Της Ανδρούλας Γκιούρωφ

Η Ρωσία έχει όλα τα δίκαια με το μέρος της να μην εμπιστεύεται τη Δύση. Όχι μόνο δεν προσπάθησαν να την ταπεινώσουν το 1994 με την αθέτηση των υποσχέσεων για την μη επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, αλλά και με τις συμφωνίες του Μινσκ που την παγίδευσαν προκειμένου να έχουν χρόνο να εξοπλίσουν την Ουκρανία. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, η διαιρεμένη Γερμανία και οι τέσσερις δυνάμεις που την είχαν καταλάβει κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συζήτησαν εάν η χώρα έπρεπε να επανενωθεί. Η συνθήκη που υπέγραψαν το 1990 (Συνθήκη για την Τελική Ρύθμιση όσον αφορά τη Γερμανία, γνωστή και ως “Συνθήκη Δύο συν Τέσσερις”) επέκτεινε το ΝΑΤΟ στην Ανατολική Γερμανία, η οποία είχε αποδοθεί στη Σοβιετική Ένωση, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για να κατευνάσει τους Σοβιετικούς, παραχώρησε επίσης στην περιοχή ένα «ειδικό στρατιωτικό καθεστώς» που απέκλειε τη στάθμευση ξένων δυνάμεων του ΝΑΤΟ εκεί.
Η Συνθήκη για την τελική κατάσταση της Γερμανίας υπογράφηκε στη Μόσχα στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 και προετοίμασε το έδαφος για την επανένωση της Γερμανίας στις 3 Οκτωβρίου 1990.
Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης, οι τέσσερις Συμμαχικές Δυνάμεις παραιτήθηκαν από όλα τα δικαιώματα που ήδη κατείχαν στη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την πόλη του Βερολίνου. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η ενωμένη πλέον Γερμανία να γίνει πλήρως κυρίαρχο κράτος στις 15 Μαρτίου 1991. Όλα τα σοβιετικά στρατεύματα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Γερμανία μέχρι τα τέλη του 1994. Η Γερμανία συμφώνησε να περιορίσει τις συνολικές ένοπλες δυνάμεις της σε όχι περισσότερους από 370.000 ανθρώπους, από τους οποίους οι 345.000 θα έπρεπε να είναι στον στρατό και την πολεμική αεροπορία (Luftwaffe).
Ένας άλλος από τους πιο σημαντικούς όρους της συνθήκης είναι η επιβεβαίωση από τη Γερμανία της αναγνώρισης των συνόρων με την Πολωνία και άλλων εδαφικών αλλαγών που είχε η Γερμανία μετά το 1945, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν μελλοντικά ζητήματα στα ανατολικά της γραμμής Όντερ – Νάισσε. Επίσης η Γερμανία υπέγραψε στις 14 Νοεμβρίου 1990 με την Πολωνία μια ξεχωριστή συνθήκη επιβεβαίωσης των μεταξύ τους συνόρων. Αν και η συνθήκη υπογράφηκε και από το δυτικό και το ανατολικό γερμανικό κράτος, ως ξεχωριστές οντότητες, επικυρώθηκε και από την ενωμένη Γερμανία (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας – ΟΔΓ) για τους όρους της συνθήκης.
Ψεύτες και υποκριτές
Η συνθήκη «δύο συν τέσσερις» είχε τη θέση μιας ειρηνευτικής συνθήκης, αλλά δεν ονομάστηκε συνθήκη ειρήνης. Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι προς το συμφέρον των γερμανών για “οικονομικούς λόγους”, δήλωσε τότε ο γερμανός αξιωματούχος Φρίντριχ Βος (Friedrich Voss). Ο λόγος ήταν το ανοιχτό ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων για τις καταστροφές που προξένησαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας. Σήμερα το Βερολίνο υποστηρίζει ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να είχαν υποβάλει τα αιτήματά τους το 1990.
34 χρόνια μετά,την ειρηνική επανένωση και την προσέγγιση Κολ Γκορμπατσόφ οι σχέσεις Γερμανίας και Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ .
Οι ΗΠΑ και γενικά η Δύση όχι μόνο δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις για την μη επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς αλλά έφτασαν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας και ο πόλεμος δια αντιπροσώπων του ΝΑΤΟ μαίνεται σε ουκρανικό έδαφος με την Ρωσία να κερδίζει συνεχώς εδάφη .
Η στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας στην Ουκρανία, έφερε εκ νέου στην επιφάνεια τον τρόπο που η Δύση αθέτησε τις υποσχέσεις της στο θέμα της μη επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά.
Σήμερα, Ρώσοι αξιωματούχοι, με πρωτοστάτη τον Βλαντιμίρ Πούτιν, υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν υπαναχωρήσει από τη δέσμευση που είχαν παράσχει στον τελευταίο ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ότι το ΝΑΤΟ δε θα επεκταθεί προς τα ανατολικά.
Πριν από τη γερμανική επανένωση το 1990 η Γερμανία επιβεβαίωσε την παραίτησή της για την κατασκευή, την κατοχή και τον έλεγχο πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων. Εκτός από την απαγόρευση μιας ξένης στρατιωτικής παρουσίας στην πρώην ανατολική Γερμανία, η Συνθήκη απαγόρευσε επίσης πυρηνικά όπλα ή φορείς πυρηνικών όπλων να τοποθετηθούν στην περιοχή, καθιστώντας τη μια μόνιμη ζώνη χωρίς πυρηνικά όπλα. Επιτράπηκε στον Γερμανικό Στρατό να κατέχει συμβατικά συστήματα όπλων με μη συμβατικές δυνατότητες, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν εξοπλισμένα για καθαρά συμβατικό ρόλο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, παρέχουν περίπου 60 τακτικές πυρηνικές βόμβες B61 για χρήση από τη Γερμανία στο πλαίσιο συμφωνίας κοινής χρήσης πυρηνικών όπλων του ΝΑΤΟ. Οι βόμβες αποθηκεύονται στην αεροπορική βάση TaktLwG 33, που βρίσκεται στη δυτική Γερμανία. Σε περίπτωση πολέμου, οι πυρηνικές βόμβες θα φορτώνονταν σε αεροσκάφη Panavia Tornado, της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe).
Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, καθώς το ΝΑΤΟ ετοιμαζόταν να αυξήσει τα μέλη του για πρώτη φορά μετά την ένταξη της Ισπανίας το 1982, Ρώσοι αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι η είσοδος χωρών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας στο ΝΑΤΟ θα παραβίαζε μια επίσημη «δέσμευση» που δόθηκε από τις κυβερνήσεις της Δυτικής Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών το 1990 να μην εντάξουν κανένα πρώην σοσιαλιστικό κράτος στη συμμαχία.
Για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις της Ρωσίας περί μη τήρησης των συμφωνηθέντων στο θέμα της επέκτασης του NATO προς ανατολάς, είναι αναγκαίο να αναφερθούμε στις διαβεβαιώσεις του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ, στον πρώην σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στις 9 Φεβρουαρίου 1990. Σε μια συζήτηση για το καθεστώς μιας ενιαίας Γερμανίας, οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι το ΝΑΤΟ δε θα επεκταθεί πέρα από το έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας, μια υπόσχεση που επανέλαβε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ σε ομιλία του στις 17 Μαΐου του ίδιου έτους στις Βρυξέλλες.
Σήμερα ωστόσο οι Δυτικοί αμφισβητούν τις διαβεβαιώσεις τους.
Άλλη μια επιβεβαίωση των θέσεων της Μόσχας αφορούν στις δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων από δυτικούς ηγέτες, ιδιαίτερα τον Τζέιμς Μπέικερ και τον Γερμανό Υπουργό Εξωτερικών και Αντικαγκελάριο Χανς Ντίτριχ Γκένσερ. Ο Γκένσερ, ήταν αυτός που στις 31 Ιανουαρίου 1990, πρότεινε στο ΝΑΤΟ να υιοθετήσει μια τοποθέτηση που θα έλεγε: “Οτιδήποτε συμβεί στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, δε θα υπάρξει επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, και πιο κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης”. Ο Μπέικερ και ο Γκένσερ, παρουσίασαν αυτή τη θέση στη Μόσχα, προσφέροντας αμφότεροι διαβεβαιώσεις πως το ΝΑΤΟ δε θα επεκταθεί. Τόσο ο Γκένσερ, όσο και ο Μπέικερ, προσπάθησαν μεταγενέστερα να αρνηθούν αυτή την “υπόσχεση” προς το Κρεμλίνο, με τη δικαιολογία ότι ήταν μια προσπάθεια βολιδοσκόπησης των ρωσικών αντιδράσεων και αφορούσε αποκλειστικά το θέμα της Ανατολικής Γερμανίας.
«Το ΝΑΤΟ δε θα μετακινηθεί ούτε μια ίντσα πιο ανατολικά»
Η πιο σημαντική και χαρακτηριστική δήλωση, έγινε κατά τη διάρκεια της συνάντησης στις 9 Φεβρουαρίου 1990 μεταξύ Μπέικερ και Γκορμπατσόφ, όπου παρόν ήταν και ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών, Έντουαρντ Σεβαρνταντζε. Αφού εξήγησε γιατί οι ΗΠΑ ήθελαν η ενιαία Γερμανία να είναι στο ΝΑΤΟ, ο Μπέικερ είπε στον Γκορμπατσόφ ότι «αν διατηρήσουμε παρουσία σε μια Γερμανία που είναι μέρος του ΝΑΤΟ, δε θα υπήρχε επέκταση της δικαιοδοσίας των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, ούτε μια ίντσα στα ανατολικά».
«Έθεσα την ακόλουθη ερώτηση στον (Γκορμπατσόφ)», είπε ο Μπέικερ σε επιστολή του προς τον Γερμανό Καγκελάριο Χέλμουτ Κολ. «Θα προτιμούσατε να δείτε μια ενωμένη Γερμανία εκτός ΝΑΤΟ, ανεξάρτητη και χωρίς δυνάμεις των ΗΠΑ, ή θα προτιμούσατε μια ενωμένη Γερμανία να είναι συνδεδεμένη με το ΝΑΤΟ, με διαβεβαιώσεις ότι η δικαιοδοσία του ΝΑΤΟ δε θα μετατοπιστεί μια ίντσα προς τα ανατολικά από τη σημερινή της θέση;»
Αυτά τα σχόλια, μαζί με παρόμοιες παρατηρήσεις από τους Ευρωπαίους συμμάχους του Μπέικερ, όπως ο Γκένσερ και ο Χέλμουτ Κολ, ήταν μέρος αυτού που οι ερευνητές στο Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον αποκαλούσαν «καταιγισμό διαβεβαιώσεων» που προσφέρθηκε στους Σοβιετικούς. Ο Γκένσερ θα δηλώσει σε μεταγενέστερο χρόνο: “Αυτό (σ.σ.: η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς) δεν ήταν ποτέ το θέμα των διαπραγματεύσεων και σίγουρα δεν αποτελεί αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης.”
Ο Μπέικερ αρνήθηκε ότι η συζήτηση αφορούσε την επέκταση του ΝΑΤΟ σε άλλες χώρες. Είπε πως οι συζητήσεις αφορούσαν αποκλειστικά το θέμα της Γερμανίας και ειδικά της Ανατολικής Γερμανίας, και όχι άλλων χωρών, που εκείνη την εποχή, ήταν ακόμη μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ο ισχυρισμός ωστόσο, έχει αντικρουστεί, ακόμη και από Αμερικανούς αξιωματούχους, όπως ο Τζακ Μάτλοκ, που εκείνη της εποχή, υπηρετούσε ως πρέσβης στη Ρωσία, ο οποίος έκανε λόγο για “κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις” πως η Συμμαχία δε θα επεκτεινόταν προς τα ανατολικά.
Τον Απρίλιο του 2009, μιλώντας στην Bild, ο Γκορμπατσόφ εξέφρασε την οργή του για την επέκταση του ΝΑΤΟ, κάνοντας λόγο για αθέτηση υποσχέσεων. Το 2014 όμως, είπε πως το ζήτημα της επέκτασης του ΝΑΤΟ δεν τέθηκε ποτέ. «Το λέω με πλήρη ευθύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά. Κατόπιν, πρόσθεσε ότι η τελική επέκταση ήταν «παραβίαση του πνεύματος των δηλώσεων και των διαβεβαιώσεων που μας έγιναν το 1990». Πρόσθεσε επίσης πως όταν το θέμα επανήλθε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, «Η Ρωσία στην αρχή δεν είχε αντίρρηση».
Πιο αναλυτικά, τον Οκτώβριο του 2014, λίγο μετά τα γεγονότα της Κριμαίας, ο Γκορμπατσόφ έδωσε συνέντευξη στο Russia Beyond, όπου ερωτήθηκε επί του θέματος:
«Ένα από τα βασικά ζητήματα που έχει προκύψει σε σχέση με τα γεγονότα στην Ουκρανία είναι η επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά. Έχετε την αίσθηση ότι οι δυτικοί εταίροι σας είπαν ψέματα όταν ανέπτυξαν τα μελλοντικά τους σχέδια στην Ανατολική Ευρώπη; Γιατί δεν επιμείνατε ότι οι υποσχέσεις που σας δόθηκαν –ιδιαίτερα η υπόσχεση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ ότι το ΝΑΤΟ δε θα επεκταθεί στην Ανατολή– να είναι νομικά κωδικοποιημένες; Θα αναφέρω τον Μπέικερ [που είπε]: «Το ΝΑΤΟ δε θα μετακινηθεί ούτε μια ίντσα πιο ανατολικά».
Απάντηση:
«Το θέμα της «επέκτασης του ΝΑΤΟ» δε συζητήθηκε καθόλου και δεν τέθηκε εκείνα τα χρόνια. Το λέω με πλήρη ευθύνη. Καμία μεμονωμένη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης δεν έθεσε το θέμα, ούτε καν μετά το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, που έπαψε να υπάρχει το 1991. Ούτε οι δυτικοί ηγέτες το έθιξαν. Συζητήθηκε ένα άλλο θέμα που θίξαμε: να διασφαλίσουμε ότι οι στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ δε θα προχωρήσουν και ότι επιπλέον ένοπλες δυνάμεις από τη συμμαχία δε θα αναπτυχθούν στο έδαφος της τότε ΛΔΓ μετά την επανένωση της Γερμανίας. Η δήλωση του Μπέικερ, που αναφέρεται στην ερώτησή σας, έγινε σε αυτό το πλαίσιο. Ο Κολ και ο Γκένσερ μίλησαν για αυτό. Ό,τι μπορούσε και έπρεπε να γίνει για να εδραιωθεί αυτή η πολιτική υποχρέωση έγινε. Και πληρείται. Η συμφωνία για μια τελική διευθέτηση με τη Γερμανία έλεγε ότι δε θα δημιουργηθούν νέες στρατιωτικές δομές στο ανατολικό τμήμα της χώρας, δε θα αναπτυχθούν επιπλέον στρατεύματα, δε θα τοποθετούνταν εκεί όπλα μαζικής καταστροφής. Έχει τηρηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Μην παρουσιάζετε, λοιπόν, τον Γκορμπατσόφ και τις τότε σοβιετικές αρχές ως αφελείς ανθρώπους που τυλίχτηκαν γύρω από το δάχτυλο της Δύσης. Αν υπήρχε αφέλεια, ήταν αργότερα, όταν προέκυψε το θέμα. Η Ρωσία αρχικά δεν είχε αντίρρηση. Η απόφαση για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να επεκτείνουν το ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά πάρθηκε αποφασιστικά το 1993. Το χαρακτήρισα μεγάλο λάθος από την αρχή. Ήταν σίγουρα παραβίαση του πνεύματος των δηλώσεων και των διαβεβαιώσεων που μας έγιναν το 1990. Όσον αφορά τη Γερμανία [οι διαβεβαιώσεις], κατοχυρώθηκαν νομικά και τηρούνται.»
Έκτοτε το ΝΑΤΟ και η Δύση οργάνωναν πραξικοπήματα πορτοκαλή επαναστάσεις και πολιτικές ανατροπές σε γειτονικές χώρες με τη Ρωσία με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του Euromaidan στο Κίεβο.
Η αναξιοπιστία της Δύσης οδήγησε 34 χρόνια στη διεξαγωγή του πιο αιματηρού πολέμου στην Ευρώπη με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να επιδιώκουν την ήττα της Ρωσίας στο έδαφος της Ουκρανίας.
Μόνο που τώρα δεν έχουν απέναντι τους έναν πειθήνιο Γκορμπατσόφ ή έναν μέθυσο Γέλτσιν αλλά έναν Βλαντιμίρ Πούτιν που υπερασπίζεται με σθένος τα συμφέροντα της Ρωσίας και του λαού της.




