Διπλωματική κρίση Αθήνας -Μόσχας

Η  Αθήνα επιβεβαίωσε τις προθέσεις της να απελάσει δύο Ρώσων διπλωματών λόγω παράνομων ενεργειών εντός ελληνικής επικράτειας.2471666
«Θέλουμε καλές σχέσεις με όλους. Πρέπει όμως να σέβονται το διεθνές δίκαιο και την ελληνική κυριαρχία και σε αυτό το πλαίσιο έγιναν οι συγκεκριμένες κινήσεις» σχολίασε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, κληθείς να σχολιάσει δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή» στο οποίο αναφερόταν ότι ανάμεσα στις κατηγορίες που απευθύνει η Αθήνα στους Ρώσους διπλωμάτες είναι η απόπειρα αλίευσης και διακίνησης πληροφοριών και ο χρηματισμός κρατικών λειτουργών.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών έχει δώσει εντολή για άμεση απέλαση δύο στελεχών της ρωσικής πρεσβείας και την απαγόρευση εισόδου σε άλλα δύο άτομα.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Interfax, το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας υπογράμμισε ότι «η Μόσχα θα απαντήσει με το ίδιο νόμισμα»

Απάντηση Μόσχας

Την απάντησή του στην απόφαση της Αθήνας για απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών έδωσε άμεσα το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.
Σύμφωνα με το ρωσικό Interfax και το Reuters, το ρωσικό ΥΠΕΞ ανέφερε ότι «θα υπάρξει απάντηση στην απέλαση από την Ελλάδα των Ρώσων διπλωματών με τον ίδιο τρόπο».
Το πρακτορείο RIA μετέδωσε πως η Μόσχα θα προχωρήσει στην απέλαση δύο Ελλήνων διπλωματών, επικαλούμενο δηλώσεις του Ρώσου βουλευτή Αντρέι Κλιμόφ.
Σύμφωνα με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της διπλωματίας, η Ελλάδα λαμβάνει τα μέτρα απέλασης των δύο Ρώσων διπλωματών καθώς και της απαγόρευσης εισόδου ακόμη δύο, ως απάντηση σε παράνομες ενέργειες εντός της ελληνικής επικράτειας, οι οποίες συνιστούν παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας.
Η Αθήνα κατηγορεί τους Ρώσους διπλωμάτες για απόπειρες αλίευσης και διακίνησης πληροφοριών, αλλά και χρηματισμού κρατικών λειτουργών.
Το ρεπορτάζ της «Κ» έχει ως εξής:
Την απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών και την απαγόρευση εισόδου στην Ελλάδα άλλων δύο για παράνομες ενέργειες κατά της εθνικής ασφάλειας αποκαλύπτει σήμερα η «Κ». Σύμφωνα με πληροφορίες από υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές, τα μέτρα που λαμβάνονται από την Αθήνα αποτελούν απάντηση σε παράνομες ενέργειες εντός της ελληνικής επικράτειας, οι οποίες συνιστούν παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ανάμεσα στις κατηγορίες που απευθύνει η Αθήνα προς τους διπλωμάτες είναι οι απόπειρες αλίευσης και διακίνησης πληροφοριών, αλλά και χρηματισμού κρατικών λειτουργών. Η συγκεκριμένη υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια μια υπόγεια ένταση που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα σε Αθήνα και Μόσχα, τα τελευταία δύο χρόνια, για λόγους οι οποίοι συνδέονται και με το γενικότερο περιβάλλον ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Αθήνα έχει ήδη αποφασίσει και δώσει εντολή για την άμεση απέλαση δύο ατόμων –ο ένας είναι το στέλεχος της ρωσικής πρεσβείας Βίκτορ Γιάκοβλεφ– και την απαγόρευση νέας εισόδου στη χώρα για δύο ακόμα, οι οποίοι εμπλέκονται σε σωρεία ενεργειών, μεταξύ των οποίων πληροφοριακής δραστηριότητας (ο διπλωματικός όρος για την αλίευση και διακίνηση πληροφοριών) εις βάρος της Ελλάδας. Η πρωτοβουλία της Αθήνας δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία», αλλά έρχεται ως απάντηση μετά μια σειρά από συντονισμένες κινήσεις προσπάθειας επέκτασης της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα. Διπλωματικές πηγές εντάσσουν σε αυτές τη δραστηριότητα διαφόρων κύκλων ρωσικών συμφερόντων, όπως η Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Eνωση. Η αντίδραση της Αθήνας αποτελεί, μεταξύ άλλων, ένα μήνυμα προς τη Μόσχα και για όλες αυτές τις δραστηριότητες.
Παρ’ όλα αυτά, οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η Ελλάδα, όπως διαχρονικά έπραττε, εξακολουθεί να επιθυμεί τη διατήρηση καλών σχέσεων με τη Ρωσία, να προωθεί τη φιλία των δύο λαών, τη συνεργασία των κυβερνήσεών τους και την φορέων της κοινωνίας των πολιτών εκατέρωθεν. Ωστόσο, όπως έλεγαν, αυτό δεν μπορεί παρά να γίνει στη βάση της ισοτιμίας και με προϋπόθεση τον αμοιβαίο σεβασμό στην κυριαρχία και την ανεξαρτησία των δύο χωρών μας.
Τονίζουν ακόμη ότι η Αθήνα ήταν πάντα ιδιαίτερα προσεκτική στον τρόπο διαχείρισης των ελληνορωσικών σχέσεων, φέρνοντας το παράδειγμα της υπόθεσης Σκριπάλ. Τότε, η Ελλάδα απέφυγε να ακολουθήσει το παράδειγμα των υπολοίπων δυτικών κρατών που απέλασαν Ρώσους διπλωμάτες, κάτι που είχε χαιρετιστεί από τη ρωσική πολιτική ηγεσία. Επίσης, κατά τις ίδιες διπλωματικές πηγές, παρά την προσπάθεια της Αθήνας να διατηρήσει τις σχέσεις με τη Μόσχα σε ένα καλό επίπεδο, το τελευταίο χρονικό διάστημα, διάφοροι «μηχανισμοί» που συνδέονται με τα ρωσικά συμφέροντα στην Ελλάδα προσπαθούν να αναμειχθούν στα εσωτερικά της χώρας.

Πρόσθεταν ότι διά της παροχής υλικών και χρηματικών κινήτρων επιχειρούν να επηρεάσουν δήμους και μητροπολίτες, αλλά και να αποκτήσουν επιρροή στο Αγιον Ορος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την απρόσκοπτη άσκηση κυριαρχίας επί της ελληνικής επικράτειας από το ελληνικό κράτος. Ακόμη κατεγράφη απόπειρα εξαγοράς κρατικών λειτουργών, η οποία, κατά τις ίδιες πληροφορίες, απέτυχε.

Σύμφωνα με υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές, οι συγκεκριμένες ενέργειες υπονομεύουν τη φιλία των δύο λαών και την εικόνα της Ρωσίας στην Ελλάδα, καθώς εντάσσονται στο πλαίσιο συστηματικής προσπάθειας παραβίασης της κυριαρχίας της χώρας και του Διεθνούς Δικαίου. Επί τούτου, αναφέρεται ως παράδειγμα η προσπάθεια παρέμβασης σε ιδιαίτερα ευαίσθητα εθνικά ζητήματα και συμφέροντα της Ελλάδας στα Βαλκάνια, ειδικότερα στο θέμα της ονοματολογικής διαφοράς με την ΠΓΔΜ.

Διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι η απόφαση της Αθήνας συνδέεται αποκλειστικά με τη δράση των συγκεκριμένων τεσσάρων ατόμων και όχι με τη γενικότερη καλή διάθεση της Ελλάδας έναντι της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας πως, με δεδομένο ότι οι συγκεκριμένοι τέσσερις Ρώσοι πολίτες προκάλεσαν πλήγματα στις –γενικά– καλές ελληνορωσικές σχέσεις, οποιεσδήποτε «απαντητικές» αντιδράσεις εκ μέρους της ρωσικής πλευράς θα είναι «στείρες» και θα οδηγήσουν σε περαιτέρω υποτροπή. Κατέληγαν, μάλιστα, λέγοντας ότι κανένα μέλος των διπλωματικών και προξενικών αποστολών της Ελλάδας στη Ρωσία δεν έχει κινηθεί εκτός των πλαισίων των καθηκόντων του. Αντιθέτως, όλοι ανεξαιρέτως ασκούν τα καθήκοντά τους αυστηρά στο πλαίσιο της αποστολής τους στη Ρωσία.