Για αντιδεοντολογική συμπεριφορά κατηγορεί τον Γ. Ελεγκτή η κυβέρνηση,

imagewΓια «αντιδεοντολογική συμπεριφορά» του Γενικού Ελεγκτή, Οδυσσέα Μιχαηλίδη, κάνει λόγο σε γραπτή του απάντηση προς τον κ. Μιχαηλίδη, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Μάριος Πελεκάνος.

Σημειώνει πως «ο Γενικός Ελεγκτής με τη συμπεριφορά του έχει υποθηκεύσει την αξιοπιστία της Υπηρεσίας του σε πολιτικές σκοπιμότητες,  γεγονός που πλήττει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας» και «έχει επιτρέψει την εργαλειοποίηση του ως τον καθ΄ εαυτό πυλώνα αντιπολίτευσης».

Ο κ. Πελεκάνος αναφέρει πως «ο Γενικός Ελεγκτής με την επιστολή στη Βουλή που αφορά τέσσερις εργαζόμενες στην Προεδρία της Δημοκρατίας ανέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας την αντιδεοντολογική του συμπεριφορά».

«Αγνόησε επιδεικτικά το ισχύον νομικό πλαίσιο, και δημοσιοποίησε τα προαναγγελθέντα  και προαποφασισθέντα, όπως πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας περαίνεται, πορίσματα του», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον κ. Πελεκάνο, «ο Γενικός Ελεγκτής, κατά τη διαδικασία σύνταξης της έκθεσης του, όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη τις απαντήσεις της Προεδρίας, αλλά ούτε καν ανέμενε να τις λάβει πριν δημοσιοποιήσει τα συμπεράσματα του. Εξίσου δεν έχει λάβει υπόψη το ισχύον νομικό πλαίσιο, αλλά και το γεγονός ότι ανάλογης αντιμετώπισης έτυχαν νομίμως, χιλιάδες άλλοι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα», αναφέρει ο Εκπρόσωπος.

Ο κ. Πελεκάνος κάνει λόγο για «αστήρικτους ισχυρισμούς του» Γενικού Ελεγκτή περί παρανόμου μονιμοποιήσεως των τεσσάρων εργαζομένων, σημειώνοντας πως «η  Προεδρία της Δημοκρατίας τονίζει εμφατικά ότι οι ισχυρισμοί του Γενικού Ελεγκτή είναι παντελώς αβάσιμοι».

Συναφώς επισημαίνει πως «η μετατροπή του καθεστώτος εργοδοτουμένων με συμβάσεις αγοράς/μίσθωσης, υπηρεσιών σε συμβάσεις εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου υπήρξε ένα νόμιμο φαινόμενο που παρατηρήθηκε διαχρονικά στη Δημόσια Υπηρεσία,  και οι συγκεκριμένες περιπτώσεις των συνεργατών του Προέδρου δεν μπορεί να αποτελούν εξαίρεση».

Επισημαίνει ακόμη ότι προ της οποιασδήποτε απόφασης ακολουθούνται οι από τον νόμο καθοριζόμενες ενέργειες, οι οποίες προβλέπουν τη σύμφωνη γνώμη του καθ΄ ύλην αρμόδιου Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Σημειώνει πως τα εν λόγω πρόσωπα  είναι, τα τρια εξ αυτών γραμματειακό προσωπικό και το ένα λειτουργός πληροφορικής, και εργάζονται από το 2013 μέχρι σήμερα στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Το 2018 υπέβαλαν αίτημα προς τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως το αρμόδιο πρόσωπο, για να εξεταστεί με βάση τον περί κοινωνικών ασφαλίσεων νόμο κατά πόσο η απασχόληση τους αφορά, απασχόληση μισθωτού προσώπου και έτυχαν θετικής απαντήσεως, προσθέτει.

Επίσης αναφέρει πως «εφόσον η γνωμοδότηση του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων,  η οποία δόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 2018 προς τον Προϊστάμενο Διοίκησης Προεδρίας, ήταν θετική, τότε απέκτησαν το δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης τους σε αορίστου χρόνου».

«Τυχόν άρνηση του Προϊσταμένου Διοίκησης Προεδρίας να ικανοποιήσει το αίτημα των τεσσάρων υπαλλήλων, θα αποτελούσε παράνομη ενέργεια,  θα συνιστούσε άδικη μεταχείριση εναντίον τους και αρνητική διάκριση έναντι εκατοντάδων άλλων υπαλλήλων που είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν το καθεστώς εργοδότησης τους, ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες, μέσω του Διευθυντή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων,  αλλά και τις θετικές συστάσεις του ΤΔΔΠ», σημειώνει ο Εκπρόσωπος.

Αναφέρει ακόμη ότι η ερμηνεία του σχετικού νόμου στην οποία καταλήγει, «πάσχει σοβαρά και δεν αποδίδει ούτε το γράμμα ούτε και το πνεύμα του νόμου. Ο αρμόδιος για να ερμηνεύσει τους νόμους, με βάση του άρθρο 113 του Συντάγματος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας στον οποίο όφειλε να απευθυνθεί πριν καταλήξει στους όποιους ανυπόστατους ισχυρισμούς προβάλλει», προσθέτει ο κ. Πελεκάνος.

Σημειώνει πως είναι άξιον απορίας πως ο Γενικός Ελεγκτής, ανάμεσα σε εκατοντάδες υπαλλήλους με ανάλογο καθεστώς εργασίας, επέλεξε τέσσερις χαμηλόβαθμες εργαζόμενες στην  Προεδρία.

Αναφέρει ακόμη πως η Κυβέρνηση, σεβόμενη συστάσεις του Γενικού Ελεγκτή και της Γενικής Λογίστριας, έχει από το 2016 προχωρήσει σε νομοθετική ρύθμιση του θέματος και έχει υιοθετήσει νέα πρότυπα σύμβασης με βάση τα οποία αποκλείεται πλέον το φαινόμενο μετατροπής του καθεστώτος εργασίας σε αορίστου χρόνου.

Τέλος σημειώνει πως «η επιλεκτική αναφορά στις τέσσερις χαμηλόβαθμες εργαζόμενες, οι οποίες δεν αποτελούν πολιτικό προσωπικό, εργοδοτήθηκαν το 2013. Πολύ, δηλαδή, πριν την εφαρμογή των συστάσεων του Γενικού Ελεγκτή και της Γενικής Λογίστριας το 2016».