Ολοκληρωτισμός: η θλιβερή ιστορία μιας μη-έννοιας

 

{Μέσα σε μια σχετικά εκπληκτική μιντιακή σιωπή ανοχής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε στις 19 Σεπτεμβρίου 2019 ένα ψήφισμα «αναφορικά με τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης». Αυτό το ψήφισμα συνεχίζει, τρόπον τινά, στους ναούς του Ευρωπαϊστικού μορφώματος (ΕΕ),  μια επιχείρηση που ξεκίνησε εδώ και αρκετό καιρό και η οποία στοχεύει στην εξομοίωση του κομμουνισμού με το ναζισμό!!! Σε ένα σημαντικό άρθρο του το 2006, ο Ιταλός φιλόσοφος και οικονομολόγος Vladimiro Giacché, υπογράμμιζε ήδη όλες τις αδυναμίες που παρουσιάζει αυτή η ανιστόρητη σύγκριση, η οποία καθαγιάστηκε πάνω στο βωμό της έννοιας του «ολοκληρωτισμού». Είναι το άρθρο που ακολουθεί και το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 112 της ιταλικής επιθεώρησης La Contraddizione (Ιανουάριος 2006) και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του ίδιου φιλοσόφου με τίτλο La fabbrica del falso, Strategie della menzogna nella politica contemporanea (DeriveApprodi, 2008/2011), (Η κατασκευή του ψεύδους, Στρατηγική του ψέματος στη σύγχρονη πολιτική). Ο Vladimiro Giacché εξηγεί για ποιο λόγο, ο «ολοκληρωτισμός» είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται ευρέως προκειμένου να ταυτιστούν ναζισμός και κομμουνισμός, συσκοτίζοντας ταυτόχρονα τις αληθινές αιτίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με απώτερο αλλά ευδιάκριτο στόχο όχι μόνο να μηδενιστεί η τεράστια συμβολή της Σοβιετικής Έμωσης στην ήττα του χιτλερικού τέρατος, αλλά και να αναθεωρηθεί ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία, από το 1917 έως και την κατάρρευση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο το 1991 και να διασυρθούν και να εξοβελιστούν τα εργατικά κινήματα και κάθε απόπειρα κοινωνικής και εθνικής απελυθέρωσης παγκοσμίως.

Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα γραφειοκρατικά παραμάγαζά της αποτελούν σήμερα την αιχμή του δόρατος της παγκοσμιοποιητικής λαίλαπας, τις βάσεις εξόρμησης των υπερεθνικών ελίτ  και ανοίγουν το δρόμο στη λεγόμενη παγκόσμια διακυβέρνηση των καπιταλιστικών Corporations (μεγάλων υπερεθνικών εταιρειών), τον μόνο όντως υπαρκτό ολοκληρωτισμό. Το κείμενο του Vladimiro Giacché μεταφράστηκε από τα γαλλικά.}

Α.Ν.

 

 

 Ολοκληρωτισμός: η θλιβερή ιστορία μιας μη-έννοιας (2006)

 

Του VLADIMIRO GIACCHÉ

        

a02988fed8aa9a6b28abdb620f2ca841_400x400Όπως ακριβώς οι πόλεμοι του Μπους, έτσι και το σύγχρονο ιδεολογικό λεξικό εμπνέεται από την πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού. Μια αιματηρή πάλη στην οποία εμπλέκονται οι σύμμαχοί μας «Αγορά»,  «Δημοκρατία» και «Ασφάλεια» από τη μια, και από την άλλη δύο θανάσιμοι εχθροί: «Τρομοκρατία» και «Ολοκληρωτισμός» – συνεργοί οι οποίοι όλο και περισσότερο ταυτίζοναι μεταξύ τους. Όπως είναι λογικό, η γενική βδελυγμία περιβάλλει τα δύο αυτά θλιβερά φαντάσματα. Ιδιαίτερα, ο ποιοτικός χαρακτηρισμός «ολοκληρωτικός» συγκαταλέγεται σίγουρα στις ύβρεις που βρίσκονται, όσο ποτέ άλλοτε, στη μόδα. Ο Καετάνο Βελόσο* κατηγόρησε πρόσφατα τον Βραζιλιάνο υπουργό πολιτισμού Gilberto Gil** για «ολοκληρωτική συμπεριφορά» σε μια αντιπαράθεση γύρω από την κατανομή δημοσίων πόρων. Σύμφωνα με τον Ιταλό πολιτικό αρθρογράφο Βιττόριο Φέλτρι, η (απόλυτα ορθή) απόφαση του ιταλικού Κόμματος για την Κομμουνιστική Επανίδρυση (PRC) να διαγράψει ένα δημοτικό σύμβουλο ο οποίος, εν πρώτοις, υπερασπίστηκε το δικαίωμα του παλαίμαχου Ιταλού ποδοσφαιριστή Πάολο Ντι Κάνιο (Paolo Di Canio) να κάνει το φασιστικό χαιρετισμό, πριν τον μιμηθεί κιόλας, φωτογραφούμενος για μια τοπική εφημερίδα, είναι «τυπική ενός ολοκληρωτικού Κράτους». Και βεβαίως είναι «υποστηρικτής του ολοκληρωτισμού» και όποιος, ασκώντας κριτική στον Μπερλουσκόνι, συλλαμβάνεται να προφέρει τις λέξεις «σύγκρουση συμφερόντων».

Εδώ έχουμε να κάνουμε με χρήσεις του όρου που είναι μεν γελοίες αλλά, με τον τρόπο τους, αποφασιστικής σημασίας. Ακόμη πιο αποφασιστικής σημασίας είναι η χρήση που κάνει του όρου αυτού ο πρώην διευθυντής της CIA Τζέιμς Γούλσεϊ, ο οποίος ισχυριζόταν πρόσφατα ότι «ο ίδιος πόλεμος» φέρνει σε αντιπαράθεση σήμερα τις ΗΠΑ με «τρία ολοκληρωτικά κινήματα, όπως ήταν περίπου η περίπτωση στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Αυτά τα τρία «ολοκληρωτικά κινήματα» αντιπροσωπεύονται δήθεν από τον Μπααθισμό (οι Σουνίτες του Ιράκ και της Συρίας), οι » Σιίτες ισλαμιστές τζιχαντιστές» (που υποστηρίζονται από το Ιράν και συνδέονται με τη Λιβανέζικη Χεσμπολάχ) και τους «ισλαμιστές τζιχαντιστές από σουνιτική μήτρα» (δηλαδή «τις τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Αλ-Κάιντα»)[1] Αυθόρμητα όμως αναδύεται μια σοβαρή αμφιβολία: τί κοινό έχουν τέλος πάντων σήμερα μεταξύ τους, ένας άραβας λαϊκός εθνικιστής, ένας σιίτης φονταμενταλιστής ισλαμιστής, και ένας τρίτος, σουνίτης; Πρακτικά, κανένα απολύτως. Εκτός από ένα πράγμα: το γεγονός ότι αντιτίθενται στις ΗΠΑ. Εν συντομία, όποιος αντιτίθεται στη Δύση και πιο ειδικά στις ΗΠΑ, είναι «υπέρμαχος του ολοκληρωτισμού».

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα το νέο: έτσι έχουν τα πράγματα, εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Η τύχη της έννοιας του «ολοκληρωτισμού» γεννάται πρακτικά αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και εξηγείται από την πολιτική ανάγκη να γίνει προσέγγιση μεταξύ των κομμουνιστικών καθεστώτων, τα οποία συναποτελούσαν τότε τον νέο Εχθρό της Δύσης, και του ναζιστικού καθεστώτος, το οποίο μόλις είχε συντριβεί. Δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε, εκ των υστέρων, την σχετικά επιτυχή έκβαση αυτής της επιχείρησης – η οποία ωστόσο γνώρισε πολλές φάσεις.

Πρώτη φάση: «ναζισμός = σταλινισμός (Χάνα Άρεντ / Hannah Arendt)

Η τύχη αυτής της εξομοίωσης οφείλεται εν πολλοίς στο βιβλίο της Χάνα Άρεντ «Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού» (The Origins of Totalitarianism). Σε τούτο το βιβλίο, του οποίου η πρώτη έκδοση χρονολογείται το 1951, η Άρεντ εξομοιώνει τα «ναζιστικά και σταλινικά συστήματα» ως δύο «παραλλαγές του ίδιου πολιτικού μοντέλου»: ένός μοντέλου που τείνει στην «παγκόσμια κυριαρχία» σε πλανητικό επίπεδο. Τα ουσιαστικά στοιχεία του ολοκληρωτισμού είναι «η ιδεολογία», η οποία νοείται ως ένα απόλυτο κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας (ρατσιστικής στην πρώτη περίπτωση, «ταξιστικής» στη δεύτερη), η «τρομοκρατία» (πραγματική «ουσία της ολοκληρωτικής εξουσίας», η οποία χτυπά όχι μόνο τους αντιπάλους της, αλλά και τους «αθώους») και το «ένα και μοναδικό κόμμα» (όλως παραδόξως η Χ. Άρεντ παραλείπει, αντίθετα, να αναφερθεί στην απόλυτη προσωπική εξουσία ενός αρχηγού).

Το κείμενο της Χ. Άρεντ εμπεριέχει αρκετά αδύνατα σημεία. Είναι μεν εκτενές αλλά μη ισορροπημένο στη δομή του. Η παράθεση στοιχείων είναι πλούσια σε ό,τι αφορά τη ναζιστική Γερμανία, και, αντίστροφα, εξαιρετικά φτωχή για τη Σοβιετική Ένωση. Γεγονός που αποδεικνύει ότι το αρχέτυπο της αρεντιανής έννοιας του «ολοκληρωτισμού» είναι η χιτλερική Γερμανία με την οποία γίνεται προσπάθεια να εξομοιωθεί η ΕΣΣΔ, εγκαθιδρύοντας παραλληλισμούς εν πολλοίς τραβηγμένους από τα μαλλιά., όπως λόγου χάρη το να αποδίδεται στη Ρωσία του Στάλιν η ίδια, με τη χιτλερική Γερμανία, τάση για «παγκόσμια κυριαρχία» – αποσιωπώντας το ιστορικό γεγονός ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της λεγόμενης σταλινικής περιόδου, η Σοβιετική Ένωση υπήρξε θύμα απειλών και επιθέσεων (τελικά με τον επανεξοπλισμό των δυτικών χωρών και τη μονοπώληση εκ μέρους των ΗΠΑ της ατομικής βόμβας (2)) Συνημμένος σε τούτη την παράδοξη θέση, είναι και ο αληθινός παραλογισμός σύμφωνα με τον οποίο ο «μπολσεβικισμός» οφείλει «περισσότερα στον πανσλαβισμό… παρά σε όποιαν άλλη ιδεολογία ή κίνημα»!!!

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, ήταν εύκολο για όσους άσκησαν κριτική στη Χ. Άρεντ να σημειώσουν ότι η ναζιστική «ιδεολογία» (υπό τον όρο ότι μπορούμε ελαφρά τη καρδία να χαρίσουμε αξιοπρεπώς τον όρο «ιδεολογία» στο παραληρηματικό αντισημιτικό συνονθύλευμα του χιτλερικού Mein Kampf – Ο Αγών μου) απέχει έτη φωτός από την κομμουνιστική ιδεολογία: ο ναζισμός είναι αντιδραστικός και τραντισιοναλιστικός (παραδοσιαρχικός), ο κομμουνισμός είναι επαναστατικός και «κληρονόμος του Διαφωτιμού και της Γαλλικής Επανάστασης». Ο πρώτος είναι ιρασιοναλιστικός (ανορθολογικός) ο δεύτερος είναι ορθολογικός. Ρατσιστικός ο πρώτος, διεθνιστικός και οικουμενιστικός ο δεύτερος. Ο πρώτος υποστηρίζει την ύπαρξη μιας φυσικής ιεραρχίας (μεταξύ φυλών και ατόμων), ο δεύτερος είναι υπέρ της ισότητας και «εξισωτικός». Ο πρώτος είναι ρητώς αντι-δημοκρατικός, ο δεύτερος επιδιώκει μια «πραγματική δημοκρατία» η οποία και υπερβαίνει την «μόνον κατά τους τύπους» δημοκρατία[3].

Κάποιος θα πει ότι άλλο πράγμα είναι οι αρχές και άλλο η πολιτική εφαρμογή τους. Μα εδώ ακριβώς έγκειται το ζήτημα: είναι δυνατό να συγχωνευτούν σε μία και μοναδική έννοια μια ιδεολογία και μια κυβερνητική πρακτκή που εδράζονται ρητά πάνω στον τρόμο και πάνω στη βία, και μια θεωρία (και μία Πρακτική) χειραφέτησης η οποία αναποδογυρίζεται μέσα από μια πρακτική αντίθετη από τις ίδιες της αρχές της;[4] Γιατί ένα πράγμα είναι σίγουρο: στο ναζισμό, η πράξη ανταποκρίνεται πλήρως στη θεωρία, ακόμα και, πρωτίστως, από την άποψη του τρόμου και της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας». Η θλιβερή διαπίστωση «της κυνικής ειλικρίνειας του Mein Kampf» είναι αναπόφευκτη για όποιον μελετά το ναζιστικό φαινόμενο. Ο ναζισμός εκθειάζει ρητώς τις έννοιες της «οργανικότητας», της «ολικής οργάνωσης», και την «ολοκληρωτική αρχή». Και τις εφαρμόζει επιστημονικά. Η πλέον τρανή απόδειξη περί τούτου βρίσκεται στην ίδια τη γερμανική γλώσσα, η οποία – αντίθετα από τη ρωσική – ανα-διαπλάστηκε πλήρως και προσαρμόστηκε προκειμένου να νομιμοποιήσει και να καταστήσει, ταυτόχρονα, «ολοκληρωτική» την ναζιστική κυριαρχία[5].

Ακόμη και υπό το φως αυτών των δεδομένων, είναι τουλάχιστο περίεργο που η Χ. Άρεντ εμφανίζεται αβέβαιη αναφορικά με τον καθορισμό της περιόδου κατά την οποία υπήρξε στη Γερμανία ένα «πραγματικό» ολοκληρωτικό καθεστώς. Μερικές φορές υποστηρίζει ότι η Γερμανία του Χίτλερ δεν μετατράπηκε σε καθεστώς «ανοιχτά ολοκληρωτικό» παρά μόνον όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος (άρα το 1939). Αλλού, ισχυρίζεται ότι «υπήρξε μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου», και, ακόμη ακριβέστερα, «μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Ευρώπης» (άρα μετά το 1941), «κατόρθωσε η Γερμανία να επιβάλει ένα καθεστώς πραγματικά ολοκληρωτικό». Η Χ. Άρεντ πασχίζει επιπλέον να υποστηρίξει ότι «μόνον εάν κέρδιζε τον πόλεμο θα γνώριζε η Γερμανία μια πλήρη ολοκληρωτική κυριαρχία»[6]. Εάν εξωθήσουμε αυτές τις διατυπώσεις μέχρι τις έσχατες συνέπειές τους, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ποτέ δεν υπήρξε στη ναζιστική Γερμανία ολοκληρωτικό καθεστώς!! Ιδού ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα: η Χ. Άρεντ δημιουργεί την κατηγορία μιας μορφής διακυβέρνησης ειδικής και μη αναγώγιμης σε καμμιά άλλη, την εφαρμόζει σε δύο καθεστώτα, για να ανακαλύψει έπειτα πως η εν λογω κατηγορία δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ποτέ πλήρως εφαρμόσιμη σ’ εκείνο που ήταν το αρχέτυπό της!!

Η εξαφάνιση της οικονομίας στον «ολοκληρωτισμό» της Χ. Άρεντ

«Πολύς θόρυβος για το τίποτα» θα μπορούσε να πει κάποιος. Αλλά οι κόποι της Χ. Άρεντ δεν πήγαν χαμένοι. Κατά μία έννοια, τουλάχιστο: με όλες τούτες τις ανεπάρκειες και ασυναρτησίες, το βιβλίο «Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού» υπήρξε ένα δυνατό εργαλείο αντικομμουνιστικής προπαγάνδας στην αρχή της δεκαετίας του 1950 (και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αμερικανική CIA χρηματοδότησε τη μετάφραση του βιβλίου σε πολλές ξένες γλώσσες[7]). Και όντως, η κατηγορία «ολοκληρωτισμός» επέτρεπε – και εξακολουθεί να επιτρέπει – την επίτευξη πολλαπλών σημαντικών ιδεολογικών στόχων.

Βάζοντας στο ίδιο σακί ναζισμό και σταλινισμό, χάνουμε από μπροστά μας την ιδιαιτερότητα της ναζιστικής βαρβαρότητας, τη σχετικοποιούμε και την «αντισταθμίζουμε» με μια βαρβαρότητα τρόπως του λέγειν όμοια και αντίθετη (στις πιο ακραίες των περιπτώσεων μάλιστα – όπως ακριβώς και ο ιστορικός αναθεωρητισμός του Έρνστ Νόλτε (Ernst Nolte)  –  έγινε προσπάθεια να κατηγορηθεί ο «κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός» ως υπεύθυνος για την εμφάνιση του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, δικαιολογώντας έτσι αυτόν τον τελευταίο ως μία φυσιολογική αντίδραση κατά του πρώτου). Ωστόσο, δεν βρίσκεται εδώ η κύρια υπηρεσία που προσφέρει η έννοια του «ολοκληρωτισμού». Bρίσκεται στο γεγονός ότι επιτρέπει στο ναζιστικό καθεστώς να θεωρείται και να ταξινομείται πάνω στη βάση της πολιτικής του μορφής αντί του οικονομικού του περιεχομένου. «Ξεχνιέται» έτσι το γεγονός ότι ο ναζισμός μοιράζεται με τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» (προ-ναζιστικές και μετα-ναζιστικές) τα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτή η «επιλησμοσύνη» καθιστά σχεδόν ανεξήγητο ένα φαινόμενο που προκαλεί ενόχληση, όπως λόγου χάρη η απόλυτη συνέχεια των οικονομικών ηγετικών τάξεων (αλλά επίσης, και όχι σε τόσο περιθωριακές περιπτώσεις, των πολιτικών ηγεσιών) μεταξύ της Γερμανίας του «ολοκληρωτισμού» και της «δημοκρατικής» Δυτικής Γερμανίας. Κάτι που θα ήταν εύκολο να ερμηνευθεί εάν γινόταν παραδεκτό ότι η ναζιστική δικτατορία εξυπηρετούσε τη διατήρηση της ισχύουσας οικονομικής τάξης (τότε και τώρα) εναντίον του επαναστατικού κινδύνου. Όσο κι αν η Χ. Άρεντ ψάχνει να την εξορκίσει, η οργανική σχέση μεταξύ μεγάλου γερμανικού κεφαλαίου και ναζισμού αντιπροσωπεύει το πραγματικό κόκκινο νήμα της ιστορικής τροχιάς της χιτλερικής Γερμανίας, από τα γεννοφάσκια της μέχρι και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: όπως το αποδεικνύουν ανάμεσα σε άλλα πολλά, και δεκάδες χιλιάδες κρατουμένων που δούλευαν μέχρι θανάτου για τους I.G. Farben, για τους Krupp, Siemens, κλπ. Το ζήτημα αυτό είχε ακόμη την τιμητική του στις δημοσιογραφικές στήλες «Διάφορα» με την ευκαιρία δικαστικών μηνύσεων που έκαναν εναντίον της BMW μερικοί επιζήσαντες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης[8]. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις. Όταν, πριν μερικά χρόνια, εμποδίστηκε η Degussa (γερμανικός όμιλος χημικών μεταβολών, ειδικά χρυσού, στον οποίο ανήκει και η εταιρία που παράγει το αέριο Zyclon B), να συμμετάσχει στις εργασίες για την ανέγερση στο Βερολίνο του μνημείου προς τιμή των Εβραίων που εξοντώθηκαν στα διάφορα στρατόπεδα, εξαιτίας των πάρε δώσε που είχε με το ναζισμό, κάποιος έκανε την εξής παρατήρηση: εάν το κριτήριο αυτό εφαρμοζόταν με αυστηρό τρόπο, τότε θα έπρεπε να αποκλειστούν όλες οι γερμανικές εταιρίες.

Το να επιμένουμε στον «ριζοσπαστικό νεωτερισμό του ολοκληρωτισμού» ως μορφής διακυβέρνησης επιτρέπει επίσης να λησμονούμε – ή σε κάθε περίπτωση να καταχωνιάζουμε οριστικά στην αθέατη πλευρά – την οικονομική συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο ναζιστικό καθεστώς και τις προηγηθείσες «φιλελεύθερες δημοκρατίες». Όμως αυτές οι γραμμές συνέχειας δεν είναι μόνο οικονομικές. Η ίδια η Χ. Άρεντ εντοπίζει στην «εποχή του ιμπεριαλισμού» έναν σημαντικό παράγοντα επώασης του ολοκληρωτισμού. Και καταδεικνύει με ποιο τρόπο οι «δημοκρατικές» κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών έχουν ήδη δικαιολογήσει δια του ρατσισμού τις αποικιακές κατακτήσεις τους και προβεί σε μαζικές σφαγές εις βάρος των αυτόχθονων πληθυσμών. Υπενθυμίζει η Άρεντ ότι ένας ανώτερος βρετανός κυβερνητικός αξιωματούχος είχε εισηγηθεί την προσφυγή σε «διοικητικές σφαγές» για την επίλυση του ινδικού προβλήματος, και ότι στην Αφρική, άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, που επεδείκνυαν υπέρμετρο ζήλο (όπως ακριβώς και ο Άιχμαν), δήλωναν πως «ήταν ανεπίτρεπτο ηθικές απόψεις όπως τα δικαιώματα του ανθρώπου να στέκονται εμπόδιο» στη λευκή κυριαρχία. Και συμπληρώνει η ίδια: «μπορούσε ήδη ο καθένας  να δει, κάτω από τη μύτη του, πολλά στοιχεία, τα οποία αθροιζόμενα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ολοκληρωτική κυβέρνηση με ρατσιστικά θεμέλια».

Αλλά εδώ υπήρχαν επίσης και τα πιο φρικαλέα εργαλεία της: «Ακόμη και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν αποτελούν εφεύρεση του ολοκληρωτισμού. Εμφανίστηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόερς, στις αρχές του (εικοστού) αιώνα, και συνέχισαν να χρησιμοποιούνται στη Νότιο Αφρική και στην Ινδία για τα ‘ανεπιθύμητα στοιχεία’. Εδώ συναντούμε για πρώτη φορά και τον όρο ‘προληπτική επιτήρηση’, η οποία πρακτική υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το Τρίτο Ράιχ». Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πού βρίσκεται ο ριζοσπαστικός νεωτερισμός του ολοκληρωτισμού; Σύμφωνα με την Χ. Άρεντ, αυτός συνίσταται, αναφορικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην εγκατάλειψη των «κερδοσκοπικών λόγων» και των «συμφερόντων των κυβερνώντων», πράγμα που θα μας εισήγαγε στη σφαίρα του «τα πάντα είναι δυνατά». Έλλειψη μέτρου, απόλυτος χαρακτήρας: σύμφωνα με τούτη την άποψη, ο ολοκληρωτισμός είναι ένα φαινόμενο καινούριο καθόσον αποτελεί το «ριζικό κακό» το «απόλυτο, ατιμώρητο και ασυγχώρητο κακό»[9]. Με αυτόν τον τρόπο, βεβαίως, κάθε αναζήτηση των αιτίων, κάθε στοιχείο ιστορικής συνέχειας με τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» περνά σε δεύτερη μοίρα: ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός είναι συγκρίσιμος μόνο με τον εαυτό του – ή με τον «σωσία» του, που είναι, υποτίθεται, η σταλινική Ρωσία!!! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δυνατότητα να χώσουμε τη μύτη μας σ’ εκείνο που ονομάστηκε η ευρωπαϊκή κατασκευή του Ολοκαυτώματος[10] απλούστατα έχει κάνει φτερά!

«Απόλυτο», «μυστήριο», «τρέλα»: από τη στιγμή που χρησιμοποιούμε αυτές τις κατηγορίες απεμπολούμε και τη θέληση να κατανοήσουμε. Όταν τον Αύγουστο του 2005, ο τότε Πάπας Ράτσινγκερ όριζε την εξολόθρευση των Εβραίων από τους ναζί ως ένα «mysterium iniquitatis» (Μυστήριο του Κακού) απέκλειε ταυτόχρονα και τη δυνατότητα κατανόησης αυτού που συνέβη και απέφευγε να κατονομάσει τόσο τους συνένοχους όσο και τους λόγους της εξολόθρευσης. Στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα καταλήγουμε όταν – κάτι που διαπράττει η Χ. Άρεντ – υιοθετούμε την κατηγορία «τρέλα» ως κλειδί ανάγνωσης των όσων συνέβησαν[11].

 

Δεύτερη φάση: «ναζισμός = κομμουνισμός» (Φρίντριχ/Μπρεζίνσκι και άλλοι)

Παρ’ όλες τις ιδεολογικές «αξίες» του, ο αρεντιανός «ολοκληρωτισμός» περιέπεσε σύντομα σε αχρηστία. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, ο αρεντιανός αυτός «ολοκληρωτισμός» «μετριάζεται», σύντομα δε εκείνη η «τρομοκρατία» η οποία, για την ‘Αρεντ, ήταν η «πεμπτουσία της ολοκληρωτικής εξουσίας», απουσιάζει. Και όντως, η ίδια η Άρεντ ισχυρίστηκε χωρίς διφορούμενα: μετά τον θάνατο του Στάλιν, «δεν μπορούμε πλέον να ορίζουμε την ΕΣΣΔ ως κράτος ολοκληρωτικό». Βεβαίως υπήρχε πάντοτε η «ιδεολογία», αλλά η ιδέα μιας «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» που να εδράζεται μόνο στον εαυτό της, ήταν μάλλον απίθανη. Εξ’ άλλου, στο κείμενο της Άρεντ υπήρχαν και άλλα στοιχεία, τα οποία δύσκολα συμβιβάζονταν με έναν απόλυτο αντικομμουνισμό: ξεκινώντας από την αντίθεση μεταξύ Λένιν και Στάλιν μέχρι και το ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο μια δυνατή εναλλακτική λύση έναντι του Στάλιν θα μπορούσε να ήταν η συνέχεια της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (γνωστής ως ΝΕΠ) που είχε εισαγάγει ο Λένιν(12). Χρειαζόταν κάτι πολύ πιο δυνατό! Και αυτό βεβαίως μας το πλάσαραν:  το 1956, ο Καρλ Τζ. Φρίντριχ (Carl J. Friedrich) και ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (Zbigniew Kazimierz Brzezinski), – Ω ναι, αυτός ο γνωστός, ο πολύ γνωστός κύριος… – συνέγραψαν ένα νέο βιβλίο επάνω στο θέμα αυτό που έφερε τον τίτλο Ολοκληρωτική Δικτατορία και Αυταρχισμός (Totalitarian Dictatorship and Autocracy). Σε τούτο το βιβλίο οι δύο συγγραφείς προσέθεταν, ανάμεσα στα άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού, τον έλεγχο και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας!… Έτσι γινόταν εφικτός ο στόχος να συμπεριληφθεί στο πλαίσιο των ολοκληρωτικών καθεστώτων ακόμη και η μετα-σταλινική Ρωσία, η κομμουνιστική Κίνα και όλες οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. (Από μιαν άλλη πλευρά, αυτό περιέπλεκε τα πράγματα αναφορικά με τον ορισμό του ναζιστικού καθεστώτος ως ολοκληρωτικού, αλλά αυτό βεβαίως δεν ήταν και η κύρια έγνοια των συγγραφέων του ανωτέρω πονήματος…).

Ακόμη και έτσι, το πρόβλημα της αντικειμενικής εξαφάνισης του «τρόμου του ολοκληρωτισμού» στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ανώδυνο. Η θεραπεία υπήρξε πολύ απλή: αμβλύνοντας τη σημασία του «τρόμου» υπέρ της έννοιας του ολοκληρωτισμού – με άλλα λόγια αλλάζοντας τα χαρτιά της τράπουλας ενόσω διαρκούσε το παιγνίδι… Έτσι λοιπόν, στη δεύτερη έκδοση του ανωτέρω πονήματος των Φρίντριχ και Μπρεζίνσκι, η οποία αναθεωρήθηκε το 1965 από μόνο τον Φρίντριχ, διαβάζουμε ότι, στον «ολοκληρωτισμό που έφτασε στην ωριμότητα», ο τρόμος – ο οποίος είχε προηγουμένως ορισθεί ως το «ζωτικό νεύρο του ολοκληρωτισμού» – δεν είναι πλέον παρών παρά μόνο υπό τη μορφή ενός «ψυχικού τρόμου» και μιας «γενικής συναίνεσης» (sic!!!). Και ο Μπρεζίνσκι, ο οποίος προηγουμένως θεωρούσε τον τρόμο ως το «πιο καθολικό χαρακτηριστικό του ολοκληρωτισμού», να καταλήγει να μιλά, σ’ ένα καινούριο βιβλίο του 1962, για έναν «ηθελημένο ολοκληρωτισμό»(sic!!!) [13].

Την ίδια περίοδο, άλλοι συγγραφείς ανέλαβαν να επενδύσουν περισσότερο στην έννοια της «ιδεολογίας του ολοκληρωτισμού», διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής της. Έτσι, ο Talmon, στο βιβλίο του ‘Οι απαρχές της ολοκληρωτικής δημοκρατίας’ (εκδόσεις Calmann-Lévy, 1966) καταγγέλλει ως «ολοκληρωτισμό» ακόμη και την ιδέα ενός συστήματος αυτόνομου από το οποίο θα είχε εξαλειφθεί «κάθε κακό και κάθε δυστυχία». Με απλά λόγια: ακόμη και η ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις αποπνέει φιλοδοξία ολοκληρωτισμού… Η Χ. Άρεντ κατά τα άλλα είχε ήδη διατυπώσει την άποψη ότι «το απόλυτο κακό γεννιέται όταν ελπίζουμε σ’ ένα απόλυτο καλό».(14) Ένας άλλος αμερικανός πολιτολόγος ο W. H. Morris Jonas γράφει το 1954 ένα δοκίμιο με τίτλο Υπεράσπιση της Απάθειας, στο οποίο υποστηρίζει ότι η απάθεια ασκεί «ευεργετική επίδραση στην ατμόσφαιρα της πολιτικής ζωής»΄. Αντίθετα, «πολλές ιδέες που συνδέονται με το γενικό θέμα της υποχρέωσης ψήφου ανήκουν καθαρά στη σφαίρα του ολοκληρωτισμού (!) και είναι εκτός θέματος στο λεξιλόγιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας»(15).

Εάν αυτοί οι ισχυρισμοί μοιάζουν σαφώς να εμπνέονται από δεξιές πολιτικές θέσεις, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για μια διαφορετική πηγή, που έκανε την εμφάνισή της στη συνέχεια, τη λεγόμενη «των κυνηγών των ολοκληρωτισμών»: πρόκειται για τους θεωρητικούς του μεταμοντερνισμού. Τούτοι δω, αρχίζοντας με τον Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, έβαλαν στο στόχαστρό τους τις «μεγάλες αφηγήσεις», δηλαδή τις θεωρίες της ιστορίας, και ειδικά της ιστορίας ως προοδευτικής χειραφέτησης της ανθρωπότητας. Σε τούτη την περίπτωση, το «‘όνειρο του ολοκληρωτισμού» συνίσταται δήθεν στην ιδέα ότι μπορεί να γίνει μια ορθολογική ανάγνωση του συνόλου των ιστορικών γεγονότων: κάτι που δήθεν καταλήγει σε ένα «ολιστικό μοντέλο» και στα «ολοκληρωτικά αποτελέσματα, υπό το όνομα του μαρξισμού, στις κομμουνιστικές χώρες».

 

Τρίτη φάση: «ολοκληρωτισμός=κομμουνισμός»              

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ) και τη πτώση του τείχους του Βερολίνου, οδηγούμαστε στο αδιανόητο: ο σοβιετικός «Ολοκληρωτισμός», αυτός ο τρομερός Λεβιάθαν του εικοστού αιώνα, εκρήγνυται χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα αίμα (αντίθετα, οι «εθνικές» συγκρούσεις που εμφανίστηκαν σε όλη την ανατολική Ευρώπη, η οποία μετά την κατάρρευση πήρε το δρόμο της αποσύνθεσης, θα αποδεικνύονταν πολύ πιο αιματηρές…). Ο υποτιθέμενος τρομακτικός και σατανικός χαρακτήρας του «κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού» ξεπέφτει σε μιαν αξιολύπητη φάρσα, σύμβολο της οποίας υπήρξε το «πραξικόπημα»-μπούφα του καλοκαιριού του 1991 στη Ρωσία (αντίθετα, ο «δημοκράτης» Γέλτσιν δεν θα διστάσει, λίγο μετά, να βαρέσει με κανόνια το κοινοβούλιο). Θα περίμενε κανείς κάποιες ισορροπημένες σκέψεις γύρω απ’ αυτό το θέμα. Συνέβη, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Επί του παρόντος, όχι μόνο ολόκληρη η ιστορία των κομμουνιστικών χωρών επανεξετάζεται υπό το «φως» του «ολοκληρωτισμού», αλλά και το σημασιολογικό πεδίο αυτής της έννοιας διευρύνεται ποδοπατώντας, δεν θα πούμε κάθε ιστορική έννοια, αλλά, ακόμη, και κάθε έννοια του γελοίου. Μέχρι που να συμπεριλάβει κυριολεκτικά τα πάντα: από ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα έως την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση (την περίοδο της Τρομοκρατίας, μα το Θεό!!). Από τα Κράτη που επέζησαν του εκλιπόντος «σοσιαλιστικού μπλοκ» μέχρι τα απελευθερωτικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου που αγωνίζονται εναντίον της ιδιωτικοποίησης των βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών των διαφόρων χωρών τους και πάει λέγοντας.

Σύμφωνα με αυτή τη «διευρυμένη» έννοια, τάσεις «ολοκληρωτισμού» αποδίδονται σε όποιον – έστω και αν δεν έχει συνείδηση του πράγματος – αγωνίζεται για τρόπους ρύθμισης της οικονομίας που διαφέρουν από το φιλελεύθερο μοντέλο τού «λύκος ελεύθερος σε ελεύθερο κοτέτσι». Το ίδιο το ευρωπαϊκό μοντέλο ευημερίας (ξεκινώντας από εκείνο που φέρει το όνομα «κοινωνική οικονομία της αγοράς» και το οποίο ήταν εφεύρεση του Γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) καθίσταται ύποπτο: τί να πει κανείς, η οσμή του μπολσεβίκικου θειαφιού έχει διεισδύσει ακόμη και εδώ! Αλλά, ακόμη και αυτός που εκτιμά ότι είναι δυνατό να κατανοηθούν οι ιστορικές δυναμικές με τη βοήθεια της λογικής, που μελετά τις συστηματικές φιλοσοφίες χωρίς να τις ρίχνει στην πυρά και που υπερασπίζεται τις προόδους των επιστημών και της λογικής (η απλή υιοθέτηση αυτού του όρου στον ενικό προδίδει κατά τα άλλα και χωρίς διφορούμενα τη μισαλλόδοξη και αστυνομικίστικη νοοτροπία αυτού που τον χρησιμοποιεί) αυτός τρέφει «ολοκληρωτικές φιλοδοξίες». Σύμφωνα με μια όλως περίεργη ανατροπή προοπτικής, αυτός ο ιρασιοναλισμός (θεωρία σύμφωνα με την οποία οι δυνατότητες της λογικής είναι περιορισμένες – σ.τ.μ.), ο οποίος αποτέλεσε το εύφορο έδαφος του ναζισμού και τον οποίο σήμερα αρέσκονται να επανονομάζουν «καταγγελία των ορίων της λογικής», θεωρείται, αντίθετα, ως η έκφραση μιας (μετα)μοντέρνας νοοτροπίας, ανοικτής και ανεκτικής. Με τον ιρασιοναλισμό συμβαδίζουν, αν και απαίσια μακιγιαρισμένα, όλα τα στοιχεία της ναζιστικής «ιδεολογίας»: ο ρατσισμός, («συνείδηση της εθνοτικής ταυτότητας»), η ξενοφοβία («υπερηφάνεια» και «αυτο-άμυνα της Δύσης»), οι μύθοι του αίματος (καταγωγής) και του εδάφους («προσκόλληση στις ρίζες»), και πάνω απ’ όλα ο βαθύς αντικομμουνισμός ο οποίος σήμερα φορεί το «δημοκρατικό» προσωπείο της «σκληρής καταγγελίας της ιδεολογίας του ολοκληρωτισμού».

Βρισκόμεστε στην τρίτη φάση της ελάχιστα διδακτικής ιστορίας της έννοιας του ολοκληρωτισμού: εφεξής, ο όρος αυτός υποδεικνύει πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, τον κομμουνισμό. Γίνεται προσπάθεια να δοθεί στον «κομμουνισμό» η θέση που κατείχε στο συλλογικό φαντασιακό ο ναζισμός ως αρχέτυπο της ολοκληρωτικής εξουσίας. Η ίδια η καταγγελία των «ολοκληρωτισμών» του 20ου αιώνα, φαινομενικά σολομώντεια, στην πραγματικότητα είναι εργαλείο για τις επιθέσεις εναντίον του κομμουνισμού, ενώ η απέχθεια που περιβάλλει το ναζισμό γίνεται όλο και πιο γενική και συμβολική κατ’ ουσίαν. Και ακόμη, καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να διαχωρίζεται αυτός, ο ναζισμός, από τον ιταλικό φασισμό (αλλά, επίσης, και από τον ουγγρικό, ρουμανικό, εσθονικό, λιθουανικό, πορτογαλλικό, ισπανικό, ελληνικό…), που ευμενώς θεωρείται ως ένας «κοινός αυταρχισμός», ήπιος ή μια προχειρότητα, και δεν ξέρει κανείς τι άλλο. Περίεργη όντως ειρωνεία της ιστορίας, εάν σκεφτούμε ότι ο Μουσολίνι έβλεπε τον ιστορικό νεωτερισμό του φασισμού στην ικανότητα αυτού του τελευταίου να «καθοδηγεί με ολοκληρωτικό τρόπο το έθνος» και υιοθετούσε οικειοθελώς την έκφραση «Κράτος ολοκληρωτισμού» – πέραν της χρήσης αερίων στην Αφρική, του ειδικού δικαστηρίου και των ρατσιστικών νόμων στην Ιταλία…(16).

Το πιο ενδεικτικό κείμενο αυτής της φάσης είναι το σχέδιο ψηφίσματος περί της «Ανάγκης καταδίκης των εγκλημάτων του κομμουνισμού» που κατατέθηκε τον Αύγουστο του 2005 στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης(17). Σε τούτο το περίεργο κείμενο, ο όρος «κομμουνισμός» συνοδεύεται πάντοτε από το επίθετο «ολοκληρωτικός» (η διατύπωση που χρησιμοποιείται είναι «ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα», που εμφανίζεται 24 φορές σε τούτο το ψήφισμα). Ο ναζισμός παρουσιάζεται μόνο παρεμπιπτόντως, σαν «ένα άλλο ολοκληρωτικό καθεστώς του 20ου αιώνα». Σ’ αυτό το κείμενο – που είναι, το λιγότερο, συγκεχυμένο – διατυπώνεται, αναφορικά με το ίδιο αυτό Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ισχυρισμός ότι «η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το Κράτος Δικαίου είναι οι θεμελιώδεις αξίες τις οποίες προστατεύει» και προς επίρρωση τούτου… εκφράζεται η αποδοκιμασία του Συμβουλίου για το γεγονός ότι μερικά κομμουνιστικά κόμματα εξακολουθούν να παραμένουν «νόμιμα και να δραστηριοποιούνται ακόμη σε ορισμένες χώρες». Εκφράζει, επιπλέον, την ελπίδα ότι η θέση της Ευρώπης θε ενθαρρύνει «τους ιστορικούς ολόκληρου του κόσμου» να «καταγράψουν και να επαληθεύσουν αντικειμενικά την εξέλιξη των γεγονότων». Έπειτα, και προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ελεύθερη έρευνα και διδασκαλία, το Συμβούλιο ζητεί…. «την αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων».

Τί είναι όμως αυτό που καθιστά αναγκαία τούτη τη διακήρυξη; Πέρα από τα διακηρυγμένα κίνητρα (εκείνο που διατείνεται ότι «ευνοεί τη συμφιλίωση» είναι όντως πολύ παράδοξο), προδίδονται, εδώ και εκεί, τα πραγματικά της κίνητρα: «φαίνεται πως κάποιο είδος νοσταλγίας του κομμουνισμού επιβιώνει ακόμη σε μερικές χώρες, εξ ου και ο κίνδυνος οι κομμουνιστές να καταλάβουν ξανά την εξουσία στη μια ή στην άλλη χώρα». Και προπάντων: «στοιχεία κομμουνιστικής ιδεολογίας, όπως η ισότητα ή η κοινωνική δικαιοσύνη, συνεχίζουν να γοητεύουν αρκετά μέλη της τάξης των πολιτικών». Νάμαστε, λοιπόν: δυσαρέσκεια μπροστά στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων και προσδοκίες για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτά είναι οι πραγματικοί εχθροί των «κυνηγών των κομμουνιστικο-ολοκληρωτισμών». Σήμερα όπως χθες. Χθες, με το πρόσχημα των υπαρκτών κομμουνιστικών καθεστώτων, σήμερα με το πρόσχημα των ανύπαρκτων πλέον κομμουνιστικών καθεστώτων.

Έννοια άνευ αντικειμένου και «ο εχθρός είναι ανάμεσά μας»      

Αλλά βεβαίως το γεγονός ότι το σύστημα των κομμουνιστικών καθεστώτων δεν υφίσταται πλέον, δεν οδήγησε και στο τέλος της τη χρήση της έννοιας του «ολοκληρωτισμού». Το ότι απώλεσε το αντικείμενό της δεν είναι χωρίς σημασία: εφεξής, η έννοια «ολοκληρωτισμός» στερείται αντικειμένου αναφοράς.

Για μια έννοια χωρίς αντικείμενο, η ζωή δεν είναι εύκολη. Για να μην παραμείνει ανενεργή έχει ανάγκη να αναζητήσει κάποιο άλλο αντικείμενο. Αληθεύει βεβαίως πως η σημασιολογική διεύρυνση του όρου, που δημιουργήθηκε στην εποχή του και είχε αντικομμουνιστικούς σκοπούς, διευκολύνει την αναζήτηση αντικατάστατων. Στο εξής, είναι «ολοκληρωτισμός» το κάθε τι και το αντίθετό του: ζούμε υπό το ζυγό του «διαφημιστικού ολοκληρωτισμού», αλλά η απαγόρευση της διαφήμισης τσιγάρων είναι επίσης «ολοκληρωτισμός». Συνιστά ολοκληρωτισμό η σεξουαλική καταπίεση των μουσουλμάνων Ουαχαμπιτών, αλλά ο «ολοκληρωτισμός της απόλαυσης» που επιβάλλεται στα διαλυμένα από τις καπιταλιστικές εταιρείες άτομα(18) δεν είναι λιγότερο ύπουλος. Ωστόσο, εδώ αναδύεται κάποιο πρόβλημα: όταν μια έννοια σημαίνει τα πάντα τότε δεν σημαίνει τίποτα. Η απώλεια κάθε σημασιολογικής αγκύρωσης σημαίνει το θάνατο μιας έννοιας, Και αυτή είναι πιθανόν η τύχη που περιμένει, αργά ή γρήγορα, τον ολοκληρωτισμό.

Για την ώρα, εντούτοις, ένα σημασιολογικό κατάλοιπο παραμένει ακόμη κολλημένο σε τούτη την έννοια, και αυτό είναι ο εφιάλτης της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας». Ο εφιάλτης της χωρίς εμπόδια εξουσίας, της βάρβαρης αλλά οργανωμένης βίας, της γλώσσας που έχει υποδουλωθεί στην εξουσία που διαστρεβλώνει και αναποδογυρίζει την πραγματικότητα, καταργώντας κάθε διάκριση μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Εδώ έγκειται η διαρκής προπαγανδιστική αποτελεσματικότητα της έννοιας. Αλλά εδώ, ειρωνικά, ο ολοκληρωτισμός μπορεί να μας προσφέρει μια τελευταία υπηρεσία: να μας βοηθήσει να δώσουμε ένα όνομα στα συμπτώματα της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» στον κόσμο μας. Ας δούμε περί τίνος πρόκειται.

Η βάρβαρη αλλά οργανωμένη βία της ολοκληρωτικής εξουσίας αφήνει τα σημάδια της, σημάδια τα οποία είναι αδύνατο να αγνοηθούν, στη σημερινή γλώσσα των αμερικανών Πολεμάρχων. Βρίσκει την εμβληματική της έκφραση στα λόγια εκείνου του νεο-συντηρητικού των Ηνωμένων Πολιτειών ο οποίος – την παραμονή της έναρξης της επίθεσης των αμερικανικών δυνάμεων εναντίον της Φαλούτζα στο Ιράκ (2004) – έθετε ως πρωταρχικό στόχο ενός πολιτικού προγράμματος «να κάνει σκόνη τη Φαλούτζα». Το γεγονός ότι το έκανε σε ένα άρθρο με τίτλο «Αξίες για όλόκληρο τον κόσμο» δεν είναι μόνο απότιση φόρου τιμής στο μαύρο χιούμορ, αλλά και ένας δείκτης: σηματοδοτεί την υιοθέτηση ενός λόγου ο οποίος, όπως εκείνος των ναζί παλαιότερα, αντιστρέφει συστηματικά τη σημασία των λέξεων(19). Όταν, στη συνέχεια, όταν τελείωσε η υπόθεση, ο στρατηγός των αμερικανών πεζοναυτών Τζον Σάτλερ (John Sattler) ισχυρίστηκε ότι η επίθεση εναντίον της Φαλούτζα «έσπασε τη ραχοκοκκαλιά των ανταρτών» δεν χρησιμοποίησε τυχαία τις ίδιες ακριβώς λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει ο Μουσολίνι σχετικά με την Ελλάδα: ιδού λοιπόν ένα πολύ καλό παράδειγμα της ολοκληρωτικής σταθεράς (και, κατά τα άλλα, ένας καλός οιωνός…)

Ας έρθουμε όμως στη γλώσσα που έχει υποδουλωθεί στην εξουσία. Το κλασικό κείμενο πάνω σε τούτο το θέμα είναι το βίαιο αντικομμουνιστικό βιβλίο ‘1984′, συγγραφέας του οποίου υπήρξε ο Άγγλος δημοσιογράφος Τζωρτζ Όργουελ (George Orwell) και το οποίο εκδόθηκε το 1949 (και σ’ αυτή την περίπτωση επίσης με τις σημαντικές χρηματοδοτήσεις της αμερικανικής CIA. Κατά τα υπόλοιπα, ο ίδιος ο Όργουελ υπήρξε άγγλος κατάσκοπος). Όπως υπογράμμισε η (Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ca’ Foscari της Βενετίας) Maria Turchetto, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα το οποίο, αν ξαναδιαβαστεί σήμερα, είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει «Υπουργείο Αλήθειας» όπως εκείνο της Ωκεανίας του Όργουελ. Μπορούμε όμως πάντοτε να παρηγορούμαστε με το αμερικανικό «Υφυπουργείο για τη Δημοκρατία και τις Παγκόσμιες Υποθέσεις» (Under Secretary for Democracy and Global Affairs. Το εν λόγω υφυπουργείο μετονομάτηκε το 2012 σε Under Secretary of State for Civilian Security, Democracy, and Human Rights –  Υφυπουργείο Εξωτερικών για την Πολιτική Ασφάλεια, τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. σ.τ.μ.), του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών. Στην Ωκεανία, «ο εχθρός της στιγμής ήταν πάντοτε η ενσάρκωση του απόλυτου κακού: συνεπώς κάθε συμφωνία μαζί του ήταν αδύνατη, τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον». Έτσι συνέβη με τον Μπιν Λάντεν και με τον Σαντάμ κατόπι: πρώην πολύ καλοί φίλοι και οι δύο της Δύσης, απόλυτοι εχθροί κατόπι. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση υποδηλώνει ότι οι πρώην συμμαχίες με τους παραπάνω, θα παραμένουν κρυφές, απαρνημένες και αντικείμενα συνεχών διαψεύσεων. Από αυτή την άποψη, ακόμη και η «μεταβλητότητα του παρελθόντος» του Όργουελ βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας. Εξίσου παρούσα και η «διπλή σκέψη»: το οργουελιανό σύνθημα σύμφωνα με το οποίο «ο πόλεμος είναι η ειρήνη» είναι, ας το σκεφτούμε αυτό, ένα από τα βασικά συνθήματα του Μπους αναφορικά με την επίθεση κατά του Ιρακ. Τηρουμένων όλων των αναλογιών, ο (Υπουργός Εξωτερικών του Μπερλουσκόνι από το 2004 ως το 2006) Gianfranco Fini επίσης απέδειξε παρίτρανα ότι το είχε πολύ καλά εμπεδώσει όταν δήλωνε ότι οι Ιταλοί στρατιώτες στο Ιράκ «πέθαναν για την ειρήνη». Ή ακόμη: στον Όργουελ το κομματικό σύνθημα λέει επί λέξει: «αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον. Αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει και το παρελθόν». Όποιος συντηρεί ακόμη αμφιβολίες περί της ακρίβειας της εφαρμογής αυτού του συνθήματος στο δικό μας παρόν, παρακαλείται θερμά να εξετάσει τις αναθεωρητικές συζητήσεις γύρω από την Αντίσταση.

Λέγεται βεβαίως ότι στο βιβλίο του Όργουελ ψυχαγωγούσαν τις μάζες με πολύ διαφορετικούς τρόπους απ’ ότι στις μέρες μας: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι, στο Υπουργείο Αλήθειας, μια ολόκληρη αλυσίδα αυτόνομων τμημάτων ασχολείτο με λογοτεχνία, μουσική, θέατρο και διάφορες άλλες διασκεδάσεις γενικά για το προλεταριάτο. Τυπώνονταν «εφημερίδες-σκουπίδια (οι οποίες περιείχαν μόνο αθλητικά, αιματηρά συμβάντα, ωροσκόπια), γράφονταν ψευτοαισθηματικά μυθιστορήματα, προβάλλονταν ταινίες γεμάτες σεξ και αισθηματικά τραγουδάκια – όλα τα ίδια πάντοτε – που τα συνέθετε ένα είδος καλειδοσκοπίου που λεγόταν ‘στιχοποιός’. Ακόμη, δεν έλειπε ένα ολόκληρο υπο-τμήμα… που είχε την ευθύνη παραγωγής πορνογραφικού υλικού του χειρίστου είδους.» Γενικά, οι προλετάριοι που περιγράφει ο Όργουελ τα κατάφερναν πολύ χειρότερα από ότι οι δικοί μας: όντως, «η επώδυνη εργασία, η φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών, οι ανώφελοι καυγάδες με τους γείτονες, ο κινηματογράφος, το ποδόσφαιρο, η μπύρα και ιδίως τα στοιχήματα περιόριζαν τον ορίζοντά τους». Επιπλέον, «οι εργάτες, τους οποίους καθόλου δεν ενδιέφερε η πολιτική, βρίσκαν κατά περιόδους προσβάσεις στον πατριωτισμό», τις οποίες προκαλούσαν οι βόμβες που έπεφταν πάνω στις πόλεις  – ακόμη και αν υπήρχαν μερικοί άνθρωποι για να σκεφτούν – αλλά επρόκειτο για προφανή παραλογισμό, ότι ήταν η ίδια η κυβέρνηση που έριχνε αυτές τις βόμβες, «προκειμένου να κρατά τους ανθρώπους μέσα στο φόβο».

Το θέμα του ψέματος περί ενός εξωτερικού εχθρού είναι, από τον ‘Οργουελ και εντεύθεν, ένα κλασικό θέμα της λεγόμενης αντι-ολοκληρωτικής λογοτεχνίας. Ο βιογράφος του Χίτλερ, Joachim Fest, ισχυρίστηκε πριν λίγο καιρό (αναφορικά με τη Ρωσία του Στάλιν) ότι «ένα ολοκληρωτικό καθεστώς έχει πάντοτε ανάγκη έναν εχθρό». Η Χάννα Άρεντ είχε και αυτή επίσης επιμείνει πάνω στη χρήση «των παγκόσμιων διεθνών συνομωσιών», ως εργαλείου κινητοποίησης και συναίνεσης, για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Πιο γενικά, το ζήτημα του πολιτικού ψεύδους συνέχισε επίσης να την ενδιαφέρει και μετά το βιβλίο της πάνω στον ολοκληρωτισμό. Και αυτό την έσπρωξε να κάνει ένα ακόμη βήμα, του οποίου τις συνέπειες ίσως δεν κατάλαβε. Στο βιβλίο της ‘Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού’, είχε διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους τα ολοκληρωτικά καθεστώτα κατορθώνουν να αντικαθιστούν, μέσω του συστηματικού ψέμματος, τον πραγματικό κόσμο με έναν πραγματικά φανταστικό κόσμο. Σε μετέπειτα έργα της, διερευνά το ρόλο της «πολιτικής τής εικόνας», αναφερόμενη ειδικά σε εκείνην που εφάρμοσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ: η «εικόνα που επιτήδεια χτίζεται μέσω των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης (ΜΜΕ), προσφέρεται στην κοινή γνώμη μιας χώρας και λειτουργεί ως ένα υποκατάστατο της πραγματικότητας, χάρη δε στη δύναμη των ΜΜΕ, μπορεί να αποκτήσει μια τέτοια προδηλότητα που γίνεται πολύ πιο ορατή (δηλαδή πιο «πραγματική») από την ίδια την πραγματικότητα την οποία επιδιώκει να αντικαταστήσει(20). Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι μεταξύ αυτής της αντικατάστασης της πραγματικότητας και εκείνης που εφαρμόζουν τα «ολοκληρωτικά καθεστώτα» δεν υπάρχει απολύτως καμία δομική διαφορά (υπάρχει το πολύ μια διαφορά βαθμού: εάν ο έλεγχος των ΜΜΕ δεν είναι πλήρης, η όλη επιχείρηση μπορεί να αποτύχει ή να μην επιτύχει πλήρως). Από αυτή την άποψη επίσης, το σχήμα της μη αναγωγής των ολοκληρωτικών φαινομένων τινάζεται στον αέρα.

Αφού φτάσαμε ως εδώ, όποιος σκεφτεί το παραπέτασμα καπνού από ψέματα και ψευδείς πληροφορίες που υψώνεται – με τη δραστήρια συνενοχή των ΜΜΕ – από τις ΗΠΑ και τους  «γενναίους» συμμάχους τους πρίν και κατά τη διάρκεια της εισβολής στο Ιράκ, δύσκολα θα μπορεί πλέον να παραβλέψει, περιφρονώντας τον, τον λακωνικά σκληρό ορισμό που έδωσε ο αμερικανός κοινωνιολόγος και πολιτιολόγος Sheldon Wolin στις ΗΠΑ: ο «Ανεστραμμένος ολοκληρωτισμός» (Inverted totalitarism) – ένας υπαρκτός ολοκληρωτισμός, καλυμμένος με λόγο δημοκρατικό. Σε τούτο τον ορισμό μπορούμε το πολύ να προσάψουμε το γεγονός ότι ακόμη και ο λόγος που συντηρεί το «δημοκρατικό» κάλυμμα είναι ένα επιπλέον χαρακτηριστικό ολοκληρωτισμού.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα διαπράτταμε ένα σοβαρό λάθος εάν τοποθετούσαμε εντός ενός Κράτους – ακόμη και αν πρόκειται για κάποιο υπέρ-Κράτος που πήρε, όπως οι ΗΠΑ, τον κατήφορο του ολοκληρωτισμού – το νέο υποκείμενο της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας». Η χωρίς εμπόδια εξουσία βρίσκεται σήμερα κάπου αλλού. Ως προς τούτο, είναι καιρός να εγκαταλείψουμε αποφασιστικά και οριστικά τις θεωρητικές επεξεργασίες του 20ου αιώνα πάνω στο ζήτημα της εξουσίας (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του Μισέλ Φουκώ), οι οποίες έχουν στο σύνολό τους υπνωτιστεί από το Κράτος. Η χωρίς εμπόδια εξουσία, έστω και σε επίπεδο τάσεων και προθέσεων, είναι πλέον, όλο και πιο πολύ συχνά, ντε φάκτο, εκείνη την οποία ασκούν οι μεγάλες μονοπωλιακές, υπερεθνικές επιχειρήσεις: οι λεγόμενες Eταιρείες (corporations).

Αυτές εκπροσωπούν σήμερα τον κατ’ εξοχήν «ολοκληρωτικό θεσμό» – είτε στρέφεται προς το εσωτερικό είτε προς το εξωτερικό. Στο εσωτερικό, η τάση για «ολοκληρωτική κυριαρχία» εκδηλώνεται με την αυταρχικότητα, με τον όλο και πιο ολοκληρωτικό έλεγχο του χρόνου και των διαδικασιών εργασίας. Στο εξωτερικό, μεταφράζεται στο εξής όχι μόνο με τη διαφημιστική πειθώ, αλλά απ’ ευθείας με την κατασκευή του ατόμου-καταναλωτή (στα καταστήμτα μιας αλυσίδας υπεραγορών των ΗΠΑ που πουλούν παιχνίδια, τα παιδιά σπρώχνουν μικρά κουτιά που φέρουν την εξής επιγραφή: «Εκκολαπτόμενος πελάτης του ‘ Toys’R US'»)(21). Καθώς επίσης και με την πλήρη υπαγωγή κάθε κοινωνικής, πολιτιστικής και περιβαλλοντικής εκδήλωσης, στην κερδοσκοπία των επιχειρήσεων. Υπάρχουν μάλιστα μερικές υπερεθνικές επιχειρήσεις οι οποίες επιδεικνύουν ανοιχτά και «όλα μαζί» αυτά τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, η Wal-Mart, η παγκόσμια αλυσίδα υπεραγορών με έδρα τις ΗΠΑ.

Μόνο τους τελευταίους μήνες, έχουν κάνει την εμφάνισή τους, στο εσωτερικό μέτωπο, όλα όσα ακολουθούν: απαγόρευση κάθε συνδικαλιστικής δράσης στις υπεραγορές του ομίλου, (χιλιάδες) παραβιάσεις των κανονισμών εργασίας, διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων γυναικών, εκμετάλλευση των παράνομων μεταναστών, εκμετάλλευση ανηλίκων (που διαγράφτηκε εν ριπή οφθαλμού με τη μυστική συμφωνία με το Υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ), απλήρωτες υπερωρίες, πρόταση για την εισαγωγή ιατρικών εξετάσεων, ακόμη και για τους ταμείες, (για να επιλέγονται εργαζόμενοι με ανθεκτική υγεία), απαγόρευση των φλερτ στο χώρο εργασίας. Στο εξωτερικό μέτωπο, η μονοπωλιακή δύναμη της Wal-Mart, η οποία ως εκ τούτου μπορεί να επιβάλλει στους προμηθευτές της τις τιμές, είναι μία από τις αιτίες για τη χρεοκοπία πάρα πολλών επιχειρήσεων προμηθευτών, αλλά και για τους χαμηλούς μισθούς στην Κίνα (10% των εισαγωγών των ΗΠΑ από την Κίνα, ύψους 12 διεσεκατομμυρίων δολλαρίων, προορίζονται για τις υπεραγορές αυτού του ομίλου). Σε ό,τι αφορά δε το σεβασμό των πολιτισμικών παραδόσεων των χωρών στις οποίες δραστηριοποιείται, ο ίδιος όμιλος έκτισε μια υπεραγορά στο κέντρο ακριβώς του αρχαιολογικού χώρου Teotihuacan, στο Μεξικό (όπου η Wal-Mart διαθέτει ήδη 657 υπεραγορές).(22)

Οι μεγάλες εταιρείες (corporations) αποτελούν σήμερα την πραγματική αιτία και το θέμα της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας». Περιμένοντας μέχρι πότε θα το αντιληφθούν οι «κυνηγοί των ολοκληρωτισμών», πολλοί συγγραφείς άρχισαν ήδη να ασχολούνται με αυτό. Πολλά μυθιστορήματα γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια πάνω σε τούτο το θέμα: μεταξύ αυτών, το ’99 Φράγκα’ του F. Beigbeder, ‘Κέρδος’ του R. Morgan, ‘Γκλομπάλια’ του J.-C. Rufin, ‘Λόγκολαντ’ του  M. Barry, ‘Το Κεφάλαιο’ του S. Osmont. Σε μια αναφορά του σε μερικά από αυτά τα βιβλία, το περιοδικό Handelsblatt (Το περιοδικό του Εμπορίου), περιοδικό που κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει για φιλεργατικό προοδευτισμό, γράφει λόγου χάρη: «Αυτά τα βιβλία τα ενώνει ένα τρομακτικό όραμα της πραγματικότητας. Η πολιτική έχει αποποιηθεί τα ηνία και έχει αποδράσει. Η εξουσία των μεγάλων πολυεθνικών, τόσο αμείλικτη όσο και ολοκληρωτική, κατέλαβε τη θέση του Κράτους».(23)

Σήμερα, αυτή η «ολοκληρωτική εξουσία του κεφαλαίου», για την οποία μιλούσαν οι δύο σημαντικοί φιλόσοφοι της Σχολής της Φανκφούρτης, ο Μαξ Χορκάιμερ και ο Τέοντορ Αντόρνο σε μια περίφημη σελίδα του βιβλίου τους ‘Διαλεκτική του Διαφωτισμού’, ενσαρκώνεται στις μεγάλες καπιταλιστικές εταιρείες (corporations). Η εγκληματοποίηση, μέσω της κατηγορίας για ολοκληρωτισμό, των θέσεων της κοινωνικής κριτικής και της κριτικής των σχέσεων ιδιοκτησίας εξυπηρετεί ακριβώς την ενδυνάμωση και τη διαιώνιση αυτής της εξουσίας.

 Σημειώσεις

* Ο Caetano Emanuel Viana Telles Veloso είναι Βραζιλιάνος συνθέτης, τραγουδιστής, κιθαρίστας, συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. (Σημείωση του μεταφραστή)

** Ο Gilberto Passos Gil Moreira, πιο γνωστός ως Gilberto Gil, είναι Βραζιλιάνος τραγουδιτής, κιθαρίστας και τραγουδοποιός διάσημος τόσο για τις καινοτομίες του στη μουσική όσο και για την πολιτική του στράτευση. Από το 2002 ως το 2008 υπηρέτησε ως Υπουργός Πολιτισμού της Βραζιλίας στην κυβέρνηση του Προέδρου Λούλα ντα Σίλβα. (Σημείωση του μεταφραστή)

  1. Συνέντευξη στο Borsa & Finanza, 5.11.2005
  2. Στο ίδιο σσ 539, 569
  3. M. Stoppino, « Totalitarismo » (Ολοκληρωτισμός), στο Dizionario di Politica (Λεξικό της Πολιτικής) των N. Bobbio, N. Matteucci, G. Pasquino, Utet, Τορίνο, 1983, σσ 1174 κε, και κυρίως F. Valentini, Il pensiero politico contemporaneo (Η σύγχτονη πολιτική σκέψη), Laterza, Μπάρι 1979, σελ. 411-2.
  4. Κάποιο ίχνος της ιδέας αυτής βρίσκεται μάλιστα μέσα στο ίδιο το κείμενο της Άρεντ, όπου δηλώνεται: «στη Ρωσία, αντίθετα από τη ναζιστική Γερμανία, το ολοκληρωτικό καθεστώς δεν προετοιμάστηκε από ένα ολοκληρωτικό κίνημα». Αλλά, δυστυχώς, η συγγραφέας δεν εξάγει και τα ανάλογα συμπεράσματα…
  5. Αρκεί να πούμε ότι ένα λεξικό του ναζισμού (δηλαδή λέξεις που δημιουργήθηκαν ή των οποίων η σημασία άλλαξε εντελώς από τους ναζιστές) και το οποίο κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια στη Γερμανία, υπερβαίνει τις 700 (!!) σελίδες: C. Schmitz-Berning, Vokabular des Nazionalsozialismus, – Λεξικό του Εθνικοσοσιαλισμού, V. De Gruyter, Berlin-New-York 1998. Η πιο εξαιρετική μαρτυρία πάνω στη γλώσσα του ναζισμού παραμένει έως σήμερα εκείνη του Victor Klemperer, ‘LTI, la langue du IIIème Reich- LTI, η γλώσσα του Γ’ Ράιχ- (1947) – επανέκδοση στα γαλλικά από τις εκδόσεις Agora- Pocket, 2004.
  6. Βλ. Χ. Άρεντ, Ο Eichmann à Jérusalem. Rapport sur la banalité du mal, Gallimard 1966, 1991.(Ελληνική μεταφραση, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού – Εκδ. Νησίδες 2009). Οι αναφορές είναι από την ιταλική έκδοση του βιβλίου σελίδα 76. Βλέπε επίσης το βιβλίο της ίδιας, Οι Απαρχές του ολοκληρωτισμού.
  7. F. Stonor Saunders, La guerra fredda culturale (O πολιτισμικός ψυχρός πόλεμος), Roma, Fazi, 2004 : περιέχεται στο A. Calabro : « Quando la Cia buona finanziava l’arte (sic!) [Όταν η καλή ΣΙΑ χρηματοδοτούσε την τέχνη), στην il Mondo, 1η Απριλίου, 2005.
  8. Βλ. J. Herr, « Licht in ein dunkles Kapitel » (Φως σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο), Frankfurter Allgemeine Zeitung, 27.10.2005. Βλέπε επίσης το βιβλίο της Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, σελ 87 της ιταλικής έκδοσης.
  9. Βλ. Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, ιταλική έκδοση, p 260, 308, 289, 300, 602, 603, 907, 628.
  10. Βλ. τη συνομιλία μεταξύ των E. Traverso και I. Vantaggiato, στο περιοδικό il manifesto, 11/11/2005
  11. Βλ. Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, ιταλική έκδοση, σελ. 564-5.
  12. Στο ίδιο, σσ. LXXVIII και 441-3
  13. Ιδεολογία και εξουσία στη Σοβιετική Ένωση.
  14. Αναφέρεται στο «Il male radicale dei totalitarismi» (Το ριζικό κακό του ολοκληρωτισμού) του S. Carrubba, στην il Sole 24 ore, 2.12.2005. Με αυτό το κριτήριο, καταντά δύσκολο να μην οριστούν ως «ολοκληρωτικό καθεστώς» οι ΗΠΑ, όπου «η επιδίωξη της ευτυχίας» είναι καταχωρημένη ακόμη και στο Σύνταγμα της χώρας…
  15. Αναφέρεται στο βιβλίο του M. Finley, La Démocratie des Anciens et des Modernes (Ελλ. μτφ. ‘Αρχαία και Σύγχρονη Δημοκρατία’, Εκ. Ευρύαλος).
  16. Βλ. G. Gentile, B. Mussolini, λήμμα «Fascismo», στην Encyclopédie Italienne (1932).
  17. Το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε το 2006: βλ. Nécessité d’une condamnation internationale des crimes des régimes communistes totalitaires – (Για την) Ανάγκη μιας διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των κομμουνιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων.
  18. Βλ. για τον Γάλλο συγγραφέα F. Beigbeder το άρθρο «Bilder auf Lunge», στη γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung, 4.8.2005 καθώς και το άρθρο του M. Recalcati, Indagine sulle forme del totalitarismo nella contemporaneità, (Έρευνα για τις μορφές του ολοκληρωτισμού στη σύγχρονη εποχή) στο περιοδικό il Manifesto, 8.10.2005.
  19. Βλ. το άρθρο του F. Gaffney στο National Review, Νοέμβριος 2004.
  20. Βλ. Οι Απαρχές… σσ . 519-520, 597κ ε. , Πολιτική και ψέμμα.
  21. Βλ. K. Lasn, Culture jam, 1999, Ιταλικ’η έκδοση. 2004.
  22. Βλ. επί τούτου: Finanza & Mercati, 3.9.2005, Financial Times, 27.4.2005 και 2.6. 2005 και il Manifesto , 21 και 28.12.2003, 22.10.2004, 6.11.2005.
  23. Βλ. T. Ludwig, Blut auf den Händen des Mächtigen – Αίμα στα χέρια των ισχυρών- στο Handelsblatt, 19.8.2005.