Του Άριστου Αριστοτέλους*
Η πρόσφατη δήλωση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο, σχετικά με τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το SAFE (Security Action for Europe) ήτοι το μηχανισμό παραχώρησης αμυντικών δανείων, προκάλεσε εύλογο ενδιαφέρον. Παρότι ο Υπουργός εξέφρασε κατηγορηματικά τη θέση ότι η Άγκυρα δεν θα πρέπει να έχει καμία πρόσβαση στο πρόγραμμα, η ίδια του η τοποθέτηση περιέχει ένα σημαντικό παράδοξο: η αναφορά του στην «περίεργη γλώσσα της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών» και στην πολυπλοκότητα του κανονισμού SAFE, μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση προετοιμασία του εδάφους για πιθανή αποτυχία της Αθήνας και της Λευκωσίας να επιτύχουν τον επιθυμητό αποκλεισμό.
Αν, όπως υποστηρίζει ο κ. Δένδιας, ο κανονισμός είναι τόσο περίπλοκος ώστε να επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών, τότε η έκβαση θα εξαρτηθεί από το πώς θα επιλέξει να τον εφαρμόσει κάθε κράτος–μέλος ανάλογα με τα συμφέροντά του. Αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: γιατί οι ελληνικές και κυπριακές αρχές δεν εντόπισαν εγκαίρως αυτές τις αδυναμίες κατά το στάδιο διαμόρφωσης του κανονισμού; Εάν είχαν διαπιστωθεί έγκαιρα, θα μπορούσαν να έχουν προταθεί διορθώσεις ή ερμηνευτικές ρήτρες πριν την έγκρισή του, αντί να αναγνωρίζεται το πρόβλημα εκ των υστέρων.
Το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας μέσω ευρωπαϊκών ή μεικτών εταιρικών σχημάτων δεν είναι απίθανο· αντίθετα, βάσει κάποιων προνοιών είναι εφικτός. Εξάλλου, η Άγκυρα έχει αποδείξει ότι διαθέτει σημαντική διπλωματική ευελιξία και ικανότητα να αξιοποιεί τις θεσμικές ασάφειες της ΕΕ προς όφελός της, ιδιαίτερα όταν υποστηρίζεται και από χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία. Άλλωστε, σε πρακτικό επίπεδο, ο πλήρης αποκλεισμός οποιασδήποτε τουρκικής συμμετοχής είναι εξαιρετικά δυσχερής, δεδομένης της πολυπλοκότητας των ευρωπαϊκών εταιρικών σχημάτων και των διασυνδέσεων κεφαλαίων — στοιχείο που οι δύο κυβερνήσεις όφειλαν ασφαλώς να έχουν συνεκτιμήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση γραφειοκρατικών δυσκολιών ενδέχεται να λειτουργήσει ως βολική εξήγηση σε περίπτωση που ο αποκλεισμός δεν επιτευχθεί πλήρως.
Για να περιοριστεί η οποιαδήποτε αβεβαιότητα, Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να κινηθούν συντονισμένα σε τρία επίπεδα. Πρώτον, να ζητήσουν άμεσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επίσημες και δεσμευτικές διευκρινίσεις για την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού SAFE. Δεύτερον, να επιδιώξουν τη συγκρότηση ομάδας κρατών–μελών με κοινά συμφέροντα για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, ώστε να αυξηθεί η πολιτική πίεση για αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων. Και τρίτον, να καθιερώσουν μηχανισμό παρακολούθησης εταιρικών σχημάτων που ενδέχεται να επιχειρήσουν να παρακάμψουν τους περιορισμούς.
Η αποτελεσματικότητα της ελληνικής και κυπριακής διπλωματίας δεν θα κριθεί μόνο από τις δημόσιες διαβεβαιώσεις, αλλά από την ικανότητά τους να μετατρέψουν τις πολιτικές δηλώσεις σε θεσμικά αποτελέσματα. Αν οι δηλώσεις του κ. Δένδια εκφράζουν πραγματική αποφασιστικότητα, χρειάζεται τώρα να συνοδευτούν από πράξεις — διότι διαφορετικά, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών θα λειτουργήσει όχι ως εμπόδιο, αλλά ως άλλοθι.
Επικεφαλής Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών*




