Ελληνική Τράπεζα: Ζημιά μετά τη φορολογία €2,2 εκ. για το α΄ τρίμηνο

 

imagewΚέρδος πριν την φορολογία ύψους €0,6 εκατομμύρια και ζημιά μετά τη φορολογία ύψους €2,2 εκατ., ανακοίνωσε για το πρώτο τρίμηνο του 2020 η Ελληνική Τράπεζα με τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή της Τράπεζας Ιωάννη Μάτση να τονίζει ότι «η Ελληνική Τράπεζα είναι καλά προετοιμασμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσει την κρίση από θέση ισχύος».

Το κέρδος πριν την φορολογία είχε ανέλθει το δ΄ τρίμηνο του 2019 στα €6,4 εκ. και για το α΄ τρίμηνο του 2019 στα €16,3 εκ.

Το κέρδος πριν τις ζημιές απομείωσης για την 1η τριμηνία 2020 ανήλθε στα €29,6 εκατ., ενώ οι ζημιές απομείωσης για την 1η τριμηνία 2020 ανήλθαν στα €29,1 εκατ.

Σύμφωνα με την Ελληνική Τράπεζα, οι ζημιές απομείωσης περιλαμβάνουν €33 εκατ. χρέωση που σχετίζεται με το αντίκτυπο της πανδημίας του κορωνοϊού.

Ο Δείκτης Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων (ΜΕΧ) – εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από το ΠΠΣ – βρίσκεται στο 25,0%, ενώ οι καθαρές ΜΕΧ προς περιουσιακά στοιχεία (εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από το ΠΠΣ) βρίσκονται στο 3,4%. Σύμφωνα με τον κ. Μάτση, οι εξασφαλίσεις των ΜΕΧ ανέρχονται στο υψηλό ποσοστό του 150%.

Σημειώνεται ότι η Τράπεζα προχώρησε τον Μάιο του 2020 σε λογιστικές διαγραφές δανείων ύψους €500 εκ. και ο ενδεικτικός δείκτης των ΜΕΧ μειώθηκε στο 19,4%.

Οι ΜΕΧ ανήλθαν στα €2.293 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2020 και σημείωσαν μικρή αύξηση 1% σε σύγκριση με €2.276 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2019 (οι ΜΕΧ εξαιρουμένου των ΜΕΧ που καλύπτονται από το ΠΠΣ, ανήλθαν σε €1.815 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2020). «Στο σύνολο η κίνηση των ΜΕΧ κατά την 1η τριμηνία του 2020 είναι αυξημένη, καθώς οι μειώσεις αντισταθμίστηκαν από τις αυξήσεις στις ΜΕΧ κυρίως λόγω των αθετήσεων και των δεδουλευμένων τόκων», αναφέρει η τράπεζα.

Εξάλλου, όπως ανακοίνωσε η Ελληνική Τράπεζα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) διαμορφώθηκε στο 19,22%, ενώ ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας στο 21,71%.

Ο Δείκτης κάλυψης των προβλέψεων των ΜΕΧ ανήλθε στο 70% (εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από τη Συμφωνία ΠΠΣ) στις 31 Μαρτίου 2020, ενώ ο Δείκτης Texas (εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από το ΠΠΣ2) μειώθηκε στο 78% και ο δείκτης εσόδων και εξόδων για το 1Q2020 σταθεροποιήθηκε στο 68,1%.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους για την 1η τριμηνία 2020 ανήλθαν στα €69,1 εκατ. μειωμένα  κατά 8% σε σχέση με €75,3 εκατ. την 1η τριμηνία του 2019. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο στις 1,8%.

Τα συνολικά έξοδα για την 1η τριμηνία του 2020 ανήλθαν σε €63,3  εκατ. και παρέμειναν στα ίδια επίπεδα σε σύγκριση με τα €63,5  εκατ. την 1η τριμηνία του 2019.

Στις 31 Μαρτίου 2020 , οι καταθέσεις πελατών ανήλθαν σε €14,1 δισ. (31 Δεκεμβρίου 2019, ενώ το μερίδιο αγοράς καταθέσεων της Τράπεζας στις 31 Μαρτίου 2020 ανήλθε στο 29,7%  (31 Δεκεμβρίου 2019: 30,1%).

Το σύνολο των νέων χορηγήσεων που εγκρίθηκαν κατά τη 1η τριμηνία του 2020  ανήλθε σε €203,4  εκατ. (2019: €812,3 εκατ.).

Μιλώντας σε σημερινή δημοσιογραφική κατά την οποία ανακοινώθηκαν τα οικονομικά αποτελέσματα της Ελληνικής Τράπεζας για το α΄ τρίμηνο του 2020, ο κ. Μάτσης τόνισε ότι η τράπεζα διαθέτει πλεονάζουσα ρευστότητα, καθώς ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας ανέρχεται στο 538%, αλλά και «ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια» που φθάνει στο 21,71% και η οποία αποτελεί «μία από τις υψηλότερες μεταξύ των ευρωπαϊκών Τραπεζών.

«Η Τράπεζα βρίσκεται σε πολύ καλή θέση, έτοιμη να στηρίξει επιχειρήσεις και νοικοκυριά που εκτιμούμε ότι είναι βιώσιμη, αλλά και να εκμεταλλευτεί τυχόν άλλες ευκαιρίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να παρουσιαστούν, πάντοτε με γνώμονα την προστασία του ισολογισμού της Τράπεζας, τη διαφύλαξη των καταθετών της και τη δημιουργία αξίας στους μετόχους της», υπογράμμισε.

Ο κ. Μάτσης είπε ακόμη ότι η διευρυμένη Ελληνική Τράπεζα «έχει ένα σταθερό, βιώσιμο, μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό μοντέλο, που προστατεύει τους καταθέτες της και δημιουργεί αξία στους μετόχους».

«Βλέποντας μπροστά, είμαστε προσηλωμένοι στο να μετατρέψουμε την Τράπεζα σε έναν σύγχρονο πελατοκεντρικό οργανισμό που προσφέρει υψηλής ποιότητας προϊόντα και υπηρεσίες, εξυπηρέτηση υψηλού επιπέδου και απρόσκοπτη εμπειρία εξυπηρέτησης στους πελάτες μας. Ένα μικρότερο, πιο ευέλικτο αλλά και πιο αποτελεσματικό δίκτυο καταστημάτων, σε συνδυασμό με τον συνεχιζόμενο ψηφιακό μετασχηματισμό βρίσκονται στον πυρήνα αυτών των προσπαθειών.

Αναφερόμενος στην πορεία της κυπριακής οικονομίας, ο CEO της Ελληνικής Τράπεζας είπε ότι «η μέχρι σήμερα επιτυχία της χώρας μας στην αντιμετώπιση αυτής της υγειονομικής κρίσης, συνοδευόμενη από την εφαρμογή ενός ισχυρού δημοσιονομικού πακέτου στήριξης, μάς επιτρέπει να βλέπουμε το μέλλον με αυξημένη αυτοπεποίθηση», τονίζοντας ότι «οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας τους οποίους παρακολουθούμε καθημερινά αποτελούν σταθερή απόδειξη της αισιοδοξίας μας».

Ανέφερε επίσης ότι κατά την περίοδο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων οι πελάτες της τράπεζας «εκμεταλλεύτηκαν τα εναλλακτικά κανάλια εξυπηρέτησης που προσφέρει Τράπεζα όπως είναι οι ΑΤΜ, οι ανέπαφες χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, το Mobile App και Web Banking».

Ερωτηθείς κατά πόσον θα υπάρξουν πωλήσεις δανείων αυτή την περίοδο, ο κ. Μάτσης είπε ότι «αυτή την στιγμή δεν τίθεται θέμα πώλησης δανείων καθώς η διάθεση των διεθνών επενδυτών δεν είναι για επενδύσεις σε ΜΕΧ και για επενδύσεις σε περιφερειακές χώρες όπως την Κύπρο», προσθέτοντας ότι «για την ώρα είναι δύσκολο να μιλήσουμε για ενδεχόμενες πωλήσεις δανείων, παρά το γεγονός ότι συνεχώς εξετάζουμε το θέμα».

Ερωτηθείς σχετικά με αναφορά του Υπουργού Οικονομικών για παράταση στην αναστολή των δόσεων, ο κ. Μάτσης είπε ότι η τράπεζα είναι ενήμερη, προσθέτοντας ότι «οι πελάτες γνωρίζουν την αναστολή των δόσεων και την ημερομηνία μέχρι την οποία δικαιούνταν να αιτηθούν και εκείνοι που επηρεάστηκαν, αιτήθηκαν».

Ανέφερε ότι αιτήθηκαν μέχρι στιγμής περίπου σύνολο στην Κύπρο 60.000 πελάτες ή ποσό 10 δισεκατομμύρια και πρόσθεσε ότι «άποψη μας είναι καλύτερα να υπάρχει περισσότερη βεβαιότητα, τελειώνοντας εδώ όπως ήταν τα αρχικά χρονικά περιθώρια».

Σε ερώτηση αν ανησυχεί κατά πόσον ορισμένοι δανειολήπτες μετά την αναστολή δόσεων τους δεν επιστρέψουν, ο κ. Μάτσης είπε ότι θεωρεί ότι «η κρίση δεν είναι τόσο μεγάλη για να μην επιστρέψουν», προσθέτοντας ότι «ορισμένοι φυσικά θα έχουν πρόβλημα αλλά θεωρούμε πολύ μικρό τον αριθμό».

«Οι προβλέψεις μας για την αύξηση των ΜΕΧ είναι πλήρως διαχειρίσιμες», σημείωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση σε σχέση με την καταβολή μερίσματος στους μετόχους, ο κ. Μάτσης είπε ότι «η τράπεζα πάει καλά, είναι κερδοφόρα και θα μπορέσει στο μέλλον να διανέμει μέρισμα», αλλά πότε θα το πράξει αυτό, όπως είπε, «εξαρτάται από πολλούς παράγοντες», μεταξύ των οποίων είναι «πότε θα καλυφθούν τα αρνητικά αποθέματα και πότε θα επιτραπεί από τους επόπτες».

Κληθείς να σχολιάσει εκτίμηση του ΔΝΤ ότι οι πτωχεύσεις θα δοκιμάσουν τις αντοχές του τραπεζικού κλάδου, ο κ. Μάτσης είπε ότι δεν θεωρεί ότι οι κυπριακές τράπεζες «θα έχουν πρόβλημα», προσθέτοντας ότι «οι κυπριακές τράπεζες λόγω των πολλών κεφαλαίων που έπρεπε να ελκύσουν από το εξωτερικό από το 2013 και μετά βρίσκονται σε υγιή θέση».

Αναφορικά με τους κινδύνους πτώχευσης εταιρειών, ο κ. Μάτσης είπε ότι ορισμένες στην Κύπρο και στο εξωτερικό θα έχουν πρόβλημα και θα υπάρχουν χρεοκοπίες, προσθέτοντας ότι «στην Κύπρο αναμένουμε ο αντίκτυπος στις εταιρείες να μην είναι μεγάλος» με αποτέλεσμα «να μην είναι μεγάλος ο αντίκτυπος και στις τράπεζες».

Ο Διευθυντής Οικονομικών Μελετών της τράπεζας Ανδρέας Ασσιώτης αναφέρθηκε στα τρία μακροοικονομικά σενάρια (βασικό, απαισιόδοξο και αισιόδοξο) που κατάρτισε η τράπεζα σε σχέση με την πορεία της κυπριακής οικονομίας, λέγοντας ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία «είναι πολλοί περισσότεροι από τις θετικές εκπλήξεις που μπορεί να έχουμε».

Σύμφωνα με τον κ. Ασσιώτη, στο βασικό σενάριο αναμένεται συρρίκνωση της οικονομίας το 2020 κατά 5%, στο αισιόδοξο σενάριο συρρίκνωση κατά 4,2% και στο απαισιόδοξο συρρίκνωση 8%.

«Βλέπουμε ότι η οικονομία κινείται όπως ακριβώς πρόβλεψε η τράπεζα τον περασμένο Μάρτιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «υπήρξε ένα τεράστιο δημοσιονομικό πακέτο που ήταν από τα μεγαλύτερα σε σχέση με το ΑΕΠ», ενώ «η στήριξη ήταν άμεση και είχε στόχο να διατηρήσει την σχέση των εργοδοτών και των εργαζομένων, κάτι που επιτεύχθηκε».

Λόγω της συγκράτησης της ανεργίας διατηρείται και το διαθέσιμο εισόδημα που αντικατοπτρίζεται στην κατανάλωση, σημείωσε.

Αναφορικά με τα σενάρια της τράπεζας σε σχέση με την πορεία της ανεργίας, ο κ. Ασσιώτης είπε ότι «δεν αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά» και πρόσθεσε στο βασικό σενάριο αναμένεται η ανεργία να ανέλθει στο 8%, στο αισιόδοξο να μειωθεί στο 6,5% και στο απαισιόδοξο στο 10,0%.

Αναφορικά με τις τιμές των ακινήτων, ο κ. Ασσιώτης είπε ότι αυτές «αναμένεται να επηρεαστούν στο βασικό σενάριο αλλά δεν θα έχουμε μεγάλες μειώσεις», λόγω της μεγάλης διόρθωσης των τιμών στην προηγούμενη κρίση που ανήλθε μέχρι 30% για στεγαστικά και μέχρι 40% για εμπορικά.

Σε σχέση με το απαισιόδοξο σενάριο, ο κ. Ασσιώτης ανέφερε πως αναμένεται να μειωθούν κατά 4% και 5% για στεγαστικά και εμπορικά, αντίστοιχα.

Τέλος, ο Διευθυντής Υπηρεσίας Data & Analytics της Ελληνικής Τράπεζας Δημήτρης Κονιώτης παρουσίασε μια ανάλυση των πελατών της τράπεζας που προβαίνουν σε κατανάλωση με την χρήση καρτών.