Η συζήτηση για το μέλλον της Γάζας κυριάρχησε την προηγούμενη εβδομάδα στον διεθνή Τύπο, με το επίκεντρο να μετατοπίζεται από τις πολεμικές επιχειρήσεις στην «επόμενη μέρα». Από τη μία, προτάθηκαν σχέδια για μια ζώνη ασφαλείας ως πρότυπο αναγέννησης χωρίς τη Χαμάς. Από την άλλη, στις στήλες και στα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου αποτυπώθηκε η χαοτική πραγματικότητα μετά την κατάπαυση του πυρός, όπου η μάχη για την εξουσία μεταξύ αντίπαλων φατριών και υποστηριζόμενων από το Ισραήλ πολιτοφυλακών οδηγεί την περιοχή στο χείλος του εμφυλίου.
Την ίδια στιγμή, το μέτωπο της Ουκρανίας παραμένει στο προσκήνιο, με την έκβαση του πολέμου να θεωρείται κρίσιμη για την αποτροπή της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό και τις ΗΠΑ να στοχεύουν στα πετρελαϊκά έσοδα της Ρωσίας. Οι φήμες περί γαλλικής στρατιωτικής εμπλοκής εντείνουν την ανησυχία, ενώ στην Ασία, η ένταση στη Νότια Σινική Θάλασσα τροφοδοτεί την αντιπαράθεση Πεκίνου-Ουάσιγκτον και ωθεί παραδοσιακούς συμμάχους, όπως η Ιαπωνία, σε κριτική επανεξέταση των σχέσεών τους.
Ο δυτικός Τύπος
Στο άρθρο γνώμης «Μια ζώνη ασφαλείας στη Γάζα θα μπορούσε να μετατρέψει την επιβίωση σε αναγέννηση», που δημοσιεύτηκε στην The Washington Post στις 29 Οκτωβρίου, ο John Spencer υποστηρίζει ότι η δημιουργία μιας ασφαλούς ζώνης για τους αμάχους στη Γάζα πρέπει να αποτελέσει το θεμέλιο για την ανοικοδόμηση μιας καλύτερης κοινωνίας και όχι απλώς ένα ανθρωπιστικό καταφύγιο. Η στρατηγική αυτή βασίζεται στο στρατιωτικό δόγμα «εκκαθάριση, διατήρηση, ανοικοδόμηση» (clear, hold, build), το οποίο εφαρμόστηκε επιτυχώς σε πόλεις του Ιράκ όπως η Sadr City και η Ramadi, όπου μετά την εκδίωξη των ανταρτών, οι δυνάμεις εστίασαν στην άμεση αποκατάσταση της ασφάλειας, των βασικών υπηρεσιών και της τοπικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με τον Spencer, μια τέτοια ζώνη στη Γάζα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα απτό παράδειγμα του πώς θα ήταν η ζωή χωρίς τη Χαμάς, με λειτουργικές υποδομές, διαφανή διακυβέρνηση, θέσεις εργασίας και ελευθερίες. Αυτό το «στίγμα» σταθερότητας θα μπορούσε σταδιακά να επεκταθεί, προσφέροντας στους Παλαιστίνιους ένα όραμα για το μέλλον. Παρά τις προκλήσεις, όπως η διαφθορά και η πιθανή δολιοφθορά, ο συγγραφέας καταλήγει ότι ο πραγματικός εχθρός της Χαμάς δεν είναι το Ισραήλ, αλλά η ελπίδα.
Στο άρθρο με τίτλο «”Η Κίνα παρακολουθεί”: Η Φινλανδία προειδοποιεί ότι η ήττα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι το κλειδί για τη σταθερότητα στον Ινδο-Ειρηνικό», που δημοσιεύτηκε στην Guardian στις 28 Οκτωβρίου, ο Tom McIlroy παραθέτει τις απόψεις του Φινλανδού Υπουργού Άμυνας, Antti Häkkänen. Ο Häkkänen υποστηρίζει ότι η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία είναι κρίσιμη για την αποτροπή της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό, καθώς το Πεκίνο παρακολουθεί στενά εάν η Δύση έχει την αποφασιστικότητα και την αντοχή να αντισταθεί σε αυταρχικές επιθετικές ενέργειες. Ο Υπουργός τονίζει πως η αδυναμία της Δύσης θα ενθαρρύνει την Κίνα και προτείνει μια στρατηγική τριών πυλώνων για την Ουκρανία: αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ισχυρότερη στρατιωτική βοήθεια και χρήση όπλων μεγάλου βεληνεκούς για την καταστροφή της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας. Επισημαίνει επίσης ότι η Κίνα ήδη βοηθά τη Ρωσία με στρατιωτικά εξαρτήματα και οικονομική στήριξη. Επιπλέον, ο Häkkänen εξήρε τον ρόλο της Αυστραλίας ως σημαντικού μη-ΝΑΤΟϊκού εταίρου, δηλώνοντας ότι η υποστήριξή της στέλνει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα και ενισχύει την αμοιβαία ασφάλεια μεταξύ Ευρώπης και Αυστραλίας.
«Μέσα στη Γάζα μετά την κατάπαυση του πυρός: Πολιτοφυλακές υποστηριζόμενες από το Ισραήλ, πόλεμοι φατριών και ο αγώνας της Χαμάς για επιβίωση», ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος του δικτύου FRANCE (ημερομηνία πρόσβασης 30 Οκτωβρίου). Στο δημοσίευμα ο συγγραφέας Ershad Alijani εξετάζει τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στη Λωρίδα της Γάζας μετά την κατάπαυση του πυρός. Η παύση των εχθροπραξιών δεν έφερε ειρήνη, αλλά έναν βίαιο αγώνα για τον έλεγχο της περιοχής μεταξύ της Χαμάς και περίπου επτά αντίπαλων ένοπλων φατριών και φυλών. Η Χαμάς, προσπαθώντας να επιβάλει την εξουσία της, καταφεύγει σε δημόσιες εκτελέσεις και εκφοβισμό, κατηγορώντας τους αντιπάλους της ως «προδότες» που συνεργάζονται με το Ισραήλ. Το άρθρο διακρίνει τις αντίπαλες ομάδες σε δύο κατηγορίες: τις ιστορικές φατρίες (όπως η Doghmush) με μακροχρόνια αντιπαλότητα με τη Χαμάς, και τις νεοσύστατες πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται ανοιχτά από το Ισραήλ με όπλα, χρήματα, ακόμη και άμεση στρατιωτική επέμβαση. Η εν λόγω στρατηγική του Ισραήλ η οποία στοχεύει στη δημιουργία ενός αντίβαρου απέναντι στη Χαμάς, χρησιμοποιεί συχνά ηγέτες με εγκληματικό παρελθόν. Με βάση όλα τα παραπάνω, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά ασταθής, με ορατό τον κίνδυνο ενός εμφυλίου πολέμου.
Στο δημοσίευμα με τίτλο «Στρατεύματα, βοήθεια, επιρροή; Ο ρόλος της Τουρκίας στη Γάζα», που δημοσιεύτηκε στο Deutsche Welle (DW) (ημερομηνία πρόσβασης 30 Οκτωβρίου), η συγγραφέας Elmas Topcu αναλύει τον αναβαθμισμένο ρόλο της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, κυρίως λόγω της πρωτοβουλίας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Ισραήλ, το οποίο θεωρεί τον πρόεδρο Ερντογάν προσκείμενο στη Χαμάς, η αμερικανική κυβέρνηση πιστεύει ότι η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο. Το άρθρο τονίζει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας: ως μέλος του ΝΑΤΟ, έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τόσο τη Χαμάς όσο και το Ισραήλ, και διαθέτει σημαντική εμπειρία στην ανθρωπιστική βοήθεια και την ανοικοδόμηση μέσω οργανισμών όπως η AFAD. Για τον Ερντογάν, η εμπλοκή αυτή ενισχύει το γεωπολιτικό του κύρος και απευθύνεται στην εγχώρια φιλοπαλαιστινιακή και εθνικιστική του βάση, ειδικά με την προοπτική αποστολής στρατευμάτων ή ανάληψης έργων ανοικοδόμησης. Ωστόσο, το κείμενο καταλήγει ότι, λόγω των πολυάριθμων κινδύνων, η Άγκυρα πιθανότατα θα εστιάσει κυρίως στην ανθρωπιστική και υλικοτεχνική υποστήριξη, αποφεύγοντας τις πιο ριψοκίνδυνες πολιτικές και στρατιωτικές πτυχές.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Το άρθρο με τίτλο «Όταν η Guardian αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο του Ισραήλ», που δημοσιεύτηκε στο Al Quds (ημερομηνία πρόσβασης 30 Οκτωβρίου) θέτει υπό το μικροσκόπιο του τις μαρτυρίες για τη συστηματική κακομεταχείριση Παλαιστινίων κρατουμένων στις ισραηλινές φυλακές. Η βρετανική εφημερίδα Guardian δημοσίευσε πρόσφατα, μαρτυρίες πρώην κρατουμένων, όπως του Νασίμ Αλ-Ραντέ και του Μοχάμεντ Αλ-Ασαλία, που περιγράφουν τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στις φυλακές του Ισραήλ με βασανιστήρια, ψυχολογική βία, ασιτία, εξευτελισμό και πλήρη απουσία ιατρικής φροντίδας. Η καθημερινότητα στις φυλακές σκιαγραφείται ως ένα «εργαστήριο πόνου» όπου η επιβίωση αποτελεί κυριολεκτικά μια μάχη. Ο Αλ-Ραντέ, ο οποίος όταν αποφυλακίστηκε ήταν τυφλός από το ένα μάτι, έχασε και την οικογένειά του σε ισραηλινό βομβαρδισμό. Η εμπειρία του συμβολίζει την παράταση του μαρτυρίου ακόμη και μετά την απελευθέρωση. Η έρευνα τεκμηριώνει ότι αυτές οι πρακτικές αποτελούν θεσμοθετημένη πολιτική, κατοχυρωμένη από την τροποποίηση του «Νόμου περί Παράνομων Μαχητών» του 2023, η οποία επιτρέπει την επ’ αόριστον κράτηση χωρίς την απαγγελία κατηγορίας. Το κείμενο αναφέρεται στην ευθύνη κυβερνητικών στελεχών, όπως του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, που υπερηφανεύονται για την εφαρμογή πολιτικών πείνας και ταπείνωσης, παρουσιάζοντας ένα κράτος όπου ο νόμος λειτουργεί ως εργαλείο βασανισμού και εξαφάνισης.
Το άρθρο με τίτλο «Αφήστε το αίτημα για παλαιστινιακό κράτος», που δημοσιεύτηκε στην Israel Hayom στις 27 Οκτωβρίου και υπογράφεται από τον Jason Shvili, παρουσιάζει μια ανάλυση υπέρ της εγκατάλειψης του αιτήματος για παλαιστινιακή κρατική υπόσταση από τα αραβικά κράτη. Ο Shvili υποστηρίζει ότι οι Παλαιστίνιοι είχαν επανειλημμένα ευκαιρίες για να αποκτήσουν κράτος —από την Επιτροπή Peel το 1937 μέχρι το «Σχέδιο του Αιώνα» το 2020— αλλά τις απέρριψαν όλες, επειδή ο πραγματικός τους στόχος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν ήταν η ειρηνική συνύπαρξη, αλλά η καταστροφή του Ισραήλ. Θεωρεί ότι οι αραβικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν το παλαιστινιακό ζήτημα ως μοχλό πίεσης προς το Ισραήλ, επιδιώκοντας το υποτιθέμενο «δικαίωμα επιστροφής» που θα διέλυε τη δημογραφική ταυτότητα του εβραϊκού κράτους. Επικρίνει τους Παλαιστίνιους για πολιτικές επιλογές που, όπως σημειώνει, έφεραν δεινά στους ίδιους και στους «αδελφούς» τους, Άραβές— από το πραξικόπημα στην Ιορδανία το 1970 μέχρι τη στήριξη του Σαντάμ Χουσεΐν το 1991. Ο Shvili επικρίνει επίσης την αραβική υποκρισία, υποστηρίζοντας ότι οι Άραβες διατηρούν τους Παλαιστινίους πρόσφυγες σε μια κατάσταση στέρησης δικαιωμάτων, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζουν να τους χρησιμοποιούν για πολιτικό όφελος. Καταλήγει ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή θα προκύψει μόνο όταν οι Άραβες εγκαταλείψουν τη χρήση του παλαιστινιακού ζητήματος ως όπλο κατά του Ισραήλ.
Ο Τύπος της Ασίας
Στο άρθρο-στήλη «VOX POPULI: Η διπλωματία με τον ‘μεγαλύτερο νταή του κόσμου’ δεν πρέπει να περιλαμβάνει κολακείες», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Asahi Shimbun στις 28 Οκτωβρίου, ασκείται έντονη κριτική στην ανισόρροπη και υποτακτική διπλωματική σχέση της Ιαπωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κείμενο παραλληλίζει την τρέχουσα επίσκεψη του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με εκείνη του Προέδρου Τζέραλντ Φορντ το 1974. Τότε, η ιαπωνική κυβέρνηση απέφυγε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της πιθανής παρουσίας αμερικανικών πυρηνικών όπλων σε ιαπωνικό έδαφος, από φόβο μην δυσαρεστήσει τον ισχυρό της σύμμαχό. Σύμφωνα με την γιαπωνέζικη εφημερίδα, αυτή η στάση, όπου η Ιαπωνία προσπαθεί απεγνωσμένα να μην προσβάλει τον Αμερικανό πρόεδρο, συνεχίζεται αμετάβλητη μέχρι σήμερα. Το άρθρο χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ ως τον «μεγαλύτερο νταή στον κόσμο», μια υπερδύναμη που γίνεται ολοένα και πιο εσωστρεφής. Κατά συνέπεια, καλεί την Πρωθυπουργό της Ιαπωνίας, Sanae Takaichi να εγκαταλείψει την κολακευτική προσέγγιση και να ασκήσει μια αξιοπρεπή διπλωματία, επανεξετάζοντας τα οφέλη και τις απώλειες αυτής της σχέσης για την Ιαπωνία.
Στο άρθρο «Διπλή συντριβή, ένα κάλεσμα αφύπνισης για τις ΗΠΑ να επανεξετάσουν την πολιτική τους στη Νότια Σινική Θάλασσα», που δημοσιεύτηκε στην China Daily στις 28 Οκτωβρίου, ο συγγραφέας Li Yang υποστηρίζει ότι η πρόσφατη συντριβή δύο αμερικανικών στρατιωτικών αεροσκαφών θα πρέπει να λειτουργήσει ως σοβαρή προειδοποίηση για τις ΗΠΑ να αναθεωρήσουν την επιθετική στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Το κείμενο, υιοθετώντας την επίσημη θέση του Πεκίνου, αποδίδει αυτά τα περιστατικά στις «προκλητικές» αμερικανικές επιχειρήσεις «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», οι οποίες, κατά τον αρθρογράφο, αποτελούν τη βασική αιτία της έντασης και υπονομεύουν την περιφερειακή σταθερότητα σε μια κατά τα άλλα ήρεμη θάλασσα. Ο Li Yang απευθύνει επίσης μια προειδοποίηση προς τους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως οι Φιλιππίνες, τονίζοντας ότι η εξάρτηση από μια εξωτερική στρατιωτική δύναμη τους μετατρέπει σε «πιόνια» στα γεωπολιτικά παιχνίδια της Ουάσιγκτον και δεν εξυπηρετεί την ανάπτυξή τους. Σε αντίθεση, προβάλλεται η προσέγγιση της Κίνας για μια θάλασσα ειρήνης και συνεργασίας, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τις χώρες του ASEAN για έναν Κώδικα Δεοντολογίας. Το άρθρο καταλήγει καλώντας τις ΗΠΑ να σεβαστούν τις χώρες της περιοχής και να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τη Νότια Σινική Θάλασσα ως «στρατιωτική παιδική χαρά».
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Το δημοσίευμα με τίτλο «Το Γαλλικό Γενικό Επιτελείο προετοιμάζεται να στείλει 2.000 στρατιώτες στην Ουκρανία – Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών», που δημοσιεύτηκε στο Sputnik International στις 28 Οκτωβρίου, παρουσιάζει ισχυρισμούς της ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών (SVR) σχετικά με σχεδιαζόμενη αποστολή γαλλικού στρατιωτικού σώματος στην Ουκρανία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει δώσει εντολή στο Γενικό Επιτελείο να προετοιμάσει αποστολή περίπου 2.000 στρατιωτών και αξιωματικών, με βασικό κορμό τα τάγματα κρούσης της Λεγεώνας των Ξένων, που αποτελούνται κυρίως από στρατιώτες λατινοαμερικανικής καταγωγής. Οι μονάδες αυτές φέρονται να βρίσκονται ήδη στην Πολωνία, όπου πραγματοποιούν εντατική εκπαίδευση και προετοιμάζονται για άμεση ανάπτυξη στην κεντρική Ουκρανία. Η SVR υποστηρίζει ότι ο Μακρόν επιδιώκει να αφήσει ιστορικό αποτύπωμα ως στρατιωτικός ηγέτης, σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής και οικονομικής πίεσης στη Γαλλία. Το Γαλλικό Υπουργείο Άμυνας, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σχεδιάζει, εάν διαρρεύσουν οι εν λόγω πληροφορίες, να παρουσιάσει την επιχείρηση ως αποστολή περιορισμένου αριθμού εκπαιδευτών.
Η ανάλυση με τίτλο «Ο Τραμπ στοχεύει στη σωσίβια γραμμή πετρελαίου του Πούτιν — Η Κίνα και η Ινδία κρατούν το κλειδί», που δημοσιεύτηκε στο Kyiv Independent στις 29 Οκτωβρίου από τον Tim Zadorozhnyy, αναλύει τις νέες αμερικανικές κυρώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας και τις πιθανές συνέπειες για την Κίνα και την Ινδία, τους δύο βασικούς αγοραστές ρωσικού πετρελαίου. Οι εταιρείες Rosneft και Lukoil τέθηκαν στο στόχαστρο με δέσμευση αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων και πιθανότητα δευτερογενών κυρώσεων για ξένους φορείς που συναλλάσσονται μαζί τους. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι νέες κυρώσεις ενδέχεται να αποδειχθούν αποτελεσματικές, καθώς ήδη ινδικά και κινεζικά διυλιστήρια φέρονται να περιορίζουν ή να παγώνουν τις αγορές τους από ρωσικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Κίνα εμφανίζεται διστακτική να διακόψει τις εισαγωγές, ενώ η Ινδία ενδέχεται να στραφεί σε εναλλακτικούς προμηθευτές. Οι αναλυτές σημειώνουν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να εφαρμόσει αυστηρά τις δευτερογενείς κυρώσεις και να προσφέρει ενεργειακές εναλλακτικές στις δύο ασιατικές χώρες ώστε να επιτευχθεί ένα διαρκές αποτέλεσμα. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση του πλαφόν τιμών στο ρωσικό πετρέλαιο και οι αυστηρότεροι έλεγχοι στα δεξαμενόπλοια, ώστε να περιοριστούν οι παρακάμψεις μέσω της λεγόμενης «σκιώδους ναυτιλίας» και να αποκοπεί μια από τις κύριες πηγές χρηματοδότησης του πολέμου της Ρωσίας.




