταιγίδας στις δυτικές οικονομίες.
Έτσι, η απειλή του Trump μοιάζει περισσότερο με πολιτική μπλόφα παρά με πραγματική στρατηγική.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην πράξη οι ΗΠΑ έχουν επιλέξει να εφαρμόζουν δευτερογενείς κυρώσεις με μεγάλη επιλεκτικότητα, στοχεύοντας συνήθως εχθρούς και όχι συμμάχους.
Η Ρωσία και η «σκιώδης» οικονομία της
Ακόμα και αν η Δύση προχωρήσει στην επιβολή εκτεταμένων κυρώσεων, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η ρωσική οικονομία μπορεί να τις αντέξει.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η Μόσχα έχει αναπτύξει ένα πολύπλοκο σύστημα αποφυγής και παράκαμψης των δυτικών κυρώσεων.
Χρησιμοποιώντας δίκτυα εναλλακτικών αγορών, πολύπλοκες μεθόδους συναλλαγών και ένα λεγόμενο «σκιώδες στόλο» πλοίων, η Ρωσία συνεχίζει να εξάγει ενέργεια και άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες, παρά τις προσπάθειες να περιοριστεί το εισόδημά της.
Επιπλέον, η Ρωσία έχει αναπτύξει εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις με χώρες που είτε δεν συμμερίζονται πλήρως τις κυρώσεις, είτε τις αγνοούν. Κράτη όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Κίνα και αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής διατηρούν σταθερές οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα, μειώνοντας τη συνολική αποτελεσματικότητα των δυτικών οικονομικών εργαλείων πίεσης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τη δυτική προσπάθεια να ασκήσει οικονομική ασφυξία στη Ρωσία, η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της χωρίς ιδιαίτερα σημαντικούς περιορισμούς




