Του Νίκου Κατσουρίδη

Δεκαεπτά και πλέον μήνες πριν τις Προεδρικές Εκλογές έχουμε μια έντονη προεκλογική ατμόσφαιρα.  Στις Η.Π.Α, θα έχουν Προεδρικές Εκλογές σε δεκαέξι μήνες.  Στις Η.Π.Α, την υπερδύναμη, όπου εκλέγεται ο Πλανητάρχης, ακόμα ουδείς ασχολείται με τις Προεδρικές Εκλογές.  Εδώ στην ημικατεχόμενη Κύπρο, με το κυπριακό σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο και με άλλα προβλήματα τα οποία προκαλούνται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες (π.χ. πληθωρισμός), έχουμε ήδη 2 + 1 υποψηφιότητες και κανονική προεκλογική εκστρατεία σε προκριματική φάση.  Μάλιστα μια πολύ έντονη φάση, με ακραία πολιτικά φαινόμενα!

Ήδη έχει εξαγγείλει υποψηφιότητα πρώτος από όλους ο κ. Ανδρέας Μαυρογιάννης.  Ακολούθησε ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου και στη συνέχεια η κα. Αννίτα Δημητρίου.  Μετρούμε δηλαδή ήδη τρεις υποψηφιότητες.  Είναι αναμενόμενο ότι αυτές θα αυξηθούν.  Με βάση τις δηλώσεις οι οποίες γίνονται από Κόμματα και άτομα λογικό είναι να αναμένονται ακόμα τρεις (3) έως (4) υποψηφιότητες για το 2028.

Στις 9 Αυγούστου 2026 στο άρθρο μου στο Φιλελεύθερο έγραφα:

«Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι βρισκόμαστε σε πορεία προεκλογικής εκστρατείας με το βλέμμα κολλημένο στον Φεβράρη του 2028.  Σε πρώτη φάση είναι η εσωτερική διαδικασία επιλογής υποψηφίου και σχηματισμού ενδεχόμενων συνεργασιών.  Διαδικασία αλληλένδετη, εκτός για τα Κόμματα τα οποία έχουν προαποφασίσει ότι θα κατέλθουν με Κομματικό υποψήφιο.  Αυτή είναι μια θέση την οποία πάντα θεωρούσα δίκοπο μαχαίρι.  Τι εννοώ;  Από τη μια, κατά κανόνα, διευκολύνει την εσωτερική επιλογή υποψηφίου.  Φυσικά στις περιπτώσεις που ο ηγέτης του Κόμματος και δυνητικός υποψήφιος Πρόεδρος είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητος.  Αν δεν ισχύει αυτή η συνθήκη τότε η διαδικασία εξελίσσεται σε δοκιμασία.  Από την άλλη όταν επιμένει δογματικά ένα Κόμμα να διεκδικεί με τον αρχηγό του, έστω και αν τα δεδομένα δεν το δικαιολογούν, τότε για να πετύχει αποτέλεσμα θα πρέπει κάποιος αντίπαλος να κάνει τραγικό λάθος.  Θα μπορούσα να παραθέσω ένα – δύο παραδείγματα της μετά το 1974 πολιτικής μας ιστορίας αλλά για την ώρα το θεωρώ αχρείαστο”.

Είναι φανερό ότι οι εξελίξεις εντός εκτός του Δημοκρατικού Συναγερμού έχουν δικαιώσει αυτήν την εκτίμηση.

Στο ίδιο άρθρο είχα προβεί και στην ακόλουθη εκτίμηση.

«Η δεύτερη αλήθεια, που είναι αναμενόμενη, συνίσταται στο γεγονός ότι όλοι οι διεκδικητές της Προεδρίας, βάλλουν κατά του εκάστοτε υφιστάμενου Προέδρου.  Φυσικά αυτό δεν είναι αρκετό για να φέρει επιτυχία για διάφορους λόγους.  Πρώτον γιατί όλοι σχεδόν οι πολιτικοί οργανισμοί του τόπου έχουν προϊστορία εξουσίας. Δεύτερον  ότι είναι δύσκολο να συντονιστούν και να το επιθυμούν, όλοι οι άλλοι υποψήφιοι κατά του ενός.  Τρίτον  ορισμένα επιχειρήματα τα οποία κατευθύνονται προς τον ένα υποψήφιο την ίδια στιγμή κτυπούν και κάποιον άλλο για διάφορους λόγους.  Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες αλλά δεν θα τους αναφέρω».

Είμαι της άποψης ότι άρχισε να δικαιώνεται και αυτή η εκτίμηση.  ΄Ηδη υπάρχει η αντιπαράθεση μεταξύ του κ. Νεοφύτου και της κας. Δημητρίου, έστω και αν οι δύο τους βάλλουν κατά του νυν Προέδρου.  Στη συνέχεια αυτή η αντιπαράθεση θα περιλάβει και άλλους υποψηφίους.  ΄Ηδη για παράδειγμα η κάθετη τοποθέτηση του κ. Μαυρογιάννη ενάντια στο Σχέδιο Ανάν, σε πρόσφατη εκπομπή του Ωμέγα, πυροδότησε διάφορες αντιδράσεις.  Σε εκείνο το άρθρο μου στάθηκα ιδιαίτερα στο εξής:

«Η  τρίτη αλήθεια είναι η ανάγκη όποιος διεκδικεί την Προεδρία να έχει διακριτές θέσεις σε σχέση με τους ανθυποψηφίους του και όχι απλά να τους αποδομεί.  Δεν είναι κατά την κρίση μου αρκετό να λες ότι διαφωνείς με τον Α υποψήφιο αλλά να αδυνατείς να εξηγήσεις που είναι οι διαφορές επί της ουσίας.  ΄Η απλώς να περιορίζεσαι σε λαϊκιστικές ατάκες και ανεφάρμοστες υποσχέσεις, απλά για να πεις κάτι διαφορετικό».

Θεωρώ ότι αυτή η άποψη είναι πέρα για πέρα αναγκαίο να γίνει πράξη.  Γιατί όπως άρχισε αυτή η προεκλογική, με ένα σκληρό προκριματικό γύρο, άρα ανορθόδοξα, θα είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από προεκλογική θέσεων και προτάσεων.  Σε αυτό σταθερά βοηθά και η συμπεριφορά διαφόρων επώνυμων και ανώνυμων λογαριασμών μέσα από τα Μ.Κ.Δ.

Οι Προεδρικές όμως δεν είναι Βουλευτικές.  Αυτός ο οποίος θέλει να κυβερνήσει οφείλει να τεκμηριώνει τις προτάσεις του.  Οφείλει να παραθέτει αποδεικτικά στοιχεία ότι είναι υλοποιήσιμες. Οφείλει και ο πολίτης – ψηφοφόρος να το απαιτεί. Η τεκμηρίωση προτάσεων και θέσεων, η απόδειξη της δυνατότητας εφαρμογής μιας εξαγγελίας είναι στις μέρες μας πέραν από αναγκαίο.

Δυστυχώς αν κρίνει κάποιος από τον τρόπο που ορισμένοι διαχειρίζονται τις πρόσφατες εξελίξεις για το κυπριακό, μάλλον δεν έχουμε αρχίσει καλά.  Η ολοκάθαρη αρνητικότητα της Τουρκίας δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθεί μια Τριμερής συνάντηση και εδώ ορισμένοι προσπαθούν να αντιστρέψουν την πραγματικότητα.

Στην επερχόμενη προεκλογική εκστρατεία είναι αναγκαίο, παρά ποτέ, όποιος διεκδικεί την Προεδρία να έχει διακριτές θέσεις από τους άλλους υποψηφίους και όχι  απλά να τους αποδομεί.  Στις 15/8/2026 έγραφα:

«Ως εκ τούτου το πρώτο σκέλος μιας διακριτής προεκλογικής εκστρατείας, κατά τη γνώμη μου, ιδίως για τις Προεδρικές εκλογές, οφείλει να εστιάσει στις στρατηγικές.  Δηλαδή αναμένεται κατά πρώτον έκαστος υποψήφιος να παραθέσει τη στρατηγική του στα κεφαλαιώδη θέματα του τόπου και κατά δεύτερον να διατυπώσει τις διαφωνίες του με άλλους ανθυποψήφιους του.  Το να αρκεστεί κάποιος να λέει σε τι διαφωνεί με κάποιον άλλον δεν είναι ικανοποιητικό.  Ούτε καν αρκετό.  Είναι μάλιστα παραπλανητικό.  Γιατί αν κατορθώσει να ξεγελάσει τον ψηφοφόρο μόνο δια της απόρριψης των πολιτικών των ανθυποψηφίων του, όλα θα είναι πιθανά να συμβούν αν πετύχει να εκλεγεί.  Μπορεί να ζήσουμε και το τραγελαφικά επικίνδυνο να εφαρμόζει ως Πρόεδρος τις πολιτικές τις οποίες απορρίπτει ως υποψήφιος!!   Στην ανάγκη να ακουστούν θέσεις και όχι αντιθέσεις  και μόνο, αποφασιστικός θα είναι και  ο ρόλος των ΜΜΕ και των ξεχωριστών δημοσιογράφων».

Στο ίδιο άρθρο μου έγραφα:

«Εφόσον παραθέσουν  τις στρατηγικές τους προσεγγίσεις, θα μπορεί να διακρίνει ο ψηφοφόρος, ο πολίτης κατά πόσον, κάποιος υποψήφιος έχει ουσιαστικά τις ίδιες βασικές, στρατηγικές αντιλήψεις με κάποιον άλλον.  Αν διαπιστωθεί βασική ταύτιση στις στρατηγικές, τότε θα μπορεί να εξαχθεί ή όχι το εξής κεφαλαιώδες συμπέρασμα. Διεκδικεί τις εκλογές για να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στις πολιτικές γραμμές που ακολουθούνται στον τόπο  ή απλώς και μόνο επιδιώκει μια εναλλαγή στην εξουσία, αλλά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Ένα ιδιαίτερο σημείο αναφοράς το οποίο έχει βρεθεί στην επικαιρότητα αυτές τις μέρες, ακριβώς λόγω εκλογών είναι το ακόλουθο.  Δικαιούται ο πολίτης να ψηφίσει όποιον υποψήφιο επιλέξει ότι εμπιστεύεται από αυτούς οι οποίοι διεκδικούν τις εκλογές του 2028 ανεξάρτητα τι ψήφισε στις Βουλευτικές Εκλογές;»

Θεωρώ ότι αυτό το ερώτημα ήδη είναι καθ’ οδόν να μετατραπεί από θεωρητικό σε πρακτικό και κρίσιμο για τις επιλογές των ψηφοφόρων ενόψει του 2028.

Θα κλείσω το παρόν κείμενο με τη διαπίστωση ότι η προεκλογική εκστρατεία της προκριματικής φάσης άρχισε να εκτρέπεται.  Εύχομαι η συνέχεια να είναι καλύτερη.  Να είναι μια εκστρατεία πολιτικής υφής και μια φυσιολογική αντιπαράθεση πολιτικών θέσεων.