Αντιμέτωπη με ένα σοβαρό έλλειμμα πυραύλων εκτόξευσης, κινδυνεύει να βρεθεί η Ευρώπη έως το τέλος της 10ετίας, την ώρα που οι ανάγκες της για την ανάπτυξη νέων δορυφορικών δικτύων και διαστημικών αποστολών αυξάνονται με ταχύτατους ρυθμούς.
Η προειδοποίηση έρχεται από τον γενικό διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA), Josef Aschbacher, ο οποίος αναγνώρισε ανοιχτά το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στην προσπάθειά της να διατηρήσει αυτόνομη πρόσβαση στο Διάστημα και να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα. Όπως ανέφερε, η σημερινή εκτίμηση της ESA είναι ότι η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει έλλειψη πυραύλων εκτόξευσης γύρω στο 2030.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων πυραύλων. Συνδέεται άμεσα με την έκρηξη των ευρωπαϊκών διαστημικών προγραμμάτων, καθώς τα επόμενα χρόνια προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των δορυφόρων και των αποστολών που θα πρέπει να μεταφερθούν σε τροχιά.

Το 2029-2031 θα είναι το κρίσιμο παράθυρο

Η ESA βρίσκεται ήδη στη διαδικασία αξιολόγησης των πραγματικών αναγκών της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια.
Ο Aschbacher εξήγησε ότι, εάν συνυπολογιστούν όλοι οι δορυφόροι που προβλέπεται να εκτοξευθούν στο πλαίσιο υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων αστερισμών και αποστολών, προκύπτει μια ιδιαίτερα έντονη κορύφωση των αναγκών περίπου την περίοδο 2029-2031.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη μπορεί να έχει στα χέρια της ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης διαστημικών υποδομών, αλλά να μην διαθέτει αρκετά μέσα για να τις μεταφέρει στο Διάστημα.
Και αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο στρατηγικό ζήτημα: εάν οι ευρωπαϊκοί πύραυλοι δεν επαρκούν, η Ευρώπη θα πρέπει είτε να περιορίσει ή να μεταθέσει αποστολές είτε να αναζητήσει εκτοξεύσεις από ξένους παρόχους.

Η τεράστια απόσταση από τη SpaceX

Το μέγεθος του προβλήματος γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν η Ευρώπη συγκρίνεται με τις ΗΠΑ. Τα τελευταία πέντε χρόνια, Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα έχουν πραγματοποιήσει μαζικές εκτοξεύσεις δορυφόρων και έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια στην ανάπτυξη των διαστημικών και αμυντικών τους δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της SpaceX. Η εταιρεία του Elon Musk πραγματοποίησε 170 εκτοξεύσεις πυραύλων μέσα σε έναν χρόνο, ενώ η Ευρώπη πραγματοποίησε μόλις οκτώ.
Η διαφορά δεν είναι απλώς ποσοτική. Αντικατοπτρίζει τη διαφορετική ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται οι διαστημικές υποδομές στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Κομβικό ρόλο στην αμερικανική υπεροχή έχει παίξει η τεχνολογία των επαναχρησιμοποιούμενων πυραύλων της SpaceX, η οποία έχει μειώσει σημαντικά το κόστος των εκτοξεύσεων και έχει επιτρέψει πολύ υψηλότερη συχνότητα αποστολών.

Η Ευρώπη θέλει να εκτοξεύσει δεκάδες δορυφόρους

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των φιλόδοξων ευρωπαϊκών σχεδίων για τα επόμενα χρόνια. Η Ευρώπη σχεδιάζει την ανάπτυξη και εκτόξευση μιας σειράς δορυφόρων και διαστημικών αποστολών που συνδέονται με κρίσιμες υποδομές.
Σε αυτές περιλαμβάνεται το Iris², η ευρωπαϊκή πολυτροχιακή δορυφορική συστοιχία, το Galileo, το ευρωπαϊκό σύστημα δορυφορικής πλοήγησης, αλλά και το Copernicus, το μεγαλύτερο δίκτυο παρατήρησης της Γης στον κόσμο.
Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες σχεδιάζουν να αναπτύξουν δικούς τους εθνικούς αστερισμούς δορυφόρων. Η Γερμανία, μεταξύ άλλων, έχει προτείνει τη δημιουργία εθνικών δορυφορικών υποδομών.
Την ίδια στιγμή, η ESA κατασκευάζει δορυφόρους και για εθνικά υπουργεία Άμυνας, μεταξύ άλλων για την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πολωνία.
Έτσι, η ζήτηση για εκτοξεύσεις αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή βιομηχανία προσπαθεί να ενισχύσει την παραγωγική της ικανότητα.

Το «κενό» των Ariane

Η Ευρώπη έχει ήδη βιώσει στην πράξη τις συνέπειες της περιορισμένης δυνατότητας εκτόξευσης.
Το εμβληματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα βαρέων πυραύλων Ariane βρέθηκε αντιμέτωπο με σημαντικές καθυστερήσεις στην παραγωγή του Ariane 6.
Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κενό μετά την τελευταία πτήση του προηγούμενου μοντέλου, του Ariane 5, το 2023. Για περίπου έναν χρόνο η Ευρώπη αναγκάστηκε να βασιστεί στη SpaceX για την εκτόξευση αποστολών.
Η ευρωπαϊκή αυτόνομη πρόσβαση στο Διάστημα αποκαταστάθηκε τελικά τον Ιούλιο του 2024, όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκτόξευση του Ariane 6.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2024, επέστρεψε στις πτήσεις και ο μικρότερος ιταλικός πύραυλος Vega-C, ενισχύοντας εκ νέου το ευρωπαϊκό οπλοστάσιο εκτοξεύσεων.
Ωστόσο, η επαναφορά της δυνατότητας πρόσβασης στο Διάστημα δεν σημαίνει ότι λύθηκε και το πρόβλημα της χωρητικότητας.

Από 9 σε 15 Ariane 6 τον χρόνο

Η ESA εξετάζει ήδη τρόπους για να αυξήσει την παραγωγή των ευρωπαϊκών πυραύλων.
Σύμφωνα με τον Aschbacher, η Υπηρεσία έχει ζητήσει από τους ευρωπαίους κατασκευαστές να επιστρέψουν μέσα στους επόμενους μήνες με εκτιμήσεις για το κόστος που θα απαιτηθεί προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγική τους δυναμικότητα.
Στην περίπτωση του Ariane 6, ο στόχος είναι να αυξηθεί η παραγωγή από τα σημερινά επίπεδα και την προγραμματισμένη δυνατότητα των περίπου 9-10 εκτοξεύσεων ετησίως, σε περίπου 15 εκτοξεύσεις τον χρόνο.
Αντίστοιχες συζητήσεις πραγματοποιούνται και για τον Vega-C.
Τα αποτελέσματα αυτών των αξιολογήσεων αναμένεται να καθορίσουν πού θα κατευθυνθούν πρόσθετοι ευρωπαϊκοί πόροι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το αναμενόμενο έλλειμμα και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή διαστημική βιομηχανία για την επόμενη δεκαετία.

«Πρέπει να μπορούμε να εκτοξεύουμε τους δορυφόρους μας»

Για την ESA, το ζήτημα δεν είναι απλώς εμπορικό.
Η δυνατότητα αυτόνομης εκτόξευσης δορυφόρων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, ιδιαίτερα καθώς αυξάνεται η σύνδεση ανάμεσα στις διαστημικές υποδομές, τις τηλεπικοινωνίες, την παρατήρηση της Γης και την άμυνα.
Ο Aschbacher έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να θέσει το ζήτημα ενώπιον των κρατών-μελών της ESA, με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι ευρωπαϊκοί δορυφόροι θα μπορούν να εκτοξεύονται με ευρωπαϊκούς πυραύλους.
Το ζητούμενο πλέον είναι να καλυφθεί το κενό πριν αυτό μετατραπεί σε πραγματικό περιορισμό για τα ευρωπαϊκά διαστημικά προγράμματα.
Ο επικεφαλής της ESA εμφανίζεται πάντως πεπεισμένος ότι η Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει την προβλεπόμενη έλλειψη.
Ο χρονικός ορίζοντας που έχει θέσει η Υπηρεσία φτάνει έως το 2035. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα, σύμφωνα με τον Aschbacher, θα καθορίσουν τις επενδύσεις και τις δυνατότητες της Ευρώπης για την επόμενη δεκαετία.
Το στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσους δορυφόρους θα καταφέρει η Ευρώπη να κατασκευάσει. Είναι εάν θα διαθέτει και τους πυραύλους για να τους στείλει στο Διάστημα. Και σε έναν νέο διαστημικό ανταγωνισμό όπου η SpaceX πραγματοποιεί ήδη εκατοντάδες εκτοξεύσεις, ενώ η Ευρώπη μετρά τις δικές της σε μονοψήφιο αριθμό, η απόσταση δεν είναι ακριβώς αμελητέα