Αναλαμβάνει την ευθύνη σε σχέση με τους χειρισμούς της υπόθεσης που αφορά την καταγγελία βιασμού γυναίκας, για την οποία η Κύπρος καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφέρει σε γραπτή του δήλωση ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης.

Επισημαίνει πως “η έμπρακτη ανάληψη ευθύνης δεν συνάδει με την αποχώρησή μου από τη Νομική Υπηρεσία αλλά με τη δρομολόγηση σειράς ενεργειών και δράσεων, τόσο για την ειδική συμμόρφωση στην υπόθεση Ν.Τ. όσο και για τη γενικότερη βελτίωση των διαδικασιών μας”.

Ο κ. Αγγελίδης σημειώνει πως “η εν λόγω απόφαση αποτελεί μια σοβαρή υπενθύμιση της ευθύνης των θεσμικών οργάνων της Πολιτείας και κυρίως της Νομικής Υπηρεσίας να διασφαλίζουμε πλήρως την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα των θυμάτων έμφυλης βίας. Κάθε δικαστική απόφαση, και δη εάν προέρχεται από διεθνή δικαστήρια και εμπεριέχει κριτική, αποτελεί ευκαιρία για θεσμική ενδοσκόπηση και ουσιαστική βελτίωση”, προσθέτει.

“Αναλαμβάνω την ευθύνη σε σχέση με τους χειρισμούς της συγκεκριμένης υπόθεσης, αναγνωρίζοντας αλλά και υπογραμμίζοντας τη διαχρονική  απουσία εξειδικευμένων διαδικασιών και πρωτοκόλλων για διερεύνηση τέτοιας φύσεως παραπόνων. Από την άλλη, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι κάθε χρόνο καταχωρούνται ενώπιον δικαστηρίων, για αδικήματα που αφορούν έμφυλη βία, ένας μεγάλος αριθμός υποθέσεων, κάτι που αποδεικνύει τη μεγάλη προσπάθεια και τη συνεχή  έγνοια των λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας για να οδηγούνται ενώπιον της Δικαιοσύνης τέτοιου είδους υποθέσεις”, προσθέτει.

Σημειώνει περαιτέρω πως “από το 2022 έχουν πραγματοποιηθεί σειρά δράσεων στη Νομική Υπηρεσία που αποσκοπούν στην επιμόρφωση των λειτουργών μας και της αστυνομίας για τον καλύτερο χειρισμό τέτοιας ευαίσθητης φύσεως υποθέσεων”.

Ο κ. Αγγελίδης σημειώνει πως “η προσπάθεια προσωποποίησης θεσμικών αποφάσεων δεν υπηρετούν ούτε τη Δικαιοσύνη ούτε τα θύματα που προσδοκούν από εμάς προστασία και υποστήριξη. Δεν προτίθεμαι να εμπλακώ σε δημόσια αντιπαράθεση που αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από την ουσία”, προσθέτει.

Αναφέρει πως “η έμπρακτη ανάληψη ευθύνης δεν συνάδει με την αποχώρησή μου από τη Νομική Υπηρεσία αλλά με τη δρομολόγηση σειράς ενεργειών και δράσεων, τόσο για την ειδική συμμόρφωση στην υπόθεση Ν.Τ. όσο και για τη γενικότερη βελτίωση των διαδικασιών μας”.

Συγκεκριμένα ανακοίνωσε πως “προχωρούμε στα εξής:

Ενδελεχή και εις βάθος αξιολόγηση όλων των παραμέτρων της απόφασης και των παραλείψεων που επισημάνθηκαν.

Επαναξιολόγηση της ποινικής διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης όχι μόνο με σκοπό την πλήρη συμμόρφωση προς τα ευρήματα του ΕΔΔΑ αλλά και για αποκατάσταση του συγκεκριμένου θύματος και προς τούτο, θα καλέσουμε τη δικηγόρο του θύματος για ενημέρωση και καθορισμό ενεργειών.

Κατάρτιση πρωτοκόλλου για την αξιολόγηση καταγγελιών έμφυλης βίας, με τη συνδρομή εξωτερικών εμπειρογνωμόνων.

Ενίσχυση των υποχρεωτικών σεμιναρίων επιμόρφωσης για τους λειτουργούς της Νομικής Υπηρεσίας και ανακριτές,  με έμφαση στη δευτερογενή θυματοποίηση, την ψυχολογική διάσταση των καταγγελιών και την αποφυγή στερεοτύπων.

Σύσταση εσωτερικού μηχανισμού εποπτείας για υποθέσεις ευάλωτων θυμάτων, προκειμένου να υπάρχει θεσμική παρακολούθηση και διαφάνεια στη διαχείριση”.

“Οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν απλώς αντίδραση σε μια δικαστική απόφαση, αλλά επιβεβαίωση της δέσμευσής μας για διαρκή βελτίωση και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης”, σημειώνει ο κ. Αγγελίδης.

“Η προσωπική μου δέσμευση, ως θεσμός, είναι να συνεχίσω να εργάζομαι με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και σεβασμό προς τις αρχές του Κράτους Δικαίου, μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις και λαϊκισμούς”, καταλήγει.

Η απόφαση ΕΔΔΑ

Στη προχθεσινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην ατομική προσφυγή Arvanitis and Phileleftheros Public Company Limited v. Cyprus αναφέρεται σε χθεσινή της ανακοίνωση η Νομική Υπηρεσία.

Σημειώνει πως το ΕΔΔΑ εξέδωσε στις 3 Ιουλίου 2025 απόφαση στην ατομική προσφυγή Arvanitis and Phileleftheros Public Company Limited v. Cyprus προβαίνοντας σε εύρημα παραβίασης του Άρθρου 10 (ελευθερία της έκφρασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ).

Ο πρώτος αιτητής είναι δημοσιογράφος, ο οποίος την 1η Ιουλίου 2007 δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» άρθρο με τίτλο «Ιδιοκτησία-Αξιοπρέπεια, ένα-μηδέν» στο οποίο αναφέρεται σε δικηγόρο, ο οποίος δύο εβδομάδες πριν από το επίδικο δημοσίευμα, δημοσίευσε ενυπόγραφο άρθρο του στην ελλαδική εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» όπου κατέγραφε τις προσπάθειες που έκανε για επανάκτηση, από τα κατεχόμενα, πίνακα ιδιοκτησίας της οικογένειάς του. Στο άρθρο του ο δημοσιογράφος ανέφερε ότι κάποιοι «ξεπουλούν την αξιοπρέπεια, γλείφουν τους βιαστές και κρεμάζουν τους συμπατριώτες τους», σημειώνεται.

Προστίθεται πως τα εθνικά δικαστήρια στα οποία προσέφυγε ο δικηγόρος έκριναν το δημοσίευμα ως δυσφημιστικό και απέρριψαν τις υπερασπίσεις της αλήθειας και του έντιμου σχολίου. Επιδίκασαν δε αποζημιώσεις υπέρ του δικηγόρου ύψους 12.000 ευρώ.

Οι εναγόμενοι/αιτητές καταχώρησαν προσφυγή στο ΕΔΔΑ ισχυριζόμενοι ότι οι πιο πάνω αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων παραβιάζουν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.

Εξετάζοντας το παράπονο των αιτητών, το ΕΔΔΑ έλαβε υπ’ όψιν του όλα τα σχετικά κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία του, όταν το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έδωσαν ικανοποιητική βαρύτητα στο γεγονός ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτέλεσε απάντηση σε άρθρο που είχε δημοσιεύσει ο δικηγόρος για το θέμα, και ότι τα εθνικά δικαστήρια έθεσαν εκτεταμένες απαιτήσεις για τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι μπορούν να σχολιάσουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου που είχε επιδιώξει δημοσιότητα, αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Στην ουσία, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια ανεπίτρεπτα επιχείρησαν να υποκαταστήσουν τις δικές τους απόψεις με αυτές των αιτητών ως προς τον τρόπο παρουσίασης του θέματος. Ως το ΕΔΔΑ έκρινε, η προσέγγιση αυτή ήταν υπερβολικά περιοριστική και μη συμβατή με τις αρχές που διέπουν το Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, σημειώνει η Νομική Υπηρεσία.

Καταλήγει αναφέροντας πως επιδικάστηκαν αποζημιώσεις υπέρ των αιτητών για χρηματική ζημία ύψους 24.980,43 ευρώ, για μη χρηματική ζημία ύψους 6.500 ευρώ και έξοδα που ανέρχονται σε 8.919,02 ευρώ