Ο πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχάνι, δήλωσε αργά τη Δευτέρα ότι όλοι οι αξιωματούχοι στο Ιράν έχουν συμφωνήσει στο να προβάλουν αντίσταση στις ΗΠΑ και στην πολιτική κυρώσεων.
Να αντισταθούν στην πολιτική των ΗΠΑ έχουν αποφασίσει οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης του Χασάν Ρουχάνι στο Ιράν,όπως φέρεται να δήλωσε ο ίδιος σύμφωνα με το ανέφερε το πρακτορείο ειδήσεων IRNA.
«Αν απομακρυνθήκαμε από την JCPOA (συμφωνία για τα πυρηνικά) λόγω των προκλήσεων των ΗΠΑ, τότε, εκτός από τις ΗΠΑ, ο ΟΗΕ και ο κόσμος θα μας επιβάλλουν επίσης κυρώσεις […] Προωθώ τις συνομιλίες και τη διπλωματία, αλλά υπό τις τωρινές συνθήκες, δεν το δέχομαι, καθώς σήμερα η κατάσταση δεν είναι κατάλληλη για συνομιλίες και η επιλογή μας είναι μόνο αντίσταση», δήλωσε ο Ρουχανί, σύμφωνα με το IRNA.
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διεμήνυσε χθες Δευτέρα ότι το Ιράν θα αντιμετωπιστεί με “μεγάλη δύναμη” εάν αποπειραθεί να κάνει οτιδήποτε εναντίον των συμφερόντων της χώρας του στη Μέση Ανατολή και έκρινε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία τηρεί πολύ εχθρική στάση έναντι της Ουάσινγκτον.
Ο Τραμπ πρόσθεσε μολαταύτα απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους καθώς αναχωρούσε από τον Λευκό Οίκο για μια εκδήλωση στην Πενσιλβανία πως συνεχίζει να έχει την πρόθεση να αρχίσει συνομιλίες με τους Ιρανούς ηγέτες “όταν είναι έτοιμοι” για αυτές.
Εξάλλου, Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής που θεωρείται στενά συνδεδεμένος με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε χθες ότι το Ιράν ευθύνεται για πρόσφατες εχθρικές ενέργειες στη Μέση Ανατολή και προειδοποίησε ότι θα υπάρξει “συντριπτική στρατιωτική αντίδραση” σε περίπτωση επίθεσης εναντίον αμερικανικών συμφερόντων.
Ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ διευκρίνισε ότι ενημερώθηκε από τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου Τζον Μπόλτον, ο οποίος εδώ και χρόνια τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης πολύ πιο σκληρής πολιτικής έναντι της Τεχεράνης.
“Είναι σαφές ότι τις τελευταίες εβδομάδες το Ιράν επιτέθηκε σε πετρελαιαγωγούς και σε πλοία άλλων χωρών και βρίσκεται πίσω από τις απειλές εναντίον αμερικανικών συμφερόντων στο Ιράκ”, υποστήριξε ο Γκρέιαμ μέσω Twitter. “Εάν οι ιρανικές απειλές εναντίον αμερικανικού προσωπικού και [αμερικανικών] συμφερόντων υλοποιηθούν, θα προχωρήσουμε σε μια συντριπτική στρατιωτική αντίδραση”, πρόσθεσε.
Η Σαουδική Αραβία κατηγόρησε το Ιράν ότι βρισκόταν πίσω από μια επίθεση με τηλεχειριζόμενα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον ενός σαουδαραβικού πετρελαιαγωγού, την ευθύνη για την οποία ανέλαβαν οι σιίτες αντάρτες Χούθι της Υεμένης.
Η επίθεση αυτή έγινε μερικά εικοσιτετράωρα μετά τις “πράξεις δολιοφθοράς” στον Κόλπο για τις οποίες δεν υπήρξε ανάληψη ευθύνης, οι οποίες είχαν στόχο, μεταξύ άλλων και σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια.
Επισήμως, η Ουάσινγκτον δεν προσάπτει την ευθύνη για τις επιθέσεις αυτές στην Τεχεράνη, αλλά έχει κατηγορήσει επανειλημμένα το Ιράν ότι προετοιμάζει επιθέσεις, κυρίως μέσω ενδιαμέσων ή “συνεργών” του, σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, ιδίως στο Ιράκ.
Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ξεκίνησε πέρυσι, όταν η Ουάσινγκτον αποσύρθηκε μονομερώς από την πυρηνική συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά του Ιράν και επέβαλε κυρώσεις κατά της Τεχεράνης.
Στις 8 Μαΐου, το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί εν μέρει από ορισμένες από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την πυρηνική συμφωνία.
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι ΗΠΑ αύξησαν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, ως ένα ένα σαφές και αδιαμφισβήτητο μήνυμα προς την Τεχεράνη, σύμφωνα με τον αμερικανό Σύμβουλο Ασφαλείας, Τζον Μπόλτον.
Ένα αεροπλανοφόρο, πύραυλοι Patriot, βομβαρδιστικά Β-52 και F-15, αναπτύχθηκαν στην περιοχή, σύμφωνα με το Πεντάγωνο.
Σύγχυση για τις προθέσεις των ΗΠΑ
Στο μεταξύ, πλήρης σύγχυση επικρατεί στο μέτωπο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Ιράν με δύο αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες που έρχονται να επιτείνουν την αγωνία σχετικά με το τι ακριβώς συμβαίνει αυτήν την ώρα στο παρασκήνιο των πολεμικών κραυγών που ακούγονται σε Ουάσινγκτον και Τεχεράνη.
Σύμφωνα με την πρώτη πληροφορία, η οποία αναπαράγεται από ισραηλινά μέσα ενημέρωσης και εξειδικευμένες ιστοσελίδες που απηχούν τις απόψεις των υπηρεσιών ασφαλείας του Ισραήλ, οι Αμερικανοί και οι Ιρανοί εδώ και αρκετά 24ωρα έχουν αρχίσει ανεπίσημες συνομιλίες, οι οποίες στόχο έχουν τον κατευνασμό ή και την εκτόνωση της πολεμικής ατμόσφαιρας που επικρατεί. Οι συνομιλίες αυτές διεξάγονται εν κρυπτώ και ανεπισήμως στη Βαγδάτη και την Ντόχα.
Η δεύτερη πληροφορία, που επί της ουσίας «τορπιλίζει» την πρώτη, αφορά στην εκτόξευση ρουκέτας η οποία εξερράγη πολύ κοντά στην αμερικανική πρεσβεία στη Βαγδάτη, στη λεγόμενη «πράσινη ζώνη». Η ρουκέτα έχασε τον στόχο της και εξερράγη μακράν της αμερικανικής πρεσβείας, ωστόσο το γεγονός και μόνο αυτό βάζει τη σφραγίδα του στην κλιμάκωση της έντασης. Αμέσως μετά την έκρηξη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ ανήρτησε στο Twitter τη γνωστή πια από το βράδυ της Κυριακής απειλή πως «αν το Ιράν θέλει πόλεμο, τότε αυτό θα σημάνει και το επίσημο τέλος του Ιράν».
Στο τέλος της εβδομάδας που μας πέρασε, τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ όσο και ο πρόεδρος του Ιράν προέβησαν σε δηλώσεις κατευναστικού χαρακτήρα, οι οποίες ήταν σχεδόν ταυτόσημες. Το συμπέρασμα που εξάγεται από αυτές τις δηλώσεις είναι πως με βάση τα δεδομένα τη στιγμή της δημοσιοποίησής τους ούτε η Ουάσινγκτον αλλά ούτε και η Τεχεράνη επιθυμούν μια πολεμική αναμέτρηση.
Ωστόσο, ο νέος αρχηγός των Επαναστατικών Φρουρών του Ιράν, που αποτελούν και την «καρδιά» του ιρανικού αμυντικού συστήματος, ο στρατηγός Χουσεΐν Σαλάμι, δήλωσε κατά τη διάρκεια σχολίου του στη δημόσια τηλεόραση της χώρας του πως «η διαφορά μεταξύ ημών (του Ιράν) και αυτών (ΗΠΑ) είναι ότι οι Αμερικανοί φοβούνται τον πόλεμο και δεν διακατέχονται από τη βούληση να πράξουν κάτι τέτοιο». Είναι περίεργο, αλλά αυτό το σχόλιο του ανώτατου στελέχους των Επαναστατικών Φρουρών του Ιράν ήρθε λίγα λεπτά μετά την άρνηση του προέδρου Τραμπ να ικανοποιήσει αίτημα του βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας πρίγκιπα Σαλμάν που ζητούσε από τις ΗΠΑ να εξαπολύσουν ευθεία στρατιωτική επίθεση κατά των σιιτών Χούθι της Υεμένης. Οι Σαουδάραβες ζήτησαν την εμπλοκή των ΗΠΑ προκειμένου να υπάρξει σκληρή απάντηση στις πολύ πρόσφατες -αν και αμφιλεγόμενες εν πολλοίς- επιθέσεις με drone σε δύο αγωγούς που μεταφέρουν σαουδαραβικό πετρέλαιο καθώς και τον «μαύρο χρυσό» των Εμιράτων, παρακάμπτοντας τον Περσικό Κόλπο.
Ενώ λοιπόν συμβαίνουν αυτά, στο παρασκήνιο εξελίσσονται άλλες διαδικασίες. Όπως αποκάλυψε στις 17 Μαΐου, ο υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ σεΐχης Μοχαμέντ Αλ Τανί, έπειτα από επίσκεψή του στην Τεχεράνη, «πρέπει να υπάρξει ένας ερυθρός θάλαμος επιχειρήσεων που θα λειτουργεί είτε στο Ιράκ είτε στο Κατάρ και στον οποίο θα είναι παρόντες επίσημοι και από τις δύο πλευρές (Ιράν και ΗΠΑ) ώστε να γίνει εφικτή η διαχείριση των εντάσεων». Αυτές οι δηλώσεις επιβεβαιώνουν τις υποψίες πως Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι ήδη συζητούν εν κρυπτώ και παραβύστω στη Βαγδάτη ή την Ντόχα. Ωστόσο, οι ίδιοι κύκλοι αναφέρουν ότι «προς το παρόν οι συναντήσεις αυτές περιορίζονται στο γνωστό διπλωματικό δόγμα “talk for talking”, δηλαδή συζητούμε για να συζητούμε, που είναι ένα πρώτο στάδιο επαφών, αλλά βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από απτές αποδείξεις πως υπάρχει μείωση της απειλής να ξεσπάσει πολεμικό επεισόδιο».
Οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας συμπληρώνουν σε αυτόν τον καμβά πως, έστω κι αν Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι καταφέρουν να σημειώσουν πρόοδο σε αυτήν τη πρώτη φάση διαλόγου έτσι ώστε να μειωθούν τα σύννεφα πολέμου πάνω από τη Μέση Ανατολή, στην πραγματικότητα θα αντιμετωπίσουν πολύ περισσότερα προβλήματα κατά τη διαπραγμάτευση πάνω σε βασικά και ουσιώδη ζητήματα και τοπικά προβλήματα.
Είναι προφανές πως το πιο σημαντικό όλων αφορά στις αμερικανικές κυρώσεις στο Ιράν που έχουν γονατίσει οικονομικά την Τεχεράνη. Όπως και με την υπόθεση της Βορείου Κορέας και τον Κιμ Γιονγκ Ουν, έτσι και τώρα με το Ιράν ο πρόεδρος Τραμπ χρησιμοποιώντας το αποτελεσματικότατο αυτό όπλο των κυρώσεων αναγκάζει τους αντιπάλους του να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό δεν σημαίνει πως η έκβαση θα είναι επιτυχής, αλλά θα καταδεικνύει πως το μέτρο των οικονομικών κυρώσεων είναι απολύτως αποτελεσματικό. Το δεύτερο ουσιώδες ζήτημα αφορά στην εμπλοκή-ανάμειξη του Ιράν σε τρεις διαφορετικούς αλλά εξίσου σημαντικούς πυρήνες του ευρύτερου μεσανατολικού προβλήματος. Δηλαδή τη Συρία, τον Λίβανο (Χεζμπολάχ) και την Υεμένη. Η αμερικανική θέση είναι ξεκάθαρη: «Σταματήστε το πυρηνικό σας πρόγραμμα και δώστε ένα τέλος στην κατασκευή βαλλιστικών πυραύλων. Έπειτα από αυτά ελάτε στο τραπέζι για συνομιλίες και για τη διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας επί των πυρηνικών».




