Οι τέσσερις σύμβουλοι του Προέδρου στην Επιτροπή Ελέγχου

Στο επίκεντρο της συζήτησης της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής βρέθηκε imagewσήμερα η μετατροπή τεσσάρων συμβούλων του Προέδρου της Δημοκρατίας σε έκτακτους υπαλλήλους αορίστου χρόνου. Η Ελεγκτική Υπηρεσία επανέλαβε σήμερα και υπερασπίστηκε τη θέση της ότι η πράξη αυτή ήταν παράνομη, ενώ υπήρξε διαφωνία της Υπηρεσίας με την Βουλευτή του ΔΗΣΥ Σάβια Ορφανίδου, για το κατά πόσον η κ. Ορφανίδου χαρακτήρισε «ανήθικη» την ενημέρωση της Επιτροπής από την Υπηρεσία.

Ο εκπρόσωπος της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Μάριος Πετρίδης ανέφερε πως ήταν παράνομη η πράξη του Προέδρου Αναστασιάδη να μετατρέψει τέσσερις πολιτικούς διορισμούς σε υπαλλήλους αορίστου χρόνου, οι οποίοι θα παραμείνουν στην δημόσια υπηρεσία μέχρι την αφυπηρέτηση τους.

Παράλληλα, ο κ. Πετρίδης, εξέφρασε λύπη για το γεγονός, όπως είπε, ότι η Βουλευτής του ΔΗΣΥ Σάβια Ορφανίδου χαρακτήρισε την πράξη ενημέρωσης της Βουλής από την Ελεγκτική Υπηρεσία ως ανήθικη.

Ερωτηθείς αν δεν έχει ικανοποιηθεί από την θέση της Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ότι αν δεν τους προσλάμβαναν θα προσέφευγαν τα τέσσερα άτομα στο Δικαστήριο, ο κ. Πετρίδης είπε πως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την απόφαση του Δικαστηρίου πριν κάποιος προσφύγει σε αυτό. «Η πρακτική είναι, η Διοίκηση να εφαρμόζει τον Νόμο και αν κάποιος νιώσει ότι προσβάλλεται τότε προσφεύγει στο Δικαστήριο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε εκ των προτέρων, να κάνουμε δηλαδή το Δικαστήριο στη θέση του Δικαστηρίου και εάν κάποιος θα προσέφευγε, αν θα κέρδιζε ή θα έχανε», είπε.

Σε ερώτηση κατά πόσον με αυτή την πράξη του Προέδρου Αναστασιάδη θα δημιουργηθεί «επικίνδυνο προηγούμενο» για τις μελλοντικές Κυβερνήσεις, ο κ. Πετρίδης απάντησε «προφανώς». Όντως, πρόσθεσε, «υπάρχει ο κίνδυνος αυτό να αποτελέσει ένα κακό προηγούμενο ούτως ώστε επόμενες διακυβερνήσεις ή ακόμα και κοινοβουλευτικοί συνεργάτες, με μια διοικητική πράξη του προϊστάμενου της εκάστοτε διεύθυνσης, να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου», είπε και πρόσθεσε πως αυτό το γεγονός βρίσκει αντίθετη την Ελεγκτική Υπηρεσία.

Ερωτηθείς αν η Υπηρεσία θα παραπέμψει το ζήτημα ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας, ο κ. Πετρίδης είπε πως ο ΓΕ έχει λάβει γνώση του θέματος και αν κρίνει ο ίδιος, στο πλαίσιο των συνταγματικών του καθηκόντων, ότι πρέπει να παρέμβει, πιθανώς και θα το πράξει. «Αν ζητήσει περισσότερες πληροφορίες προφανώς και είμαστε στη διάθεση του να του δώσουμε περισσότερα στοιχεία», είπε.

Σε δηλώσεις του ο Αναπληρωτής Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΔΗΚΟ Χρύσης Παντελίδης είπε πως «πρόκειται για ακόμα ένα πρωτόγνωρο σκάνδαλο με τη σφραγίδα του Προέδρου Αναστασιάδη».

Ο κ. Παντελίδης είπε πως τα γεγονότα είναι απλά, καθώς ο Πρόεδρος Αναστασιάδης «προσέλαβε με πολιτικά κριτήρια τέσσερα πρόσωπα» και το έπραξε αυτό δικαιωματικά, υπό τον όρο, όπως είπε, ότι τα τέσσερα αυτά πρόσωπα θα εργαστούν μόνο για τη διάρκεια της θητείας του, δηλαδή μόνο για ορισμένο χρόνου.

Συνέχισε, ωστόσο, λέγοντας πως «ο Πρόεδρος Αναστασιάδης παραβίασε αυτό τον όρο, και μονιμοποίησε τα πρόσωπα αυτά μετατρέποντας τα σε αορίστου χρόνου».

«Με απλά λόγια, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πήρε στο Προεδρικό τις Γραμματείς του και φρόντισε ώστε αυτές να μείνουν στο μισθολόγιο της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή να πληρώνονται από τους φορολογούμενους, και μετά τη λήξη της θητείας Αναστασιάδη, μέχρι την αφυπηρέτησή τους», είπε.

Η βουλευτής του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ) Σάβια Ορφανίδου,  μετά τη συνεδρία της Επιτροπής, δήλωσε ότι με βάση τα δεδομένα οι τέσσερις συνεργάτιδες του Προέδρου της Δημοκρατίας είχαν συμπληρώσει τους 30 μήνες συνεχούς και αδειάληπτης απασχόλησης που απαιτούνται για να μετατραπεί ένας υπάλληλος σε αορίστου χρόνου.

Πρόσθεσε ότι τα καθήκοντά τους «ήταν πάγια και διεκπεραιωτικού χαρακτήρα και όχι πολιτικά και κρίνεται το κάθε συμβόλαιο στην πράξη ενώ υπήρχε και βεβαίωση της Διεύθυνσης των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι ενέπιπταν αυτοί οι τέσσερις υπάλληλοι στην κατηγορία απασχόλησης μισθωτού, δηλαδή είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτημα για μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου».

«Συνεπώς διαφάνηκε ξεκάθαρα από τη συζήτηση ότι δεν υπήρχε κανένα νομικό επιχείρημα για να μην προχωρήσει η μετατροπή καθώς και ότι σε αντίθετη περίπτωση θα συνιστούσε διάκριση και άνιση μεταχείριση εναντίον των συγκεκριμένων τη στιγμή που με νόμιμες διαδικασίες τον Απρίλιο του 2006 αυτό το δικαίωμα έχουν όλοι οι υπάλληλοι με αυτά τα κριτήρια», είπε η βουλευτής του ΔΗΣΥ.

Σημείωσε ότι «αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία είχε γνώση των εν λόγω θεμάτων και των συμβολαίων των τεσσάρων από το 2013 όταν τους είχαν κοινοποιηθεί αλλά επέλεξε να αναφερθεί σε αυτό το θέμα ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών τον Οκτώβριο του 2021 και μάλιστα να το χαρακτηρίσει υποκειμενικά ως `σκάνδαλο`, χωρίς να ολοκληρωθεί η έκθεση και η απάντηση από αυτούς που έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις».

Η κ. Ορφανίδου είπε ότι «αυτές οι πρακτικές στοχοποίησης και εντυπωσιασμού που γίνονται διαχρονικά μας προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία γιατί στο τέλος της ημέρας δεν θεωρούμε ότι εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του τόπου αλλά τυχόν άλλες σκοπιμότητες».

Αναφορικά με προηγούμενη τοποθέτηση του εκπροσώπου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο οποίος υποστήριξε ότι η κ. Ορφανίδου, χαρακτήρισε εντός της Επιτροπής ως «ανήθικη», την εξέταση του θέματος από την Ελεγκτική Υπηρεσία, η βουλευτής του ΔΗΣΥ είπε ότι «υπάρχουν πρακτικά και εγώ είπα ξεκάθαρα ότι ο Γενικός Ελεγκτής έχει κάθε δικαίωμα να ενημερώνει τη Βουλή και να κάνει τις εκθέσεις του και να τις ολοκληρώνει λαμβάνοντας υπόψη και τις απόψεις των κρατικών υπηρεσιών».

Πρόσθεσε πως «το γεγονός ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία στοχοποίησε συγκεκριμένα τις τέσσερις υπαλλήλους και μάλιστα με ειδική αναφορά σε αδελφότεκνη του Προέδρου της Δημοκρατίας, αυτό είναι κατά την άποψή μου ανήθικο και αντιδεοντολογικό και αυτό είπα ότι δεν είναι ηθικά σωστό» και όχι η ενημέρωση της Βουλής των Αντιπροσώπων από τον Γενικό Ελεγκτή.

Η βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, δήλωσε ότι υπόθεση με τις τέσσερις συνεργάτιδες του Προέδρου της Δημοκρατίας συνιστά πράξη «διασπάθισης δημοσίου χρήματος και κατάχρηση εξουσίας».

Πρόσθεσε ότι «πρέπει να υπάρχει και λίγος σεβασμός προς τους πολίτες να μην υποβαθμίζουμε την νοημοσύνη τους προσπαθώντας να μπλέξουμε τις διάφορες κατηγορίες αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, μισθωτούς και υπαλλήλους με το καθεστώς αγοράς υπηρεσιών για να ξελασπώσουμε μία πρωτοφανή περίπτωση που ίσχυσε στην Κυπριακή Δημοκρατία μόνο για τέσσερα άτομα».

Όπως είπε η βουλευτής του ΑΚΕΛ τα τέσσερα αυτά πρόσωπα λαμβάνουν μισθό της τάξης των 3000 χιλιάδων έκαστος, πρόκειται για γραμματειακό προσωπικό το οποίο προσελήφθη με διαφοροποιημένο μισθό αλλά έλαβε προσαυξήσεις ακόμα και όταν ήταν παγοποιημένες οι αυξήσεις στον δημόσιο τομέα με αποτέλεσμα σε οκτώ χρόνια να αμείβονται με 3000 ευρώ.

«Εάν προσλαμβανόταν μια κοπέλα για γραμματειακές υπηρεσίες στο δημόσιο θα χρειαζόταν 25 ολόκληρα χρόνια για να πετύχει μισθό 3000 ευρώ και αυτές το πέτυχαν σε οκτώ χρόνια» δήλωσε η κ. Χαραλαμπίδου.

Πρόσθεσε ότι «ότι όταν θα αποχωρήσει με το καλό ο Πρόεδρος Αναστασιάδης από το Προεδρικό θα πρέπει η Επιτροπή Προσωπικού να δει πού θα τις εντάξει με τέτοιο υψηλό μισθό προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται στον δημόσιο τομέα».

«Αυτό είναι σκάνδαλο, παρανομία, κατά τον Γενικό Ελεγκτή, και πρέπει να κινηθούν και πειθαρχικές διαδικασίες για αυτούς που έλαβαν τις αποφάσεις ή αμέλησαν να πράξουν το σωστό στην πορεία» είπε η βουλευτής του ΑΚΕΛ. Έψεξε το γεγονός ότι η Νομική Υπηρεσία δεν ήταν παρούσα στη συνεδρία σήμερα, δεν ήταν ούτε και χθες για τα Pandora Papers όπως δεν ήταν παρούσα και την Τρίτη στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών.

Καταλήγοντας η κ. Χαραλαμπίδου είπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν πρέπει μόνο να εκδίδει γνωματεύσεις και να εκφράζει απόψεις αλλά να έρχεται και στις Επιτροπές του Κοινοβουλίου να τις υπερασπίζεται γιατί δεν είναι θεμιτό κάποιος να υπεκφεύγει του κοινοβουλευτικού ελέγχου».

Ο βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, Σταύρος Παπαδούρης, αναφέρθηκε σε μια προσπάθεια που καταβάλλεται «να τσουβαλιάσουμε αυτά τα τέσσερα άτομα για τα οποία γίνεται λόγος με τα άλλα 8000 άτομα που εργάζονται στο δημόσιο ως αορίστου χρόνου υπάλληλοι».

Πρόσθεσε ότι ο ίδιος έθεσε το ερώτημα «κατά πόσον μπορεί να μας ξεκαθαρίσει η οποιαδήποτε υπηρεσία κατά πόσον έχουμε άλλες περιπτώσεις ισάξιες των τεσσάρων αυτών ατόμων που φαίνεται ότι στηρίχθηκαν πάνω σε θέματα πολιτικού διορισμού».

Ο κ. Παπαδούρης είπε ότι «αφέθηκαν αιχμές κατά του Γενικού Ελεγκτή για το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αποφάσισε να θέσει το όλο θέμα» υπενθυμίζοντας «ότι το όλο θέμα τέθηκε στην Επιτροπή Οικονομικών όταν συζητούσαμε συγκεκριμένο προϋπολογισμό του κράτους και σωστά τέθηκε την στιγμή που έπρεπε να ψηφίσουμε κατά πόσον θα εγκρίνουμε ένα συγκεκριμένο κονδύλι».

«Το γεγονός ότι η μισθοδοσία τους έχει να κάνει με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σημαίνει ότι ανοίχθηκε ένα νέο παράθυρο 130 χιλιάδων τον χρόνο το οποίο εμείς έπρεπε να κληθούμε να εγκρίνουμε ή όχι» συνέχισε ο βουλευτής.

Είπε ότι αν τελικά ξεκαθαριστεί το κατά πόσο αυτά τα τέσσερα άτομα προσλήφθηκαν «κάτω από ιδιαίτερες» συνθήκες στο τέλος της ημέρας πρέπει ο κόσμος να γνωρίζει ότι στο ερώτημα το πώς κάποιος μπορεί να γίνει κυβερνητικός υπάλληλος υπάρχουν δύο απαντήσεις.

«Η μία είναι ότι μπορείς να δώσεις εξετάσεις και αξιοκρατικά να μπεις στο δημόσιο και η άλλη απάντηση είναι ότι μπορείς να περιμένεις τον δικό σου κομματικό αρχηγό να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας με απώτερο σκοπό να σε βολέψει», δήλωσε κλείνοντας ο κ. Παπαδούρης.