Την εγκυρότητα της Οδηγίας για τους κατώτατους μισθούς στην ΕΕ επιβεβαίωσε χθες 11 Νοεμβρίου 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ταυτόχρονα ακύρωσε δύο κρίσιμες διατάξεις της, οι οποίες αφορούν τον τρόπο καθορισμού και αναπροσαρμογής των μισθών από τα κράτη μέλη.
Η απόφαση αυτή κλείνει μια μακρά νομική διαδικασία που ξεκίνησε μετά την έκδοση της Οδηγίας το 2022, η οποία αποσκοπούσε στην ενίσχυση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης στην ΕΕ, διασφαλίζοντας την επάρκεια των κατώτατων μισθών σε χώρες που διαθέτουν τέτοιους μισθούς.
Η Οδηγία, που προωθήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, απαιτούσε από τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν κριτήρια για τον καθορισμό και την επικαιροποίηση των κατώτατων μισθών, ενώ ενίσχυε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για την καθορισμένη αμοιβή. Ωστόσο, η Δανία, με την υποστήριξη της Σουηδίας, προσέφυγε στο Δικαστήριο αμφισβητώντας την αρμοδιότητα της ΕΕ να παρέμβει σε τόσο σημαντικά εθνικά θέματα.
Τι κρίθηκε από το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Οδηγία δεν παραβιάζει τις αρμοδιότητες της Ένωσης, αλλά ακύρωσε τις διατάξεις που υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό των κατώτατων μισθών και εκείνη που απαγορεύει τη μείωση τους σε περίπτωση αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Η απόφαση επισημαίνει ότι αυτές οι διατάξεις συνιστούν άμεση παρέμβαση στον εθνικό καθορισμό των αμοιβών και υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες της ΕΕ.
Αντιθέτως, η διάταξη που προωθεί τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθών κρίθηκε συμβατή με τις αρμοδιότητες της ΕΕ, καθώς δεν απαιτεί την υποχρεωτική συμμετοχή εργαζομένων σε συνδικαλιστικές οργανώσεις. Το Δικαστήριο επίσης απέρριψε τον ισχυρισμό της Δανίας ότι η Οδηγία εκδόθηκε με εσφαλμένη νομική βάση, επιβεβαιώνοντας έτσι τη γενική κατεύθυνση της πρωτοβουλίας.
Η αντίδραση της Κομισιόν
Η Κομισιόν χαιρέτισε τη σημερινή απόφαση του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι επιβεβαιώνει τη στέρεη νομική βάση της Οδηγίας και τη σημασία των επαρκών κατώτατων μισθών για την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικονομία. Υπογράμμισε επίσης πως οι επαρκείς μισθοί είναι θεμελιώδεις για την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, τη μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων και την ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας στην ΕΕ. Επιπλέον, συμβάλλουν στην ενίσχυση των κινήτρων για εργασία και στη μείωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων.
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι «κάθε εργαζόμενος στην Ευρώπη πρέπει να μπορεί να κερδίζει τα προς το ζην». Ανέφερε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου αποτελεί ορόσημο για τους Ευρωπαίους, καθώς αφορά την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και την οικονομική ασφάλεια, τονίζοντας ότι η Οδηγία θα εφαρμοστεί με πλήρη σεβασμό στις εθνικές παραδόσεις και την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων.
Η εκτελεστική αντιπρόεδρος για τα κοινωνικά δικαιώματα και τις δεξιότητες, Roxana Mînzatu, σημείωσε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ενισχύει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, βασισμένο σε δίκαιους και επαρκείς μισθούς και ισχυρές συλλογικές διαπραγματεύσεις. «Αυτό είναι καλό νέο για τους εργαζομένους, ιδίως για όσους έχουν χαμηλούς μισθούς», δήλωσε η Mînzatu.




